ΤΕΥΧΟΣ #20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2022

Η σκηνή του εγκλήματος στη σκηνή της τέχνης

Δρ. Αναστασία Χαλκιά

Πολιτισμική εγκληματολογία και κατανόηση του εγκληματικού φαινομένου*

 

«Ποιος λοιπόν κρατάει την Εικόνα και ποιος την  Ομοίωση;»

Μοιρόγραφτο, Γ.Πανούσης

* Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για τον Ομότιμο Καθηγητή Γιάννη Πανούση "Εγκληματολογία: Περίβλεπτον Αλεξίφωτον", εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Περίληψη

Το παρόν κείμενο εξετάζει επιμέρους πτυχές του προτάγματος της πολιτισμικής εγκληματολογίας περί εμπλουτισμού της επιστήμης της εγκληματολογίας με νέα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία, και προσεγγίζει κλασικούς και νεότερους πίνακες ζωγραφικής που αναπαριστούν τον βιβλικό αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ ως μεταφορές των ποικίλων κατανοήσεων και νοημάτων που αποδίδονται στην εγκληματική πράξη στο χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτό κατατίθενται προβληματισμοί για τη σύμπλευση ‘εικόνας’ και ‘ομοίωσης’ στη σκηνή της τέχνης και του εγκλήματος που οδηγούν αναπόφευκτα στην κεντρική μας ‘σκηνή’, αυτήν της εγκληματολογίας.

Προ-λεγόμενα

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στον Τιμώμενο Καθηγητή Γιάννη Πανούση αφενός για την έμπνευση και την ηθική στήριξη που προσφέρει απλόχερα σε εμάς τους εσαεί μαθητές του, αφετέρου για την πρόκληση που παρείσφρησε -προφανώς σκοπίμως- μέσω της αμφίσημης πρόσκλησής του να συγγράψουμε περί τέχνης από τη σκοπιά της εγκληματολογίας ή περί εγκληματολογίας από τη σκοπιά της τέχνης ή και για τα δύο μαζί. Έτσι είχα την ευχαρίστηση να ‘χαθώ’ στο αιώνια ημιτελές ‘σχέδιο’ της επιστήμης -γι’ αυτό και τόσο ελκυστικό, όσο οι άνθρωποι θα προσπαθούν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν, ενεργούν και την οποία (ανα)διαμορφώνουν διαρκώς.

Η σκηνή – εκεί όπου συγκεντρώνονται όλα τα βλέμματα

Η ‘σκηνή΄, κάθε σκηνή, συνιστά έναν τόπο όπου κάτι κάθε φορά συμβαίνει. Ο τόπος μπορεί να είναι φυσικός, κοινωνικός, νοητικός, καλλιτεχνικός ή ακόμα μηντιακός. Συνήθως, η ΄σκηνή’ αποτελεί ένα σημείο, συχνά προσλαμβανόμενο ως κέντρο, όπου προσελκύεται το βλέμμα και δημιουργούνται οι εντυπώσεις και οι προσλήψεις περί του συμβάντος. Η ‘σκηνή’ επιχειρεί να δημιουργήσει εικόνες, πραγματικές ή νοητές, και κυρίως να αναπαραστήσει, ‘αποκρύπτοντας’ ότι στο μη αναπαραστήσιμο συμβαίνει να κρύβεται το μη εξηγήσιμο – αυτό, δηλαδή, που διαλανθάνει της προσοχής των θεωρητικών σχημάτων, των εξαντλητικών προσδιοριστικών παραγόντων, ίσως και της επιστημονικής μεθόδου. Επιπρόσθετα, η ‘σκηνή’ είναι ένα σύνολο από σχέσεις που προσδιορίζουν τις θέσεις που καταλαμβάνει το καθετί και η καθεμιά πάνω σε αυτήν. Το να βρίσκεται κάποια ‘επί σκηνής’ σημαίνει ότι (ανα)πλάθεται συνεχώς από τη ζωή, το χρόνο και την ιστορία και ότι ίσως μπορεί να διακρίνει σε ποιο ‘παρα-σκήνιο’ συμβιούν οι ετεροτοπίες[1], οι δυστοπίες και οι ουτοπίες[2].

Ειδικότερα, ως σκηνή εγκλήματος[3] ορίζεται ο χώρος ή ο τόπος, στον οποίο διεξήχθη το μέρος ή το όλον μιας εγκληματικής πράξης […]. Έτσι ως σκηνή εγκλήματος μπορεί να θεωρείται ένας φυσικός χώρος αλλά και μια ηλεκτρονική συσκευή ή ο εικονικός χώρος του Διαδικτύου […] μια μεγάλη γεωγραφική έκταση […] αλλά εξίσου και μια απειλητική επιστολή[4] […]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη 16 ΠΚ ως σκηνή του εγκλήματος θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος που επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα[5]. H σκηνή του εγκλήματος μετέχει στη διαλεύκανση / εξιχνίαση του εγκλήματος και για τον λόγο αυτό πρέπει να προστατευθεί και να παραμείνει ‘παγωμένη’, ως έχει, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η κατάλληλη επιτόπια έρευνα, η οποία μπορεί να φέρει στο φως, στο ‘προ-σκήνιο’ ακλόνητα αποδεικτικά στοιχεία σχετιζόμενα με την υπόθεση.

Ο όρος σκηνή[6] αναφορικά με την τέχνη είναι το μέρος του θεάτρου στο οποίο εμφανίζονται και παίζουν οι ηθοποιοί, η υποδιαίρεση των πράξεων θεατρικού έργου, τμήμα δράσης ή χαρακτηριστική εικόνα. Γενικότερα, ως σκηνή της τέχνης στο παρόν κείμενο νοείται κυρίως η ως άνω, τρίτη στη σειρά, ερμηνεία, δηλαδή, «το τμήμα δράσης ή η χαρακτηριστική εικόνα», η οποία εν προκειμένω αποτελεί την καλλιτεχνική απεικόνιση και εκδοχή ενός συμβάντος.

Η πολιτισμική εγκληματολογία – εκεί όπου συναντιούνται για να μελετηθούν ο πολιτισμός και το νόημα με το έγκλημα και τον έλεγχό του

Η πολιτισμική εγκληματολογία επιχειρεί να συνενώσει την εγκληματολογία με τις πολιτισμικές σπουδές, συνθέτοντας ένα νέο πεδίο μελέτης και έρευνας[7] το οποίο χαρακτηρίζεται από έναν ‘υβριδικό προσανατολισμό’. Εμφανίζεται την δεκαετία του ’70 και είναι βαθιά επηρεασμένη από τις επιστημονικές κατευθύνσεις και την επιστημονική ζύμωση που συντελείται εντός του British Birmingham School of Cultural Studies. Περαιτέρω το κλασικό πλέον και ιδιαίτερα νεωτερικό για την εποχή του βιβλίοNewCriminologyforasocialtheoryofdeviance των IanTaylor, Paul Walton & Jock Young[8] μαζί με τη θεωρία της συμβολικής αλληλεπίδρασης, της ετικέτας και του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, τις θεωρίες της υποκουλτούρας και βέβαια το πρώιμο έργο της Σχολής του Σικάγου επηρέασαν βαθιά την πορεία της εγκληματολογίας και δη της πολιτισμικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ΗΠΑ και στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η πολιτισμική εγκληματολογία έχει ενσωματώσει σημαντικό τμήμα των μεταμοντέρνων θεωρητικών προσεγγίσεων. Η προσοχή της επικεντρώνεταιστην εξουσία και τις δομές της καιστην αποδόμηση των κυρίαρχων συμβολισμών του εγκλήματος.Σήμερα περιλαμβάνει στοιχεία από τις αστεακές σπουδές, την επικοινωνία και τα μμε, την υπαρξιακή φιλοσοφία, την πολιτισμική και ανθρώπινη γεωγραφία, την μεταμοντέρνα κριτική θεωρία, την ανθρωπολογία, τη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων φτάνοντας μέχρι τους Καταστασιακούς.

