Yποκλοπές, κράτος δικαίου και ποινική δικονομία
Η υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων δεν αποτελεί ένα απλό ποινικό ζήτημα. Συνιστά, σε επίπεδο συνταγματικής τάξης και θεσμικής λειτουργίας, μία από τις σοβαρότερες δοκιμασίες της μεταπολιτευτικής περιόδου, ανάλογη με εκείνες που σε άλλες έννομες τάξεις έχουν χαρακτηριστεί ως «Watergate moments», δηλαδή ως στιγμές κορύφωσης της κρίσης εμπιστοσύνης στη νομιμότητα της κρατικής εξουσίας. Δεν αφορά μόνο την τέλεση ενδεχόμενων αξιόποινων πράξεων από συγκεκριμένα πρόσωπα. Αφορά, πρωτίστως, τη λειτουργική επάρκεια και αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών που οφείλουν να διερευνήσουν, να αξιολογήσουν και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να αποδώσουν ευθύνες – ποινικές, πολιτικές και θεσμικές – σε συμμόρφωση και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας για προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Amnesty International, 2026· Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2022· Samaras, 2022; Vogiatzoglou, 2023).
Η αρχειοθέτηση ως θεσμικό γεγονός
Η πρόσφατη αρχειοθέτηση της δικογραφίας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επαναφέρει με οξύ τρόπο το ζήτημα της σχέσης μεταξύ διακριτικής ευχέρειας της εισαγγελικής αρχής και υποχρέωσης πλήρους, αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης διερεύνησης. Στην ποινική διαδικασία, η αρχειοθέτηση δεν είναι ουδέτερη διοικητική πράξη. Συνιστά κρίση με βαρύ ουσιαστικό φορτίο, διότι στην πράξη καθορίζει αν μια υπόθεση θα οδηγηθεί σε περαιτέρω ανακριτική επεξεργασία ή αν θα αποστερηθεί οριστικά τη δυνατότητα διερεύνησης κρίσιμων αποδεικτικών δεδομένων, μολονότι η διεθνής εμπειρία στις υποθέσεις παράνομης επιτήρησης δείχνει ότι συχνά απαιτείται μακρόχρονη και σύνθετη αποδεικτική διαδικασία (Amnesty International, 2026· Van der Hulst & Neve, 2022).
Από εγκληματολογική σκοπιά, η αρχειοθέτηση σε αυτό το στάδιο παραπέμπει σε ένα φαινόμενο που καταγράφεται ως ατιμωρησία κατ’ αποτέλεσμα (de facto impunity): δεν πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένη ασυλία, αλλά για θεσμική αδράνεια ή ανεπαρκή εφαρμογή διαδικασιών που ισοδυναμεί με τυπική ατιμωρησία (Green & Ward, 2004· Rothe, 2009). Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: όταν η Πολιτεία διαθέτει τα δικονομικά εργαλεία αλλά δεν τα αξιοποιεί πλήρως, το έλλειμμα δεν εντοπίζεται στο νομοθετικό πλαίσιο αλλά στη θεσμική βούληση και στην ποιότητα των μηχανισμών εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου της εισαγγελικής λειτουργίας.
Εγκληματογενείς ασυμμετρίες και θεσμική αναποτελεσματικότητα
Η θεωρητική προσέγγιση των εγκληματογενών ασυμμετριών (criminogenic asymmetries) (Passas, 1998, 2001) προσφέρει ένα αναλυτικό πλαίσιο για την κατανόηση των δομικών συνθηκών υπό τις οποίες η παράνομη παρακολούθηση καθίσταται δυνατή. Οι ασυμμετρίες αυτές – οικονομικές, πολιτικές, νομικές και τεχνολογικές – δημιουργούν ευκαιρίες, κίνητρα και αλλοιώνουν τους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η ασυμμετρία μεταξύ της τεχνολογικής ικανότητας του κρατικού μηχανισμού (και ιδιωτικών εταιρειών που εμπορεύονται λογισμικά παρακολούθησης) και της ικανότητας των θιγόμενων πολιτών – ή ακόμη και των ίδιων των εποπτικών αρχών – να ανακαλύψουν, να τεκμηριώσουν και να αντιμετωπίσουν τις παραβιάσεις, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκληματογενούς ασυμμετρίας, αντίστοιχο με περιπτώσεις χρήσης spyware που έχουν αντιμετωπισθεί σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2022, 2023).
