Σχολική Βία και Εκφοβισμός στη Νέα Εκπαιδευτική Πραγματικότητα: Κριτική Προσέγγιση ενός Πολυσύνθετου Φαινομένου
Σύντομο εισαγωγικό σημείωμα: Η ενδοσχολική βία αποτελεί ένα πολύ σοβαρό φαινόμενο, με σύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις. Στο πλαίσιο των επιστημονικών δραστηριοτήτων του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος παρακολουθούμε την εξελικτική πορεία του φαινομένου και στόχος μας με το παρόν άρθρο είναι να φωτίσουμε πτυχές του σε μια εποχή με νέα δεδομένα. Είναι σαφές ότι οι εντάσεις, οι συγκρούσεις, οι επιθετικές και εκφοβιστικές συμπεριφορές απασχολούν διαχρονικά τον χώρο του σχολείου. Τα τελευταία χρόνια, όμως, διαπιστώνεται μια ποιοτική διαφοροποίηση που μας απασχολεί και είναι αναγκαίο να μελετηθεί σε βάθος.
Στοιχεία που μας προβληματίζουν σε ερευνητικό επίπεδο: Θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας εστιάζοντας στα στοιχεία που κυρίως μας προβληματίζουν σε ερευνητικό επίπεδο, τα οποία έχουμε συνοψίσει σε εννέα σημεία:
- Η μεγαλύτερη σκληρότητα και βιαιότητα στην εκδήλωση συμπεριφορών με δράστες και θύματα ανήλικα άτομα. Έχουν δει το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια περιστατικά ενδοσχολικής βίας που δημιουργούν ένα γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας σε μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς, όπως ενδεικτικά αναφέρουμε: υποθέσεις άγριων ξυλοδαρμών, μαχαιρωμάτων, ακόμα και κάψιμο ματιού με τσιγάρο σε βάρος ανήλικης μαθήτριας από συμμαθήτριά της έχει καταγραφεί σε σχολικό προαύλιο. Το σχολείο, όμως, θα έπρεπε να είναι ένας απόλυτα προστατευμένος χώρος για όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά.
- Η έκφραση συναισθηματικής απάθειας στον πόνο και τον εξευτελισμό του θύματος, τόσο από μαθητές που εκδηλώνουν αυτές τις βίαιες συμπεριφορές όσο και από μαθητές που είναι παρόντες ως αυτόπτες μάρτυρες των περιστατικών. Ειδικότερα, καταγράφονται περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αυτόπτες μάρτυρες όχι μόνο δεν αντιδρούν, προκειμένου να προστατεύσουν το άτομο που θυματοποιείται ή να ζητήσουν βοήθεια από κάποιον ενήλικο, αλλά, αντίθετα, ενισχύουν τις συγκεκριμένες συμπεριφορές τόσο με τον λόγο τους, παρακινώντας τα επιτιθέμενα άτομα να συνεχίσουν, όσο και με τις πράξεις τους, καταγράφοντας με τα κινητά τους τηλέφωνα τη βίαιη επίθεση. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δράστες αυτών των επιθέσεων δεν αντιλαμβάνονται ούτε τις ευθύνες ούτε τη σοβαρότητα των πράξεών τους, συγχέοντας ακόμα και τις έννοιες και φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίσουν σαν «πλάκα» πολύ βίαιες και σκληρές πράξεις.
- Το γεγονός ότι ανήλικα άτομα ενεργούν περισσότερο πλέον σε ομάδες και λιγότερο κατά μόνας. Aυτές οι επιθέσεις συνεπώς έχουν έντονο το στοιχείο της ανισότητας, καθώς ομάδες ενεργούν σε βάρος ενός ατόμου, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις και με τη χρήση επικίνδυνων μέσων (μαχαιριών, μπαλτάδων, δέσιμο με μονωτική ταινία κλπ.). Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται από εμπλεκόμενους, ακόμα και οι «άγραφοι νόμοι του δρόμου», που κάποτε είχαν ισχύ, σήμερα καταργούνται. Στο παρελθόν, δηλαδή, όταν ένα παιδί ήταν πεσμένο στο έδαφος, δεν θα το χτυπούσαν με τόση βιαιότητα τόσα πολλά άτομα, ακριβώς γιατί η ανισότητα δύναμης σε παρελθούσες εποχές γινόταν σεβαστή στο πλαίσιο των «άγραφων νόμων». Στη σημερινή εποχή οι εικόνες που καταγράφονται στα κινητά με επιθέσεις ανηλίκων σε σχολικά προαύλια, δρόμους και πλατείες είναι σοκαριστικές.