H πολιτισμική εγκληματολογία[9] εξερευνά τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι πολιτισμικές δυνάμεις είναι συνυφασμένες με την πρακτική του εγκλήματος και του κοινωνικού ελέγχου στην σύγχρονη κοινωνία. Δίνει έμφαση στην κεντρικότητα του νοήματος, της αναπαράστασης και της εξουσίας ως προς την κατασκευή του εγκλήματος, είτε αυτό κατασκευάζεται ως καλλιτεχνικό προϊόν, πολιτική διαμαρτυρία, εφήμερο συμβάν, εκδοχή υποκουλτούρας,  είτε ως κοινωνικός κίνδυνος ή κρατική βία. Υπό την έννοια αυτή ασκεί έντονη κριτική στο θετικιστικό προσανατολισμό της εγκληματολογίας, στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής και στον αφηρημένο εμπειρισμό. Κατά τους θεωρητικούς της πολιτισμικής εγκληματολογίας, η κριτική εγκληματολογία καθώς και άλλες θεωρητικές εγκληματολογικές προσεγγίσεις πρέπει να μετακινηθούν πέρα από τις περιορισμένες αντιλήψεις περί εγκλήματος και ποινικής δικαιοσύνης και να συμπεριλάβουν τις συμβολικές όψεις των παραβιάσεων και του ελέγχου, τα αισθήματα και συναισθήματα που αναδύονται μέσα στα εγκληματικά γεγονότα και στις δημόσιες και πολιτικές εκστρατείες που σχεδιάζονται για να περιορίσουν (και να ορίσουν) το έγκλημα και τις επιπτώσεις του. Η πολιτισμική εγκληματολογία, ως νέα και αναδυόμενη προσέγγιση μελέτης του εγκλήματος και του ελέγχου του, ζητά και να κατανοήσει την ανθρώπινη δραστηριότητα και να κρίνει τη γνώση που παράγεται και περιβάλλει τη σύγχρονη πολιτική του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης.

Όσον αφορά την προσέγγιση της έννοιας  του πολιτισμού, η πολιτισμική εγκληματολογία αποφεύγει τις ουσιοκρατικές προσεγγίσεις και εστιάζει περισσότερο στη ρευστότητα και συνεχή μεταμόρφωση του νοήματος. Ως εκ τούτου, ο πολιτισμός δεν συνιστά ένα fait accompli αλλά μια συνεχή διαδικασία (κυρίως παραγωγής νοήματος). Υιοθετείται έτσι η κλασική η προσέγγιση του D.Conquergood ότι ο πολιτισμός δεν είναι ουσιαστικό αλλά ρήμα[10]. Για τους πολιτισμικούς εγκληματολόγους η απόκτηση βαθιάς πολιτισμικής και συναισθηματικής γνώσης πραγματώνεται μέσα από την κατανόηση και συγκεκριμένα τη  βεμπεριανή έννοια verstehen[11], η οποία αφορά την κατανόηση των υποκειμενικών νοημάτων που αποδίδουν οι άνθρωποι στις πράξεις τους. Με τη χρήση αυτής της μεθόδου επιχειρείται νοητικά η ερευνήτρια να μπει στη θέση της ‘άλλης’ και να κατανοήσει πώς σκέφτεται και αισθάνεται το υποκείμενο[12]. Γενικότερα, «η πολιτισμική εγκληματολογία δίνει έμφαση στην κεντρικότητα του νοήματος και της αναπαράστασης, στην κατασκευή του εγκλήματος ως εφήμερου γεγονότος, ως υποπολιτισμικής προσπάθειας και ως κοινωνικού ζητήματος»[13].

Αναλυτικότερα, ο Ferrell[14] επικεντρώνεται σε τρεις περιοχές: το έγκλημα ως κουλτούρα, η κουλτούρα ως έγκλημα και οι τρόποι με τους οποίους τα μήντια κατασκευάζουν το έγκλημα και τον έλεγχό του. Ως προς την πρώτη περιοχή, αναγνωρίζεται ότι το έγκλημα είναι σε σημαντικό βαθμό συμπεριφορά που εμπίπτει στην υποκουλτούρα. Ως προς την δεύτερη, επισημαίνεται ότι πολιτισμικές συμπεριφορές χαρακτηρίζονται μέσα από την απόδοση ετικετών ή την επιβολή ποινών ως ‘εγκληματογενείς’. Τέλος, η τρίτη περιοχή αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους τα μήντια συμβάλλουν στην κατασκευή του εγκλήματος ή / και στις σχέσεις που αναπτύσσουν με την ποινική δικαιοσύνη και την πολιτική, κυρίως για ζητήματα που αφορούν τον κοινωνικό έλεγχο. Γενικότερα, οι εικόνες εγκλήματος και κοινωνικού ελέγχου έχουν γίνει ‘πραγματικές’ όπως το έγκλημα και η ποινική δικαιοσύνη –εάν με τον όρο ‘πραγματικές’ εννοούμε εκείνες τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής που προκαλούν αντικειμενικές συνέπειες, δηλαδή διαμορφώνουν κοινωνικές στάσεις και πολιτικές[15].