Ταυτόχρονα, η υπόθεση αναδεικνύει μια δεύτερη, εξίσου σημαντική ασυμμετρία: αυτή μεταξύ της πολιτικής ισχύος των φερόμενων ως εμπλεκόμενων και της θεσμικής ανεξαρτησίας των οργάνων δίωξης. Σε τέτοιο πλαίσιο, η αρχειοθέτηση μπορεί να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της δυσνομίας (dysnomie) (Passas, 2000), δηλαδή της αποδυνάμωσης των κανονιστικών πλαισίων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά ισχυρών παραγόντων. Η δυσνομία δεν σημαίνει απουσία κανόνων αλλά αδυναμία ή ασυνεπούς εφαρμογής τους στην πράξη, ιδίως όταν το αντικείμενο της έρευνας αγγίζει ισχυρά πολιτικά και διοικητικά κέντρα και όταν, παρά τις παρεμβάσεις ευρωπαϊκών οργάνων, οι θεσμοί εμφανίζονται περισσότερο προσηλωμένοι στη διαχείριση του πολιτικού κόστους παρά στην ουσιαστική ανάδειξη της αλήθειας (Business & Human Rights Resource Centre, 2023· Vogiatzoglou, 2023).
Ανοικτή δικογραφία, κλειστές πόρτες
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η αρχειοθέτηση φέρεται να έλαβε χώρα ενώ υπήρχαν νέες μηνύσεις υπό κατάθεση, πρόσθετα έγγραφα και πληροφοριακό υλικό που δεν είχαν ενσωματωθεί στη δικογραφία. Εφόσον τα δεδομένα αυτά αληθεύουν, τίθεται ζήτημα πληρότητας της προκαταρκτικής αξιολόγησης και, κατ’ επέκταση, ζήτημα συμβατότητας της σχετικής κρίσης με θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δικονομίας – ιδίως την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και την αρχή της αναλογικής αξιοποίησης όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων.
Παράλληλα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν περιορίστηκε σε μια στενή καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών για πλημμελήματα. Αντιθέτως, διέταξε τη διαβίβαση της δικογραφίας για διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών περαιτέρω προσώπων, καθώς και για την ενδεχόμενη τέλεση σοβαρότερων αδικημάτων – μεταξύ των οποίων η κατασκοπεία και η παράνομη παραγωγή, προμήθεια, διακίνηση και χρήση λογισμικών παρακολούθησης. Η δικαστική αυτή παραπομπή αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η πρωτοβάθμια κρίση αντιλήφθηκε την υπόθεση ως ιδιαίτερα σοβαρή και χρήζουσα περαιτέρω ποινικής διερεύνησης, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη ουσιαστικής και όχι τυπικής εποπτείας των εισαγγελικών επιλογών από τα ανώτερα δικαστικά όργανα και από ανεξάρτητες αρχές (Amnesty International, 2026· Van der Hulst & Neve, 2022).
Η σύγκρουση μεταξύ μιας δικαστικής απόφασης που ανοίγει την υπόθεση και μιας εισαγγελικής πράξης που την κλείνει είναι επώδυνη. Υπονομεύει τη συνοχή του ποινικού συστήματος και εγείρει ερωτήματα ως προς τον βαθμό θεσμικής ανεξαρτησίας κατά τη λήψη της απόφασης αρχειοθέτησης, ιδίως όταν η υπόθεση έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο κοινοβουλευτικής και ευρωπαϊκής διερεύνησης ως ζήτημα κράτους δικαίου (European Parliament, 2022, 2023· Business & Human Rights Resource Centre, 2023).