- Η εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας για την καταγραφή βίαιων περιστατικών στον χώρο του σχολείου και, στη συνέχεια, η διαπόμπευση του θύματος, με το να «ανεβαίνουν» τα βίντεο των επιθέσεων σε διάφορες διαδικτυακές πλατφόρμες. Άμεση συνέπεια αυτής της καταγραφής είναι να αναπαράγονται ταχύτατα στον διαδικτυακό κόσμο οι εικόνες της βίας και το παιδί που έχει θυματοποιηθεί να στιγματίζεται, ενώ θα έπρεπε να προστατεύονται τα προσωπικά του δεδομένα.
- Ο μιμητισμός των βίαιων πράξεων, η «ηρωοποίηση» των δραστών και η περιθωριοποίηση των ατόμων που θυματοποιούνται, με αποτέλεσμα τον επανατραυματισμό τους.
- Το γεγονός ότι δυσλειτουργικές συμπεριφορές που ξεκινούν από το σχολείο ενδέχεται να μεταφερθούν εκτός σχολείου και μάλιστα να κλιμακωθούν, να γίνουν ακόμα πιο βίαιες, επιθετικές και σκληρές.
- Η απαξίωση του σχολείου και του εκπαιδευτικού ρόλου τόσο από μέρος της μαθητικής κοινότητας όσο και από έναν αριθμό γονέων. Θεωρούμε αυτή την απαξιωτική στάση ως έναν ακόμη επιβαρυντικό παράγοντα στην όξυνση του φαινομένου. Επομένως, κρίνουμε πολύ σημαντική τη στάση που θα υιοθετήσουν οι γονείς απέναντι στο σχολείο και την εκπαιδευτική κοινότητα. Έχουν καταγραφεί και ακραία περιστατικά, με γονείς που έχουν επιτεθεί λεκτικά αλλά και σωματικά σε εκπαιδευτικούς και τα περιστατικά αυτά είναι ασφαλώς καταδικαστέα. Η ουσιαστική επικοινωνία και η εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Όπου απουσιάζει η επικοινωνία ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο δεν επιλύεται από τον εκπαιδευτικό, οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν στη Διεύθυνση του σχολείου ή στα αρμόδια όργανα, προκειμένου να αναφέρουν το περιστατικό ή να υποβάλουν καταγγελία. Δρόμοι υπάρχουν και η βία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μέσο επίλυσης διαφορών -αυτό πρέπει να καταστεί κατανοητό. Τα πρότυπα που δίνουν οι γονείς στα παιδιά τους -μέσα από τη δική τους στάση ζωής- οφείλουν να είναι θετικά, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά μιμούνται βίαιες συμπεριφορές των γονέων μέσω εκφοβιστιστικών συμπεριφορών σε βάρος συμμαθητών/τριών τους.
- Η προβληματική σχέση με το σχολείο ενός αριθμού μαθητών/τριών που υιοθετούν επιθετικές, εκφοβιστικές, ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές στον χώρο του σχολείου, αλλά και εκτός αυτού. Πρόκειται για μαθητές/τριες που μπορεί να κάνουν παρατεταμένες και αδικαιολόγητες απουσίες, να δείχνουν αδιαφορία για το σχολείο, να αποσύρονται σταδιακά από τις σχολικές δραστηριότητες και οι σχολικές τους επιδόσεις να είναι χαμηλές. Τα παιδιά αυτά βιώνουν μια διαρκή «σχολική αποτυχία», όπως χαρακτηρίζεται, με αποτέλεσμα να ματαιώνονται οι προσδοκίες τους, να νιώθουν ότι δεν έχουν χώρο στο σχολείο και να αναζητούν την αναγνώριση σε ομάδες που υιοθετούν εκφοβιστικές συμπεριφορές, εντός και εκτός σχολείου. Ειδικά εάν τα παιδιά αυτά νιώθουν ότι απορρίπτονται και από τους γονείς τους, τότε η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο δυσχερής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ανήλικος έχει ανάγκη υποστήριξης, ενθάρρυνσης και ενδυνάμωσης, για να πιστέψει στην προσωπική αξία του. Όπως, άλλωστε, αποκαλύπτεται μέσα από τη σκιαγράφηση του προφίλ ανήλικων παραβατών στη χώρα μας, πρόκειται για παιδιά που δεν έχουν μάθει να θέτουν στόχους, να πραγματοποιούν όνειρα, να έχουν όραμα και επιδιώξεις για την πρόοδο και την ανέλιξή τους. Τα παιδιά με το συγκεκριμένο προφίλ είναι πιο ευάλωτα στο να αναζητήσουν επιβεβαίωση σε βίαιες ομάδες ομηλίκων.