Όσον αφορά τη μέθοδο, η πολιτισμική εγκληματολογία ασκεί έντονη κριτική στις ποσοτικές έρευνες και στην κυριαρχία των στατιστικών, θεωρώντας ότι αποτελούν «μυωπικά στιγμιότυπα» ενός κόσμου που βρίσκεται σε κίνηση, τα οποία θα πρέπει να ελεγχθούν κριτικά και όχι να γίνονται αποδεκτά ασυλλόγιστα[16]. Επιπρόσθετα, προσπαθεί μέσα από την κριτική που ασκεί στις ποσοτικές και στατιστικές μεθόδους να αποδομήσει το νόημα που παράγουν και εγκαθιδρύουν ως αυθεντικό και αντικειμενικό. H πολιτισμική εγκληματολογία εστιάζει στις ποιοτικές προσεγγίσεις, στις εθνογραφικές μεθόδους[17], ενσωματώνοντας παράλληλα τις πιο σύγχρονες εκδοχές διερεύνησης της κοινωνίας, όπως είναι η οπτική εγκληματολογία[18]. Επιχειρεί μέσα από το πλήθος των μεθοδολογικών δυνατοτήτων να συμβάλλει στην κλοπή του επίσημου νοήματος έτσι ώστε το νόημα να επαναπροσδιοριστεί και να αναφανούν οι διαφορετικές εκδοχές του εγκληματικού γεγονότος και του ελέγχου του[19].O όρος détournement που χρησιμοποίησαν οι Καταστασιακοί υιοθετείται από τους πολιτισμικούς εγκληματολόγους και είναι τελικά αυτός που φαίνεται να αποδίδει καλύτερατην έννοια της κλοπής του κυρίαρχου νοήματος και της επαναπροσέγγισής του μέσα από την κριτική και την ανάλυση.Εμφυλοχωρεί, επομένως, στο σημείο αυτό ο «ορισμός της κατάστασης»[20], δηλαδή, ποιοι είναι εκείνοι οι δρώντες εντός συγκεκριμένης κοινωνικής δομής που έχουν τη δύναμη να ορίζουν την κατάσταση, αποδίδοντάς της κατ’ επέκταση ένα συγκεκριμένο νόημα. Στις περιπτώσεις αυτές, το κυρίαρχο νόημα αποιστορικοποιείται και τα συμφραζόμενά του εμφανίζονται ως φυσικά και αυτονόητα, συχνά ως τμήμα μιας ουσιοκρατούμενης κοινής λογικής[21].

Συνοψίζοντας, «προερχόμενη από την κριτική εγκληματολογία, η πολιτισμική εγκληματολογία με τις πρακτικές και τους στόχους της είναι μία σύγχρονη εναλλακτική εγκληματολογία. Με τις αρχές της να εμφορούνται από διαφορετικές σχολές και με την έμφαση να δίνεται στο νόημα, στη διαμεσολαβημένη αναπαράσταση και στον τρόπο μεθόδου και δράσης, μπορεί ο εγκληματολογικός αυτός τρόπος σκέψης να προσφέρει αφενός μεν την πιθανότητα σημαντικής εξάπλωσης της αναλυτικής εμβέλειας αφετέρου δε  το ουσιαστικό πεδίο δράσης μελλοντικών μελετητών της εγκληματικής συμπεριφοράς»[22].Η πολιτισμική εγκληματολογία αντιπαραβάλλει στον κυρίαρχο εγκληματολογικό λόγο έναν νέο λόγο για την εγκληματολογία προκειμένου να δομήσει έναν πολυφωνικό και εν πολλοίς ρευστοποιημένο υπό την έννοια των ποικίλων μεταμορφώσεών του, «ορισμό» του εγκλήματος και του ελέγχου του. Έχει ασκήσει έντονη κριτική στο θετικιστικό παράδειγμα της Εγκληματολογίας με τρόπο σχεδόν εικονοκλαστικό αν και σήμερα θα λέγαμε ότι συμπορεύεται με την κριτική εγκληματολογία συνδυαστικά με τις πολιτισμικές σπουδές. Ωστόσο, η ίδια έχει καταστεί δέκτης αυστηρής κριτικής που εστιάζεται κυρίως στην αντιφατική χρήση της έννοιας του πολιτισμού[23], καθώς και ότι είναι περισσότερο περιγραφική παρά αναλυτική και ως εκ τούτου δεν παρέχει προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής[24].

Πίσω από τη σκηνή της τέχνης – η  βιβλική Ιουδήθ,η (εγκληματική) ιστορία της και τα συμφραζόμενά της

Το βιβλίο «Ιουδήθ»[25] περιλαμβάνεται στον κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης που αποδέχονται η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Εξαιρείται όμως από τον κανόνα των εκκλησιών της Μεταρρύθμισης, ενώ δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των βιβλίων της Εβραϊκής Βίβλου. Στον ελληνικό κανόνα εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων. Το βιβλίο αποτελείται από 16 κεφάλαια και εκτιμάται ότι συνεγράφη στα μέσα του 2ο π.Χ. αι.Τα πρώτα επτά κεφάλαια αναφέρονται στους πολέμους του Ναβουχοδονόσορα κατά των Μήδων και κατά των λαών που δεν τον βοήθησαν και όλα τα επόμενα στην παρέμβαση και την ιστορία της Ιουδίθ έως και τον φυσικό θάνατό της.

Ως προς την ιστορία η Ιουδήθ με το θάρρος της και τη βαθιά πίστη στο θεό σώζει τον τόπο της, τη πόλη Βαιτυλούα, από την καταστροφή, δηλαδή, την πολιορκία των Ασσυρίων. Αναλυτικότερα, η Ιουδίθ, Ιουδαία χήρα, η οποία σκοτώνει τον αρχηγό των Ασσύριων, στρατηγό του Ναβουχοδονόσορα, Ολοφέρνη. Κατόπιν αυτού, ο στρατός του πανικόβλητος τρέπεται σε φυγή και η Ιουδίθ θριαμβεύουσα επιστρέφει στους συμπατριώτες της.

Ως προς την περιγραφή της εγκληματικής πράξης, το εν θέματι βιβλίο αναφέρει:

«Όταν όλοι έφυγαν από εμπρός της, και στον κοιτώνα του Ολοφέρνου δεν έμεινε κανείς ούτε μικρός ούτε μεγάλος. Εσηκώθη η Ιουδήθ, επλησίασε την κλίνην του Ολοφέρνου, είπε από μέσα της προς τον Θεόν· “επίβλεψον, Κύριε, κατά την ώραν αυτήν εις τα έργα των χειρών μου προς δόξαν της Ιερουσαλήμ·  διότι τώρα είναι καιρός να αναλάβης υπό την προστασίαν σου και να σώσης την κληρονομίαν σου, βοηθών εμέ να εκτελέσω το έργον μου, διά να συντρίψω τους εχθρούς, οι οποίοι έχουν επιτεθή εναντίον μας». Η Ιουδίθ επλησίασεν στον στύλον της κλίνης, ο οποίος υψώνετο υπεράνω από την κεφαλήν του Ολοφέρνου, επήρε από εκεί το ξίφος του, επλησίασε την κλίνην του και άρπαξε με τα χέρια την κόμην της κεφαλής του και είπε· “Θεέ του Ισραήλ, ενίσχυσέ με κατά την ημέραν αυτήν”.Έπειτα δε εκτύπησε τον τράχηλον του Ολοφέρνου δυο φορές με όλην της την δύναμιν και απέκοψε από αυτόν την κεφαλήν του. Εκύλισε τα πτώμα από την κλίνην κάτω και αφήρεσε την κουνουπιέραν από τους στύλους της. Έπειτα δε από ολίγον εβγήκε από την σκηνήν, και παρέδωκε εις την δούλην της την κεφαλήν του Ολοφέρνου».