Η διασύνδεση νόμιμων–παράνομων παραγόντων
Η υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί εξ ορισμού πεδίο εφαρμογής της ανάλυσης της διασύνδεσης νόμιμων–παράνομων παραγόντων (legal–illegal actor interface) (Passas, 2002, 2003). Η παρακολούθηση επικοινωνιών μπορεί, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να είναι νόμιμη. Όταν όμως η νόμιμη δυνατότητα χρησιμοποιείται χωρίς τις απαιτούμενες εγγυήσεις, ή όταν ιδιωτικοί φορείς λειτουργούν ως υπεργολάβοι κρατικών υπηρεσιών σε γκρίζες ζώνες νομιμότητας, η διασύνδεση μεταξύ νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας γίνεται πεδίο εγκληματογένεσης.
Η τυπολογία τέτοιων διασυνδέσεων περιλαμβάνει περιπτώσεις όπου νόμιμες δομές και παράγοντες χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση παράνομων πρακτικών, αλλά και περιπτώσεις όπου η ίδια η κανονιστική αοριστία δημιουργεί χώρο για παραβατική συμπεριφορά (Passas, 2002, 2003). Η αγορά και χρήση λογισμικών τύπου Predator εμπίπτει ακριβώς σε αυτή τη λογική: μια τεχνολογία που εμπορεύεται ως εργαλείο νόμιμης παρακολούθησης, της οποίας η χρήση ωστόσο μπορεί να συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα ανάλογα με τον σκοπό, τον τρόπο και τον στόχο. Η σύγχρονη συζήτηση περί διεθνούς ρύθμισης των εταιρειών που αναπτύσσουν spyware, καθώς και των εξαγωγών τέτοιων τεχνολογιών, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη σημασία της ανάλυσης αυτής (Amnesty International, 2026· Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2022, 2023).
«Νόμιμα ανομήματα» και η δομική αποτυχία εποπτείας
Πέρα από τις ενδεχομένως παράνομες πράξεις, η υπόθεση αναδεικνύει ένα ακόμη ευρύτερο πρόβλημα που μπορεί να αποδοθεί ακριβέστερα μέσω της έννοιας «νόμιμων ανομημάτων» (lawful but awful) (Passas, 2005): πρακτικές που, ακόμη και αν δεν παραβιάζουν ρητά τον νόμο, προκαλούν σοβαρές βλάβες σε θεμελιώδη δικαιώματα, στην κοινωνία και στη δημοκρατική τάξη. Η νομική κάλυψη υπηρεσιών πληροφοριών μέσω ευρέων και αόριστων εξουσιοδοτήσεων, η θεσμική ανοχή στη χρήση τεχνολογιών μαζικής παρακολούθησης και η απουσία ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου αποτελούν παραδείγματα πρακτικών που μπορεί να βρίσκουν τυπικό νομικό έρεισμα αλλά παράγουν αποτελέσματα καταστροφικά για τα ατομικά δικαιώματα και τους δημοκρατικούς θεσμούς, όπως αναδεικνύεται και στη νομολογία διεθνών δικαστηρίων για μαζικές παρακολουθήσεις (European Court of Human Rights [ECtHR], 2021).
Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: εστιάζοντας αποκλειστικά στο ερώτημα «ποιος παρανόμησε», κινδυνεύουμε να παραβλέψουμε τη δομική αποτυχία εποπτείας που κατέστησε δυνατή ολόκληρη τη σειρά παραβιάσεων. Η εγκληματολογία δεν εξαντλείται στην αναζήτηση ατομικής ευθύνης – εξετάζει τις οργανωτικές, θεσμικές και δομικές συνθήκες που επιτρέπουν, διευκολύνουν ή ενθαρρύνουν παραβατικές πρακτικές (Kramer et al., 2002· Rothe & Friedrichs, 2006). Στο πεδίο της επιτήρησης, αυτές οι συνθήκες συνδέονται με την αρχιτεκτονική των πληροφοριακών συστημάτων, την κουλτούρα χρήσης δεδομένων και την κανονικοποίηση της επιτήρησης ως καθημερινής πρακτικής διακυβέρνησης (Brayne, 2020· Brescia, 2025· Lyon, 2018· Zuboff, 2020).