- Τέλος, μας απασχολεί η αύξηση επιθετικών και βίαιων συμπεριφορών από ανήλικα κορίτσια, την οποία πρέπει να εξετάσουμε πέρα από στερεοτυπικούς και παραμορφωτικούς καθρέπτες.
Μορφές βίας σε βάρος παιδιών: Όπως επισημαίνεται στην Εισαγωγή της Εθνικής Στρατηγικής για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025-2030, η βία αποτελεί ένα πολυδιάστατο, πολυπαραγοντικό και πολυσύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που εκδηλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της πραγματικότητας και εξελίσσεται στον χώρο και τον χρόνο.
Σήμερα, σχεδόν όλες οι μορφές βίας που πλήττουν τα παιδιά έχουν αναγνωριστεί και ρυθμιστεί σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Τα έννομα αγαθά που προστατεύονται είναι η ευημερία των παιδιών, η ομαλή σωματική και ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη, καθώς και το δικαίωμά τους να ζουν ασφαλή σε μια κοινωνία απαλλαγμένη από βία. Αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών είναι καθολικά και οικουμενικά, δεν υπόκεινται σε καμία διάκριση και αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Ωστόσο, το γενικότερο έλλειμμα ερευνών δεν μας επιτρέπει καμία εκτίμηση για τη συνολική έκταση, τη συχνότητα και τη διαχρονική εξέλιξη της βίας κατά των παιδιών στην Ελλάδα.
Ειδικά για την ενδοσχολική βία και τον εκφοβισμό τεκμαίρεται μείωση της έκτασης και της συχνότητας του φαινομένου από το 2010 - 2022. Για τη διαδικτυακή βία παρατηρείται αύξηση των κινδύνων του διαδικτύου που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, περιλαμβανομένου του διαδικτυακού εκφοβισμού και της παρενόχλησης.
Ορισμός «ενδοσχολικής βίας» και ανάλυση των θεμελιωδών πτυχών τους: Ας εξετάσουμε στο σημείο αυτό τον ορισμό της έννοιας της «ενδοσχολικής βίας», ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για το φαινόμενο, τις σύνθετες πτυχές και διαστάσεις του. Η έννοια γίνεται κατά κανόνα αντιληπτή ως «μία μορφή εχθρικής συμπεριφοράς που στόχο έχει τη θυματοποίηση ενός αδύναμου παιδιού». Ο όρος βέβαια «αδύναμο παιδί» είναι κατά την κρίση μας σχετικός και δύναται να διαφοροποιηθεί, ειδικά στη σημερινή εποχή. Άλλωστε, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ρόλοι «δράστη-θύματος» εναλλάσσονται (σε ορισμένες τουλάχιστον υποθέσεις) θεωρούμε αναγκαίο να εξετάζεται κάθε περίπτωση ξεχωριστά και με βάση τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά.
Διάκριση ενδοσχολικής βίας από ατυχή, μεμονωμένα περιστατικά: Από την άλλη πλευρά πρέπει να τονίσουμε ότι δεν συνιστά εκφοβιστική πράξη κάθε ενδοσχολική μορφή επιθετικότητας, καθώς υπάρχουν και ατυχή μεμονωμένα περιστατικά. Επομένως είναι σκόπιμο να αποφεύγονται οι γενικεύσεις και τα αβίαστα συμπεράσματα, προκειμένου να μην καλλιεργείται ηθικός πανικός και να μην υπάρχουν εννοιολογικές συγχύσεις. Η έννοια του εκφοβισμού εμπεριέχει σαφώς την «ανισότητα δύναμης», διότι όταν ένα παιδί συστηματικά θυματοποιείται από κάποιον δυνατότερο βρίσκεται σε μια άνιση σχέση. Να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι και η έννοια του «δυνατού» μπορεί να λάβει διαφορετικές νοηματικές αποχρώσεις, όπως δυνατότερος σωματικά ή ως προς τη δημοφιλία του ή ως προς την επιβολή του στους υπόλοιπους συμμαθητές κλπ. με αποτέλεσμα το παιδί που θυματοποιείται να καταλήγει να αισθάνεται περισσότερο αβοήθητο.