Η γυναίκα ανθρωποκτόνος Ιουδήθ ως προς την οικογενειακή της κατάσταση είναι χήρα και περιγράφεται «αφότου έβγαλε τα ρούχα της χηρείας» ως πολύ όμορφη: «εκαλλωπίσθη σφόδρα εις (εξ)απάτησιν οφθαλμών ανδρών, όσοι αν ίδωσιν αυτήν».Ιουδίθ Ι΄3,4.

H βασική ιδέα είναι ότι η Ιουδήθ με τα γυναικεία θέλγητρά της και τη φυσική ομορφιά της καταφέρνει να διαπράξει μια εγκληματική πράξη η οποία όμως αναγορεύεται σε πολιτική καθώς ‘σώζει’ τους Ιουδαίους από την πολιορκία. Η πράξη αυτή ενισχύεται από το θρησκευτικό συναίσθημα όπως αυτό μετουσιώνεται από τη βαθιά πίστη της στο Θεό και την ώθηση που της δίδει για χρησιμοποιήσει τα θέλγητρά της ως μέσο για το καλό του λαού της, το οποίο ισοδυναμεί με τον αφανισμό των κατακτητών διά της ανθρωποκτονίας του στρατιωτικού αρχηγού τους. Η Ιουδήθ εισέρχεται στην πολιτική και την πολιτική εξουσία μέσω της ‘γυναικείας φύσης’ της, δηλαδή, ικανοτήτων (θέλγητρα) που η φύση της έδωσε χωρίς να χρειαστεί εκείνη να ‘ενεργήσει’ περαιτέρω για την απόκτησή τους. Είναι ενδεικτικό επομένως «πώς το φύλο λειτουργεί σε σχέση με την πολιτική»[26] και πώς δομούνται οι διαφορές με βάση το φύλο (θηλυκότητα) και μάλιστα σε ένα πεδίο όπου εμπλέκεται το έγκλημα (η βία) και η πολιτική[27]. Η ενέργεια (εν προκειμένω η ανθρωποκτονία) κατά έναν παράδοξο τρόπο εμπεριέχει την παθητικότητα (γυναικεία ομορφιά προκύπτουσα εκ ‘φύσεως’) και είναι ετερόνομη, καθώς η δύναμη της πράξης καθ’ εαυτής προέρχεται από το θεό και όχι από το άτομο. Επί της ουσίας, η εν θέματι πράξη, ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη, εγκληματική και πολιτική ταυτόχρονα, ερωτικοποιείται: «το κάλος αυτής παρέλυσεν αυτόν […] ευφράνθη Ολοφέρνης απ’ αυτής και έπιενοίνον πολύν σφόδρα, όσον ουκ έπιεν πώποτε εν ημέρα μία αφ’ ου εγεννήθη». Ιουδήθ ΙΒ΄20. Την βία που κομίζει ο Ολοφέρνης στην πόλη, την κλέβει μία γυναίκα – χρησιμοποιώντας το παγιωμένο, σύμφωνα με τις προσλήψεις της ανδρικής κυριαρχίας - όπλο της, τη σεξουαλική αποπλάνηση, η οποία εδώ λειτουργεί πάντα ως μέσο για έναν σκοπό, εν προκειμένω, πολιτικό. Κατά επέκταση, η ίδια η γυναίκα εδώ συνιστά ένα ‘μέσο’, ένα εργαλείο της κοινωνίας που θέλει να σταματήσει την έλευση του Ολοφέρνη και των στρατιωτών του στην πόλη και το οποίο, διά της θεϊκής παρέμβασης, εκπληρώνει την επιθυμία της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά και εξετάζοντας τις πολιτισμικές ταυτότητες των πρωταγωνιστών του συμβάντος, η Ιουδήθ στο δίπολο μεταξύ ταυτότητας-ετερότητας συνιστά το ‘ίδιο’, όχι το ‘άλλο’, καθώς είναι εκείνη που εκπροσωπεί το οικείο και δεδομένο και ο Ολοφέρνης το ‘άλλο’, το ανοίκειο, ως εκπρόσωπος ενός άλλου πολιτισμού. Παρόλα αυτά και οι δύο συνιστούν ένα αδιαχώριστο δίδυμο – οι ταυτότητές τους στο συλλογικό ασυνείδητο και στις συλλογικές αναπαραστάσεις δεν υπάρχουν ξεχωριστά. Οι απεικονίσεις τους όμως μέσα από τους ζωγραφικούς πίνακες φαίνεται να συγχέουν το οικείο και το ανοίκειο, το ίδιο και  το άλλο, καθώς η Ιουδήθ απεικονίζεται ως φορέας μιας βίας που σοκάρει και ‘ξενίζει’, ενώ ο Ολοφέρνης με όψη πάσχοντος από τον πόνο που προκλήθηκε λόγω του τρόπου με τον οποίο θανατώθηκε, με ή χωρίς σώμα, μία κεφαλή αποκομμένη, προκαλεί συναισθήματα οίκτου και λύπης. Είναι η περίπτωση που ο δαιμονοποιημένος αποδαιμονοποιείται και η Ιουδήθ ως θριαμβεύουσα, καθώς σώζει έναν ολόκληρο λαό, δαιμονοποιείται και φοβίζει. Μεταξύ καλού και κακού τα όρια συγχέονται και το κοινωνικό σώμα παρατηρώντας τους πίνακες που απεικονίζουν τη δολοφονία του Ολοφέρνη από την  Ιουδήθ  μετεωρίζεται μεταξύ δικαίου και αδίκου.

Γενικότερα, η βία που ασκείται από την Ιουδήθ προς τον Ολοφέρνη σχετίζεται:

  1. με την πολιτική εξουσία και τις ιμπεριαλιστικές τάσεις της, στοχεύοντας στην ανάσχεσή τους, έτσι ώστε να αποκατασταθεί το δίκαιο και να μην θιγούν τα δικαιώματα του γηγενούς πληθυσμού από τους βάναυσους εισβολείς,
  2. με τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, δύο διαφορετικών πολιτισμών και εθνοτήτων,
  3. με την αναγωγή μιας εγκληματικής πράξης στη μεταφυσική (θρησκευτική πίστη), η οποία νομιμοποιεί το (πολιτικό) έγκλημα μετουσιώνοντάς το ως ‘δίκαιο’ και εν πολλοίς ως ‘ιερό καθήκον’ και
  4. με τις έμφυλες προσλήψεις και αναπαραστάσεις και την απόδοση συγκεκριμένων έμφυλων χαρακτηριστικών στην γυναίκα και στον άνδρα.