![]()
Κρατικό–εταιρικό έγκλημα: σύγκλιση δημόσιας εξουσίας και ιδιωτικών συμφερόντων
Η εμπλοκή ιδιωτικών εταιρειών στην ανάπτυξη, εμπορία και λειτουργία λογισμικών παρακολούθησης, σε συνεργασία ή τουλάχιστον με ανοχή κρατικών υπηρεσιών, τοποθετεί την υπόθεση σταθερά στο πεδίο του κρατικού–εταιρικού εγκλήματος (state-corporate crime) (Kramer & Michalowski, 1990; Passas et al., 2025). Το κρατικό–εταιρικό έγκλημα αποτελεί κατηγορία παραβατικότητας στην οποία η βλάβη προκύπτει από τη σύγκλιση κρατικής και ιδιωτικής δράσης – ούτε αποκλειστικά από κρατική κατάχρηση εξουσίας ούτε αμιγώς από εταιρική παρανομία, αλλά από τη συνέργεια και τη δομική αλληλεξάρτηση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών δρώντων.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αλυσίδα αυτή περιλαμβάνει, κατά τα διαθέσιμα δεδομένα, τον σχεδιασμό, την προμήθεια, την εγκατάσταση και τη χρήση λογισμικού παρακολούθησης – διεργασίες που προϋποθέτουν τόσο κρατική εξουσιοδότηση ή ανοχή όσο και εταιρική τεχνολογική και επιχειρηματική συμμετοχή. Η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου σε μεμονωμένα πρόσωπα, χωρίς εξέταση της θεσμικής αρχιτεκτονικής που τους παρείχε πρόσβαση, μέσα και κάλυψη, ούτε χωρίς διερεύνηση των διεθνών εταιρικών δομών, θυγατρικών και αλυσίδων υπεργολαβίας που συχνά χρησιμοποιούνται για να θολώσουν τα ίχνη ευθύνης και σαφούς δικαιοδοσίας (Amnesty International, 2026· Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2022, 2023· Vogiatzoglou, 2023).
Η κατασκοπεία ως ποινική πρόκληση
Η αναφορά στο ενδεχόμενο της κατασκοπείας επιβάλλει ιδιαίτερη αυστηρότητα στη διερεύνηση. Στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου, η στοιχειοθέτηση τέτοιου αδικήματος προϋποθέτει σαφή διαπίστωση: (α) της ύπαρξης προστατευόμενου απορρήτου, (β) της πρόσβασης σε αυτό και (γ) της ενδεχόμενης παράνομης κτήσης ή απόπειρας κτήσης του. Δεν αρκεί μια αφηρημένη ή προσεγγιστική κρίση. Απαιτείται εξαντλητική διερεύνηση, τεχνική αποτίμηση ψηφιακών ιχνών και πλήρης αξιοποίηση πραγματικών στοιχείων και πειστηρίων (Amnesty International, 2026· Van der Hulst & Neve, 2022).
Ο εισαγγελικός λειτουργός οφείλει, βάσει της αρχής της νομιμότητας, να αξιολογεί όχι μόνο το ήδη υπάρχον υλικό αλλά και την προοπτική άντλησης πρόσθετων στοιχείων – ιδίως όταν αυτά έχουν υποδειχθεί ως κρίσιμα και δυνητικώς καθοριστικά. Η αρχή της νομιμότητας δεν εξαντλείται στην τυπική αναγνώριση μιας διαδικαστικής οδού. Προϋποθέτει ενεργή, ουσιαστική και επίμονη διερεύνηση, συμβατή με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για αποτελεσματική έρευνα σε περιπτώσεις σοβαρών προσβολών θεμελιωδών δικαιωμάτων και επιτήρησης (ECtHR, 2021).
Αποτελεσματικότητα δικαιοσύνης και δημοκρατική νομιμοποίηση
Η αποτελεσματικότητα του ποινικού συστήματος δεν αξιολογείται μόνο με τον αριθμό των καταδικών, αλλά με τον βαθμό στον οποίο ο θεσμικός μηχανισμός ανταποκρίνεται ισότιμα σε υποθέσεις ανεξαρτήτως της ισχύος των εμπλεκόμενων (Chambliss, 1989· Sutherland, 1949). Η επιλεκτικότητα (selective enforcement) στην ποινική δίωξη – η αυστηρή αντιμετώπιση του κοινού εγκλήματος και η ελαστική μεταχείριση του κρατικο-επιχειρηματικού εγκλήματος – υπονομεύει τη δημόσια εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη περισσότερο από κάθε μεμονωμένο σκάνδαλο, ιδίως όταν η ασυνέπεια αυτή αναγνωρίζεται και σε διεθνές επίπεδο ως ένδειξη συστηματικών αδυναμιών κράτους δικαίου (Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2023).