Άμεσος και έμμεσος εκφοβισμός: Σε άλλες μελέτες γίνεται μια αναλυτική διάκριση ανάμεσα σε μορφές άμεσου και έμμεσου εκφοβισμού. Ο άμεσος εκφοβισμός χαρακτηρίζεται από ανοιχτές επιθέσεις και ο έμμεσος αφορά περισσότερο σε συγκεκαλυμμένες συμπεριφορές, στις οποίες πρέπει να τονίσουμε ότι δεν δίνεται πάντα η δέουσα προσοχή. Μορφές έμμεσου εκφοβισμού είναι η περιθωριοποίηση, η αναπαραγωγή και διάδοση αρνητικών σχολίων με σκοπό τον διασυρμό, η απομόνωση και ο αποκλεισμός από παρέες και σχολικές δραστηριότητες οι οποίες προϋποθέτουν συνεργασία μεταξύ μαθητών και μαθητριών. Ασφαλώς και οι δύο μορφές εκφοβισμού είναι σοβαρές και ασκούν αρνητικές επιδράσεις στην καθημερινή ζωή του παιδιού που θυματοποιείται. Η ενσυναίσθηση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητη. Παραθέτοντας ένα ενδεικτικό παράδειγμα: όταν συστηματικά ένα παιδί απομονώνεται από τις υπόλοιπες παρέες στα διαλλείματα ή στις σχολικές εκδρομές είναι όχι μόνο σημαντικό αλλά κατά την άποψή μας επιβεβλημένο για τον εκπαιδευτικό να αφυπνίζεται, να κατανοεί τον συναισθηματικό πόνο που μπορεί να προκαλεί η μοναξιά σε αυτό το παιδί και να το βοηθά να ενταχθεί σε παρέες. Με άλλα λόγια, το σχολείο ως θεσμός πρέπει έχει και έναν υποστηρικτικό ρόλο, προκειμένου τα παιδιά να καλλιεργήσουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες και να μπορούν πιο εύκολα να εντάσσονται σε ομάδες ομηλίκων. Επίσης, οι μαθητές/τριες πρέπει να αναπτύξουν στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος τη σπουδαία έννοια της ενσυναίσθησης, ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα αδιαφορίας και απάθειας σε βάρος μαθητών/τριών που αποτελούν θύματα ενδοσχολικής βίας.
Το σύγχρονο πρόσωπο του «εκφοβισμού»: Είναι αναγκαίο να αναφερθούμε και στο σύγχρονο «πρόσωπο» θυματοποίησης που ασκείται διαδικτυακά ή μέσω κινητών τηλεφώνων. Ο εκφοβισμός με τη χρήση της τεχνολογίας (cyberbullying) ευνοείται από την ανωνυμία [1] και έτσι δύναται εύκολα να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δεδομένου ότι η χρήση της τεχνολογίας (πρωτίστως των κινητών) έχει περάσει πλέον και στους κόλπους του σχολείου, με τους μαθητές/τις μαθήτριες να χρησιμοποιούν εντός σχολικού περιβάλλοντος (στην τάξη, στις τουαλέτες του σχολείου, στο προαύλιο) κινητά τηλέφωνα, παρά τη σχετική νομοθεσία, αντιλαμβανόμαστε ότι ο διαδικτυακός εκφοβισμός είναι σε αρκετές υποθέσεις μέρος -και μάλιστα αναπόσπαστο- του σχολικού εκφοβισμού. Σε αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις βλέπουμε να ξεκινά από το σχολείο -με την καταγραφή για παράδειγμα του βίαιου περιστατικού σε κάποιον σχολικό χώρο- και εν συνεχεία με τον διασυρμό του θύματος σε κοινές διαδικτυακές ομάδες που έχουν δημιουργηθεί από μαθητές/τριες με σκοπό την επικοινωνία τους.