Εν κατακλείδι, πόση βία μπορεί να δικαιολογήσει το δίκαιο και πόση βία χρειάζεται για να το απονομιμοποιήσει; Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, ως η προσβολή του ύψιστου θεμελιώδους δικαιώματος μπορεί να δικαιολογηθεί και δη στην τάξη της πολιτικής και της θρησκείας;-αυτό, δηλαδή, που τόσο συχνά συναντάμε στην ανθρώπινη ιστορία-Πόση βία ακόμα μπορούν να αντέξουν οι έμφυλες σχέσεις;

Η σκηνή της τέχνης – Οι εικαστικές απεικονίσεις του αποκεφαλισμού του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ

Η απεικόνιση της βίας και οι αναφορές σε βίαια συμβάντα ενυπάρχουν εντός της τέχνης από την εμφάνισή της, δηλαδή, από πολύ νωρίς στην ιστορία του κόσμου[28]. ‘Όσον αφορά  ειδικότερα τη ζωγραφική, τα θέματα των αρχαίων μύθων και της Βίβλου ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες, οι οποίοι αναπαριστούν διάφορες χαρακτηριστικές στιγμές από τις ανωτέρω πηγές.

Η Ιουδήθ, αγαπημένο θέμα αναπαράστασης στην ιστορία της Δυτικής ζωγραφικής, συνιστά μία ξεχωριστή εικόνα, που συνδυάζει τη βία και τον έκδηλο ερωτισμό στο πρόσωπο της βιβλικής ανθρωποκτόνου δράστριας. Οι πίνακες που απεικονίζουν τη σκηνή του εγκλήματος, δηλαδή, τον αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ, είναι πολλοί τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων αιώνων. Το κύριο μοτίβο όλων των πινάκων είναι το εξής: μια γυναίκα σκοτώνει έναν άνδρα. Οι περισσότεροι πίνακες φέρουν κοινά στοιχεία: την παρουσία της Ιουδήθ ως βίαιη και ερωτική, την κεφαλή του Ολοφέρνη με όψη πάσχοντος στο κέντρο του πίνακα ενώ το υπόλοιπο σώμα του κείτεται ξαπλωμένο και ως εκ τούτου, σε παθητική θέση, έναντι της Ιουδήθ που ενεργεί όρθια. Ωστόσο, σημαντικές διαφοροποιήσεις επισημαίνονται στους πίνακες ανάλογα με την οπτική του καλλιτέχνη και το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Το έγκλημα ναι μεν παραμένει το ίδιο αλλά μεταμορφώνεται η ‘σκηνή’ του και συγκεκριμένα η ‘σκηνή’ της τέχνης. Οι εικαστικές μεταπλάσεις αφορούν τόσο την πράξη αυτή καθ’ εαυτή όσο και τους πρωταγωνιστές της.

Ένας από τους παλαιότερους εν θέματι πίνακες απεικονίζει τη μεταφορά της κεφαλής του θύματος(δευτερεύουσα σκηνή, σύμφωνα με τη θεωρία της σκηνής του εγκλήματος). Έχει φιλοτεχνηθεί από Sandro Botticelliκαι επιγράφεται: Η επιστροφή της Ιουδήθ, 1470-1742 [Eικόνα1]. Άλλος πίνακας του καλλιτέχνη που πραγματεύεται το ίδιο θέμα παρουσιάζει τη σκηνή του εγκλήματος με το ακέφαλο σώμα του θύματος [Εικόνα 2]. Και οι δύο πίνακες απεικονίζουν διαφορετικές σκηνές και ως εκ τούτου στιγμές του ίδιου εγκλήματος.

Εικόνα 1,2:SandroBotticelli, Η επιστροφή της Ιουδήθ, 1470-1472, Η ανεύρεση του σώματος του Ολοφέρνη, 1470 περ.

Η Artemisia Gentileschi στον πίνακα: Ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη [Εικόνα 3] απεικονίζει με έντονο τρόπο το στοιχείο της βίας στη σκηνή του εγκλήματος, η οποία τονίζεται ιδιαίτερα μέσα από τον τρόπο που επιχειρείται ο αποκεφαλισμός, την έκφραση του προσώπου τόσο της Ιουδήθ όσο και του Ολοφέρνηπου παλεύει για τη ζωή του.

Εικόνα 3:Artemisia Gentileschi, Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη, 1614-1620

Ομοίως και οι άλλοι δύο πίνακες [Εικόνα 4,5] φέρουν στο κέντρο τους τον αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη και την έκφραση πόνου που αποτυπώνεται στην όψη του. Μέρος του σκηνικού είναι η υπερήλικη και με εμφανείς βαθιές ρυτίδες υπηρέτρια της Ιουδήθ-ως ένα πρόσωπο που φέρεται να είναι είτεαπό άλλο κόσμο ή του ‘άλλου κόσμου’. Η Ιουδήθ εμφανίζεται πολύ διαφορετική σε κάθε πίνακα. Στον από αριστερά πίνακα, φαίνεται ότι εκτελεί την πράξη της σκεπτική μεν ψύχραιμη δε, αποστρέφοντας το βλέμμα της προς άλλη κατεύθυνση και συγκεκριμένα ‘εκτός σκηνής’. Στο δεύτερο πίνακα από τα αριστερά η Ιουδήθ εκτελεί την πράξη, διατηρώντας μια έκφραση που αποτυπώνει αμηχανία, δυσκολία ίσως και αποστροφή, εστιάζοντας στο κέντρο της σκηνής.

Eικόνα 4,5 Caravaggio Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη1598–1599, 1606–1607 (αποδίδεται στον Caravaggio)

Στο πίνακα του Goya [Εικόνα 6] η Ιουδήθ αναπαρίσταται απόκοσμη και βίαιη. Την εποχή εκείνη τα επαναστατικά κινήματα εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη και η Ιουδήθ προσλαμβάνεται ως πολιτική φιγούρα. Ειδικότερα, στην Ισπανία, επιχείρησαν στις αρχές του 19ου αιώνα να απελευθερωθούν από τις δυνάμεις του Ναπολέοντα και η Ισπανία να διεκδικήσει την αυτονομία της. Η σκηνή του εγκλήματος σκοτεινιάζει, το μεγαλείο και ο πλούτος έχουν εξαφανισθεί μαζί με τον Ολοφέρνη και η Ιουδήθ μοιάζει σαν εναντιωμένη αλλά κι απελπισμένη να υψώνει με τη φτωχική της φιγούρα ένα μαχαίρι εξεγειρόμενη απέναντι σε ποιον;

Eικόνα 6: FranciscoGoya (αποδίδεται) Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη (1819-1823)

Τον 20ο αιώνα η Ιουδήθ αναπαρίσταται από τον G.Klimt (Εικόνα 7,8] ως μία femme fatale, η οποία κυριαρχεί και κατ’ ουσίαν μονοπωλεί την σκηνή του εγκλήματος. Η κεφαλή  του Ολοφέρνη στο περιθώριο του πίνακα ή μισοκρυμμένη στο ‘βιβλικό’ σακούλι σχεδόν αποκρύπτεται μέσααπό την πολυχρωμία του πίνακα και τον διάχυτο εικαστικό αισθησιασμό της Ιουδήθ, είτε αυτή κοιτά τον θεατή είτε όχι. Στην πρώτη εικόνα η Ιουδήθ είναι σαν να χαϊδεύει το κεφάλι του Ολοφέρνη, ενώ στη δεύτερη φαίνεται ότι με ένταση ‘σύρει από  τα μαλλιά’ την κεφαλή του.Ο Klimt και στις δύο απεικονίσεις τονίζει τη ‘γυναικεία’ μοιραία ταυτότητα της ηρωϊδας – δράστριας.