Σε υποθέσεις τόσο θεσμικής σημασίας, η Δικαιοσύνη οφείλει όχι μόνο να είναι ανεξάρτητη, αλλά και να φαίνεται ως τέτοια μέσα από τις πράξεις της. Η αρχή αυτή, γνωστή και στο πλαίσιο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (justice must not only be done, but must also be seen to be done), αποκτά εδώ συγκεκριμένο περιεχόμενο: όταν η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι η υπόθεση οδηγήθηκε προς οριστικό κλείσιμο πριν ολοκληρωθεί η αποδεικτική της ωρίμανση, η εμπιστοσύνη και αξιοπιστία κλονίζονται. Είναι βαθύτατα θεσμικό πρόβλημα και άπτεται της αρχής της δίκαιης δίκης, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης του ποινικού συστήματος (ECtHR, 2021).
Κράτος δικαίου: η δοκιμασία έγκειται στην εφαρμογή του κανόνα
Η υπόθεση των υποκλοπών αναδεικνύει ότι το κράτος δικαίου δοκιμάζεται στον τρόπο κατά τον οποίο οι θεσμοί αντιδρούν όταν καλούνται να προστατεύσουν ανθρώπινα δικαιώματα. Μελέτες σχετικές με το κρατικό έγκλημα (state crime) (Green & Ward, 2004· Rothe, 2009) υπογραμμίζουν ότι η σοβαρότερη μορφή θεσμικής αποτυχίας είναι η αδυναμία αυτοδιόρθωσης – η απροθυμία του κρατικού μηχανισμού να ελέγξει τον εαυτό του. Στην ελληνική περίπτωση, οι διαπιστώσεις διεθνών οργανισμών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την υπόθεση Predator συνδέουν ευθέως την υπόθεση των υποκλοπών με το ζήτημα της συνολικής θεσμικής καταρράκωσης (Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2022, 2023).
Απολύτως αναγκαία λοιπόν είναι η πλήρης, ακηδεμόνευτη και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς προδικαστικές βεβαιότητες, χωρίς θεσμικές βιασύνες και χωρίς ερμηνευτικές εκπτώσεις, με σεβασμό στις συστάσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργάνων για διαφανείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου της επιτήρησης (Business & Human Rights Resource Centre, 2023· European Parliament, 2023).
Η τελική κρίση εξαρτάται τόσο από τις δικαστικές αποφάσεις όσο και από τη θεσμική τόλμη της Πολιτείας να αναζητήσει την ουσιαστική αλήθεια. Η χειρότερη βλάβη προέρχεται από τη θεσμική ανοχή που κανονικοποιεί συστηματική παραβατικότητα και προσβολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όταν η δυσνομία παγιώνεται και σοβαρές παρανομίες καθίστανται ανεξέλεγκτες, η κοινωνία αμφισβητεί την αυτοδιορθωτική ικανότητα του δημοκρατικού κράτους δικαίου – και σε αυτή τη δοκιμασία διακρίνεται η ουσιαστική δικαιοσύνη από την ατελή και υποκριτική απομίμησή της.
Ο Νίκος Πασσάς είναι Καθηγητής στο Northeastern University, School of Criminology and Criminal Justice
Βιβλιογραφία
Amnesty International. (2026, February 25). Greece “Predatorgate” convictions: Path towards accountability. https://www.amnesty.org/en/latest/news/2026/02/greece-spyware-scandal/
Brayne, S. (2020). Predict and surveil: Data, discretion, and the future of policing. Oxford University Press.
Brescia, R. (2025). The private is political : identity and democracy in the age of surveillance capitalism. New York: New York University Press.