Εικόνα7,8 Gustav Klimt Ιουδήθ Ι & Ιουδήθ ΙΙ, 1901

Ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ καλλιτεχνήθηκε και από Έλληνες κλασικούς ζωγράφους [Εικόνα 9,10]. Στον πρώτο πίνακα από αριστερά που φιλοτεχνήθηκε από τον Ν. Γύζη η σκηνή του εγκλήματος δεν έχει ακόμα επέλθει, αναμένεται με δισταγμό και σκεπτικισμό από πλευράς Ιουδήθ, ενώ στο δεύτερο πίνακα από αριστερά η Ιουδή θήρεμη εναποθέτει, σχεδόν ανέκφραστα, την κεφαλή εντός του βιβλικού σάκου.

Εικόνα 9,10: Ν. Γύζης, Ιουδήθ και Ολοφέρνης, 1899-1900, Ν. Κουνελάκης, Ιουδήθ και Ολοφέρνης, 1865-1867

Μία από τις σύγχρονες ελληνικές απεικονίσεις της Ιουδήθ καλλιτέχνησε η Βάνα Ξένου [Εικόνα 11].Εδώ η σκηνή του εγκλήματος φαίνεται να αποδομείται πλήρως. Από τη προηγούμενη βιβλική πρόσληψη και απεικόνιση του συμβάντος του αποκεφαλισμού οδηγούμαστε στην αποδόμηση της μορφής και στη διάρρηξη του νοήματος. Το νόημα διανοίγεται στην πολλαπλότητα των ερμηνειών και η σκηνή του εγκλήματος θαμπώνει και υποχωρείμπροστά στην ενδεχομενικότητά της, το άπειρο της ύπαρξης και του βιώματος, την πρωτοκαθεδρία του σημαινόμενου. Στο σημείο αυτό πλέον μπορούμε να πούμε ότι αλλάζει το παράδειγμα[29].

Εικόνα 11:Βάνα Ξένου, Ιουδήθ και Ολοφέρνης

Στη ζωγραφική και στις άλλες μορφές τέχνης όπως ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, η σκηνή της τέχνης επιφυλάσσει για τη σκηνή του εγκλήματος πολλές διαφορετικές εκδοχές και αναπαραστάσεις. Το ‘καθαρό΄ / ‘αντικειμενικό’ συμβάν (π.χ. ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ) χάνεται μέσα από τη μίμηση και εκ των πραγμάτων είναι δύσκολο να ανευρεθεί ως είχε, αντίθετα μεταβάλλεται και επανερμηνεύεται πολλαπλώς.Υπάρχει, όμως, ένακοινό σημείο που διατρέχει τις εικαστικές αποτυπώσεις του συμβάντος και αυτό είναι η σιωπή, καθώς σε αντιδιαστολή προς τη δύναμη η βία είναι βουβή: αρχίζει εκεί όπου σταματάει ο λόγος[30]. Τα ανωτέρω ζωγραφικά έργα μπορούν, επίσης, να διακριθούν μεταξύ προσκηνίου και παρασκηνίου: «οι συνθήκες προσκηνίου που επιδρούν στο νόημα που έχει το έργο για τον δράστη αποτελούν την ατομική συνείδηση και συνδυάζονται με ατομικές διεργασίες. Αυτές οι συνθήκες έχουν περισσότερη σημασία γιατί αποκαλύπτουν τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό του δράστη κατά τη στιγμή του εγκλήματος. Οι συνθήκες παρασκηνίου συνδέονται με παράγοντες όπως η κοινωνική τάξη, το φύλο κ.λπ. και θεωρούνται λιγότερο σημαντικές»[31].

Tελικά, όμως, τι είναι η Ιουδήθ;

Είναι η Ιουδήθ εκείνη που θέτει το αίτημα, το βίαιο αίτημα ενός λαού για ελευθερία και αυτονομία; Είναι η γυναίκα που με την πίστη της στο θεό απελευθερώνει διά του εγκλήματος ή είναι εκείνη που ‘δίχως θεό’ διεκδικεί το δίκιο μιας ολόκληρης κοινωνίας;

Εξαρτάται από τον ορισμό που κάθε φορά δίνουμε στην κατάσταση. Το κρίσιμο είναι ποια ‘ορίζει’ τον ορισμό, δηλαδή, ποια έχει τη δύναμη να ορίσει κάθε φορά το νόημα που αποδίδεται σε μία κατάσταση και, στη συνέχεια, να το σημασιοδοτήσει ως προφανές και λογικό, ή διαφορετικά να δημιουργήσει τους όρους της επικράτησής του.

Το έργο τέχνης είναι πάντα ανοικτό απέναντι στην κατανόηση, περιέχει εγγενώς μια αθόρυβη αμφισημία και το νόημά του μεταπλάσσεται ανά τους αιώνες, ενώ η επιστήμη με τη μέθοδό της επιχειρεί να τιθασεύσει τα πραγματικά περιστατικά για να συνάγει τις περιστάσεις, τους προσδιοριστικούς παράγοντες, τις διαδικασίες εγκληματοποίησης, να διατυπώσει τις προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής και πολλά άλλα ακόμη. Και οι δύο όμως, τέχνη και επιστήμη, συναποτελούν όψεις μιας κοινωνίας που διακαώς επιθυμεί άλλοτε να κατανοήσει, ενίοτε να ελέγξει, συχνά και τα δύο μαζί, αυτό που συμβαίνει. Να σκεφθεί και να (ανα)στοχασθεί. Οι ‘λόγοι’ της επιστήμης και της τέχνηςαν και συχνά δεν θεωρούνται ισότιμοι μεταξύ τουςείναι  πάντα παρόντες πάνω στην ‘σκηνή’ της κοινωνίας και ο καθένας μέσααπό ένα παιχνίδι αποπλάνησης, επιχειρεί να ‘διαχειρισθεί τις εντυπώσεις’[32].

Συμπερασματικά – η ‘σκηνή’ της εγκληματολογίας

Οι διαφορετικές καλλιτεχνικές απεικονίσεις ενός συγκεκριμένου εγκλήματος-ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ- βασιζόμενες στην αναλυτική περιγραφή που ευρίσκεται στο βιβλικό κείμενο, αναδεικνύουν υπό το πρίσμα μιας εγκληματολογικής μεταφοράς, τις επιμέρους ‘εικόνες’ εγκλήματος που παράγονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια.

Η σκηνή της τέχνης, εν προκειμένω, τον καμβά της οποίας διαποτίζει η σκηνή του εγκλήματος, μεταφέρει κάθε φορά ένα διαφορετικό νόημα που εκφράζεται ποικιλοτρόπως: μίσος, φόβος, δισταγμός, γενναιότητα, ηδονισμός, εξέγερση κ.λπ. και στο οποίο μετέχουν  ή όχι ως αναπαριστώμενοι η δράστρια, το θύμα, η συνένοχος, σε χώρους άλλοτε φυσικούς άλλοτε τεχνικούς, οπωσδήποτε όμως κοινωνικούς. Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνούντες της τέχνης, ο αναγνώστης, ο θεατής, επενδύουν το έργο τέχνης με το δικό τους νόημα. Οι πίνακες ζωγραφικής είναι ‘εκεί’ από πολύ παλιά και από πολύ πρόσφατα και κάθε φορά (επαν)ερμηνεύονται, όπως συμβαίνει με τα κοινωνικά γεγονότα (έγκλημα και  κοινωνικός έλεγχος).

Η πολιτισμική εγκληματολογία επιχειρεί να τονίσει ακριβώς αυτή τη μεταβλητότητα του νοήματος και να δείξει πώς το έγκλημα και ο έλεγχός του αναπαρίστανται, κατανοούνται και ερμηνεύονται μέσα από τον πολιτισμό και τα προϊόντα του. Η πολιτισμική εγκληματολογία ίσως, λοιπόν, ενδύεται ‘επί σκηνής’ με το νόημα ενός νέου υποδείγματος που αναδεικνύει ποια είναι η ιεράρχηση στο εσωτερικό του εγκληματολογικού λόγου και ποιο είναι κάθε φορά το νόημα που κυριαρχεί για το έγκλημα και τον έλεγχό του. Η πολιτισμική εγκληματολογία ίσως να μην προβαίνει σε προτάσεις αντεγκληματικής πολιτικής, όπως επισημαίνει, ασκώντας κριτική, ο Newburn[33], ο λόγος της (discourse) όμως διανοίγεται απέναντι στο βεμπεριανό verstehen και (προ)καλεί τον μελετητή να κάνει το ίδιο. Η πολιτισμική εγκληματολογία, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα[34] ή το corpus delicti(αποκεφαλισμένο σαν αυτό του Ολοφέρνη) εντός του corpus γνώσης της εγκληματολογίας, που ξαφνιάζει και προβληματίζει. Στην επιστημονική ‘σκηνή’ της μελέτης του εγκλήματος, δηλαδή, στη ’σκηνή’ της εγκληματολογίας η πολιτισμική εγκληματολογία αφήνει τα ίχνη της.

Σε κάθε περίπτωση, για τη διαφύλαξη της ‘σκηνής’ της εγκληματολογίας δεν χρειάζεται η αποκοπή της με ‘κίτρινη ταινία’ από τις άλλες επιστήμες / επιστημονικά παραδείγματα και η ατέρμονη αναμονή της έλευσης των ειδικών αλλά η συμπερίληψη σε αυτήν ‘συνεργών’, ‘υπόπτων’ και ‘άλλων περίεργων’, ικανών να προσκομίσουν τα δικά τους επιστημονικά ‘ίχνη’ με την ελπίδα ότι έτσι θα παραχθούν νέα. Eξάλλου, σύμφωνα με τη βασική αρχή του Γάλλου εγκληματολόγου E.Locard«κάθε επαφή αφήνει ίχνη»[35] στην ‘σκηνή’, σε κάθε σκηνή.

Ο Γιάννης Πανούσης ήδη από το 2004 αναφέρει ότι αυτό που λείπει είναι μια Φιλοσοφική Εγκληματολογία, δηλαδή μια θεωρία για το έγκλημα[36] και προσεγγίζει κριτικά αλλά και πληθυντικά την επιστήμη της Εγκληματολογίας, αναφερόμενος στις Εγκληματολογίες[37], αν και προτάσσει την από κοινού διαμόρφωση με όλους τους εγκληματολόγους, της σύγχρονης Μετα Εγκληματολογίας, θεωρώντας χρήσιμη την επικέντρωση σε «ερευνητικά εγκληματολογικά ερωτήματα προς-γείωσης[38].

Είθε τελικά η εγκληματολογία ως άλλη Ιουδήθ να μην αποκεφαλίσει  τον ‘Ολοφέρνη’ και να καταφέρει να αντιστρέψει πλήρως το νόημα. Να αποδεχθεί τον ‘άλλο’ χωρίς βία και ο Ολοφέρνης να προσέλθει ως συνομιλητής μέσα στις αέναες κοινωνικές μεταμορφώσεις της ανάγκης και της αλλαγής και όχι ως κατακτητής. Έτσι, ίσως και να αναδυθεί στη ‘σκηνή’ της εγκληματολογίας το τέλος των ‘εξαντλημένων’ θεωρητικών προσεγγίσεων, της παγίδευσης του επιστημονικού λόγου σε ‘ρητορικές’ προβλέψιμες και αναμενόμενες. Και τελικά να επιτευχθεί το ανέλπιδο: η αναμέτρηση με το φως ή / και το έρεβος των κειμένων, η συμπερίληψη των έκκεντρων λόγων, η ακηδεμόνευτη διεπιστημονική προσέγγιση, η αποφυγή της παρα-μόρφωσης που προκαλούν οι επιστημονικές αποσιωπήσεις.

Ας το σκεφθούμε. Ας το συζητήσουμε.

Edward Hopper, Νυχτερινά γεράκια, 1942

Αναστασία Χαλκιά, Κοινωνιολόγος, Δρ. Εγκληματολογίας, Διδάσκουσα, MasterProgramme, Πανεπιστήμιο Αθηνών / Πανεπιστήμιο Αιγαίου

* Φωτογραφία: Edward Hopper – Nighthawks “1942”, Wikimedia Commons
[1]M.Foucault, «Περί αλλοτινών χώρων – Ετεροτοπίες», Ομιλίες και Γραπτά 1984, Περί αλλοτινών χώρων (διάλεξη στη λέσχη αρχιτεκτονικών μελετών, 14 Μαρτίου 1967). Architecture, Mouvement, Continuité, τεύχος 5o, Οκτώβριος 1984, σσ.46-49, https://biennale1.thessalonikibiennale.gr/pdf/MICHEL_FOUCAULT_HETEROTOPIAS_GR.pdf

[2]Moore, T., Oυτοπία, (μτφρ. Βαρδάκη, Ν.),Ιάμβλιχος,Αθήνα, 2003.

[3]Σπινέλλη, Κ.Δ., Κουράκης, Ν.Ε., Κρανιδιώτη, Μ.Π. (Επιμ.), (2018). Λεξικό Εγκληματολογίας, Αθήνα: Τόπος, ο όρος crime scene αποδίδεται στην ελληνική γλώσσα ως τόπος τέλεσης εγκλήματος, σ.1043. Στο Ανδρουλάκης, Ν. Μαργαρίτης Λ., Φαρσεδάκης, Ιάκ. (Επιμ.), (2018). Λεξικό Νομικής Ορολογίας, Ποινικό Δίκαιο & Εγκληματολογία, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη υιοθετείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 16ΠΚ ο όρος τόπος τέλεσης πράξης, σ.601.

[4] Σπινέλλη, Κ.Δ., Κουράκης, Ν.Ε., Κρανιδιώτη, Μ.Π. (Επιμ.), (2018), όπ.π., σ.1043.