Business & Human Rights Resource Centre. (2023). Illegal surveillance in Greece: PEGA report exposes abuse of spyware. https://www.business-humanrights.org/en/latest-news/illegal-surveillance-in-greece-pega-report-exposes-abuse-of-spyware/
Chambliss, W. J. (1989). State-organized crime. Criminology, 27(2), 183–208.
European Court of Human Rights. (2021). Big Brother Watch and Others v. the United Kingdom (Grand Chamber, Applications nos. 58170/13, 62322/14, 24960/15).
European Parliament. (2022). Greece’s Predatorgate (EPRS Briefing PE 733.637). European Parliamentary Research Service. https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/ATAG/2022/733637/EPRS_ATA(2022)733637_EN.pdf
European Parliament, Committee of Inquiry to Investigate the Use of Pegasus and Equivalent Surveillance Spyware (PEGA). (2023). Investigation of the use of Pegasus and equivalent surveillance spyware. European Parliamentary Research Service. https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/ATAG/2023/747923/EPRS_ATA(2023)747923_EN.pdf
Green, P., & Ward, T. (2004). State crime: Governments, violence and corruption. Pluto Press.
Human Rights Watch. (2026, March 1). Greek court finds spyware executives guilty. https://www.hrw.org/news/2026/03/02/greek-court-finds-spyware-executives-guilty
Kramer, R. C., & Michalowski, R. J. (1990, November). Toward an integrated theory of state-corporate crime [Paper presentation]. Annual Meeting of the American Society of Criminology.
Kramer, R. C., Michalowski, R. J., & Kauzlarich, D. (2002). The origins and development of the concept and theory of state-corporate crime. Crime & Delinquency, 48(2), 263–282.
Lyon, D. (2018). The culture of surveillance: Watching as a way of life. Polity.
Passas, N. (1998). Structural sources of international crime: Policy lessons from the BCCI affair. Crime, Law and Social Change, 30, 45–74.
Passas, N. (2000). Global anomie, dysnomie, and economic crime. Social Justice, 27(2), 16–44.
Passas, N. (2001). Globalization and transnational crime: Effects of criminogenic asymmetries. In P. Williams & D. Vlassis (Eds.), Combating transnational crime (pp. 15–26). Frank Cass.
Passas, N. (2002). Cross-border crime and the interface between legal and illegal actors. In P. van Duyne, K. von Lampe, & N. Passas (Eds.), Upperworld and underworld in cross-border crime (pp. 11–41). Wolf Legal Publishers.
Passas, N. (2003). Cross-border crime and the interface between legal and illegal actors. Security Journal, 16(1), 19–37.
Passas, N. (2005). Lawful but awful: “Legal corporate crimes.” Journal of Socio-Economics, 34(6), 771–786.
Passas, N., S. Georgoulas, C. Kouroutzas, & Paraskevopoulos, D. (2025). State-Corporate Crime, Systemic Risk, and Governance Failures in Mass Transportation: Insights from the Tempi Train Tragedy. Journal of Illicit Trade, Financial Crime and Compliance, 1, 89-105.
Rothe, D. L. (2009). State criminality: The crime of all crimes. Lexington Books.
Rothe, D. L., & Friedrichs, D. O. (2006). The state of the criminology of crimes of the state. Social Justice, 33(1), 147–161.
Samaras, G. (2022, November 8). Greece’s ‘Watergate’ explained: Why the European Parliament is investigating over a wiretapping scandal. The Conversation. https://doi.org/10.64628/AB.fed5q3skf
Sutherland, E. H. (1949). White collar crime. Dryden Press.
Van der Hulst, M., & Neve, R. (2022). Surveillance technologies and constitutional law. Journal of National Security Law & Policy, 13(2), 201–230.
Vermeulen, M., & Fazekas, M. (2021). State and surveillance: Accountability gaps in the use of intrusive technologies. International Journal of Human Rights, 25(10), 1683–1705.
Vogiatzoglou, M. (2023). Greek ‘Watergate’ and the political economy of spyware. Green European Journal. https://www.greeneuropeanjournal.eu/greek-watergate-behind-the-pegasus-spyware-scandal/
Zuboff, S. (2020). The age of surveillance capitalism : the fight for a human future at the new frontier of power. New York: PublicAffairs.