[5]Στο ίδιο, σ. 601.

[6] Πάπυρος – Larousse, Εικονογραφημένο εγκυκλοπαιδικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, λήμμα «σκηνή», Πάπυρος, Αθήνα, 2003, σ.1592.

[7]Χαλκιά, Α., «Σκέψεις για τη δόμηση και τη μελέτη των αντικειμένων έρευνας στην Εγκληματολογία», στο Κουράκης, Ν., Ζαραφωνίτου, Χ., Τσουραμάνης, Χρ., Χαϊνάς, Β. (Επιστ. Επιμ.) Εγκληματολογία: Διδασκαλία και έρευνα στην Ελλάδα, Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, Αθήνα-Κομοτηνή, Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2011, σσ. 105-133.

[8] Taylor, I., Walton, P., Young, P., The new criminology for a social theory of deviance, Routledge, London,1973.

[9]Ferrell, J., Hayward,K., Young, J. (eds), Cultural Criminology. Aninvitation, London, Sage, 2008, σ.2.

[10]Conquergood, D. “Rethinking ethnography: Towards a critical cultural politics”,Communication Monographs, 58:2, σσ.179-194:190, βλ. Ferrell, J., Hayward,K., Young, J. (eds), Cultural Criminology, όπ.π., σ.4.

[11]Ferrell, J., Hayward,K., Young, J. (eds), Cultural Criminology,όπ.π.,σ.177.

[12]Hughes, M., Kroehler, C., Κοινωνιολογία, (μτφρ.Χρηστίδης, Γ.), Αθήνα, Κριτική, 2014,σ.58.

[13]Λεμπέση, Μ. «ΤαινίεςεγκλημάτωνκαιΠολιτισμικήΕγκληματολογία», στο Τσουραμάνης, Χ., (Επιμ.)Το έγκλημα στη θεωρία, στην πραγματικότητα και στον κινηματογράφο, Αθήνα, 2010, σ. 157.

[14]Newburn, T., Criminology, New York, Routledge, 2017, σσ. 402-403.

[15]Ferrell, J., Hayward, K., Morrison, W., Presdee, M., “Fragments of a Manifesto introducing Cultural Criminology unleashed” στοFerrell, J., Hayward, K., Morrison, W., Presdee, M., (eds) Cultural Criminology unleashed, The GlassHouse Press, London, 2004, σ.4.

[16]Βλ. Ferrell, J., Hayward,K., Young, J. (eds), Cultural Criminology,όπ.π.,σ. 195, Young, J., The Criminological imagination, Polity Press, London.

[17]Cane, S. “The unconventional methods of cultural criminology”, Theoretical Criminology, 2004, 8(3):303-321.

[18] Hayward, K., Visual Criminology: cultural – criminology – style, Criminal Justice Matters, 2009, σσ.12-14.

[19]Βλ. Ferrell, J., Hayward,K., Young, J. (eds), Cultural Criminology,όπ.π.,σ. 199.

[20]Thomas, William. "The Definition of the Situation," Nathan R, (ed), in Self, Symbols, and Society: Classic Readings in Social Psychology, 2002, Lanham, MD: Rowman & Littlefield, σσ. 103-115.

[21]Κουκουτσάκη, Α., Εγκληματολογία και Πολιτισμική Εγκληματολογία, https://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2011/01/blog-post_31.html, 2011.

[22]Λεμπέση, Μ. «ΤαινίεςεγκλημάτωνκαιΠολιτισμικήΕγκληματολογία», στο Τσουραμάνης, Χ., ό.π.,2010, σ.161.

[23]Ο’Brien, M. “What is cultural about Cultural Criminology”, British Jοurnal of Criminology,(2005), 45, σσ. 599-612.

[24]Newburn, T., Criminology, όπ.π., σ. 222-223.

[25]http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Ioudith/Ioudith_kef.8-16.htm#kef.8

[26]Thiem, A. No Gendered Bodies without Queer Desires:Judith Butler and Biblical Gender Trouble, OTE 20/02, 2007, σσ.456-470.

[27] Στο ίδιο.

[28] Φαρσεδάκης, Ιάκ.,«Περί βίας – Προλεγόμενα’, Ελληνική Εταιρία Εγκληματολογίας, Α’ Πανελλήνιο Συνέδριο, Το Βίαιο έγκλημα στον 21ο αιώνα, Εγκληματολογία, 2017, σσ. 12-22.

[29]Βλ. Feyerabend,P., Ενάντια στη μέθοδο. Προβλήματα μεθόδου και εξέλιξης της επιστήμης, (μτφρ. Καυκάλας, Γ.), Αθήνα, Σύγχρονα Θέματα, 2006, Kuhn, T. H δομή των επιστημονικών επαναστάσεων, (μτφρ. Καλφας, Β. Γωργακόπουλος, Γ.), Αθήνα, Σύγχρονα Θέματα, 2004.

[30]Arendt,H.,Περί Βίας, Aθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 66.

[31]Katz,J.,Seductionsofcrime, 1988, όπως αναφέρεται στο Βιδάλη, Σ., Εισαγωγή στην Εγκληματολογία, Αθήνα, 2013, Νομική Βιβλιοθήκη σσ.244-245.

[32]Goffman, E., H παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή, (μτφρ. Γκόφρα, Μ.) Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2006.

[33]Newburn, T., Criminology, όπ.π.,σσ. 402-403

[34]Βλ. Derrida, J., Περί Γραμματολογίας, (μτφρ. Παπαγώργης, Κ.), Αθήνα, Γνώση, 1990.

[35]Βλ. Newton, M. The Encyclopedia of Crime Science Investigation, Infobase Publishing, New York, 2008, σ. 187, Petherick, W.A., Turvey, B., Ferguson, C. Forensic Criminology, Elsevier, London, 2010, σ. 25-29.

[36] Πανούσης, Γ., «Ο κύκλος των χαμένων εγκληματολογικών υποθέσεων. Περί εγκληματ(ι)ων λόγος και αντίλογος», Εγκληματολογικά-27, Αθήνα-Κομοτηνή, Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2004, σσ.23-34:25, Panoussis, Y., “Qu’estquelaCriminologie, στο Χαλκιά, Α., (Επιμ.) Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Ιάκωβο Φαρσεδάκη. Η σύγχρονη εγκληματικότητα, η αντιμετώπισή της και η Επιστήμη της Εγκληματολογίας, Τόμος ΙΙ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2011, σσ.2007-2013.

[37]Πανούσης, Γ., “QuovadisCriminologia”, στο Γεωργούλας, Σ., (επιμ.) Η Εγκληματολογία στην Ελλάδα σήμερα. Τιμητικός Τόμος για τον Στέργιο Αλεξιάδη, Αθήνα, Εκδ.ΚΨΜ, 2007, 62-72:62.

[38] Πανούση, Γ. «Ερευνητικά εγκληματολογικά ερωτήματα προς-γειώσης», ΠοινΔικ & Εγκληματολογία,2010, σσ. 18-19.