Σύμφωνα με την Καθηγήτρια Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Βασιλική Αρτινοπούλου, «ο ορισμός της σχολικής βίας είναι σχετικός και εξαρτάται από το ισχύον κάθε φορά κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο».
Ωστόσο, κατά την κ. Αρτινοπούλου, στοιχεία του ορισμού της σχολικής βίας είναι η επιβολή της βούλησης, η πρόκληση ζημίας ή βλάβης, κακομεταχείρισης ή κακοποίησης. Η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, λεκτική, κακοποίηση καθώς και ο βανδαλισμός αποτελούν τις κύριες μορφές της σχολικής βίας. Κατά την κ. Αρτινοπούλου, με κριτήριο τα άτομα ή τις ομάδες που εμπλέκονται στη σχολική βία, διακρίνουμε τις εξής μορφές βίας:
-βία μεταξύ των μαθητών/τριών,
-βία από τους μαθητές/τριες προς τους δασκάλους,
-βία από τους δασκάλους προς τους/τις μαθητές/τριες,
-βία μεταξύ των δασκάλων,
-βία μεταξύ δασκάλων και διευθυντών ή της διοίκησης του σχολείου» [2].
Η βία ως «στοιχείο» του τρόπου ζωής μας και η υποδόρια λειτουργία της: Ο Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας ΕΚΠΑ, Γιάννης Πανούσης έχει προβεί σε μια σημαντική επισήμανση για τη βία, στην οποία κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε: «Η βία έχει μπει στον πολιτισμό, αυτό είναι το πρόβλημά μας, και είναι υποδόρια η λειτουργία της» [3]. Ως εκ τούτου η βία μεταξύ ανηλίκων στο σχολικό περιβάλλον είναι αναγκαίο να προσεγγιστεί και υπό το πρίσμα του «τρόπου ζωής» (του lifestyle) αλλά και ως «τρόπου έκφρασης» για έναν τουλάχιστον αριθμό ανηλίκων. Πρόκειται για ανήλικους που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους και να τα εκφράσουν με μη επιθετικούς και βίαιους τρόπους, όπως μέσω επικοινωνίας και συνεργασίας.
Ο «σκοτεινός» αριθμός της βίας: Αξιοσημείωτο είναι ότι σύμφωνα με μελετητές σαφή εικόνα για τη σχολική βία στην Ελλάδα δεν έχουμε, παρά το μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον για το φαινόμενο [4]. Αυτό οφείλεται τόσο σε μεθοδολογικά προβλήματα που προκύπτουν κατά τη μελέτη του φαινομένου, όσο και σε ζητήματα προσδιορισμού όρων και εννοιών, αλλά και στο ότι υπάρχει ένας αριθμός περιστατικών που δεν καταγράφεται και είναι γνωστός ως «σκοτεινός» αριθμός. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουμε εάν είναι μικρό ή μεγάλο το μέγεθος του «σκοτεινού» αριθμού. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η σοβαρή πτυχή του φαινομένου οφείλουμε να εξετάσουμε τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αποσιώπηση των εν λόγω περιστατικών και να προσπαθήσουμε να τους περιορίσουμε.
Παράγοντες που συμβάλλουν στην αποσιώπηση περιστατικών και πώς θα τους περιορίσουμε:
- Πρώτον, δεν γίνονται αντιληπτά όλα τα περιστατικά, συνεπώς, ένας αριθμός αυτών αποσιωπάται. Άρα, στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ο σπουδαίος ρόλος της εκπαίδευσης και της ενημέρωσης της μαθητικής αλλά και της εκπαιδευτικής κοινότητας για τόσο σοβαρά ζητήματα, όπως είναι η ενδοσχολική βία.
- Δεύτερον, τα εμπλεκόμενα άτομα (θύματα, αυτόπτες μάρτυρες) δεν αναφέρουν όλα τα περιστατικά βίας για μια σειρά λόγων, όπως φόβο, ντροπή, για να μην τιμωρηθούν συμμαθητές/τριες, να μην κατηγορηθούν οι ίδιοι ως «καρφιά».
- Τρίτον, ακόμα και εκπαιδευτικοί που έχουν θυματοποιηθεί μπορεί να μην το αναφέρουν, γιατί δέχονται απειλές ή γιατί γενικότερα φοβούνται τις συνέπειες του να μιλήσουν ανοιχτά. Εδώ διαπιστώνουμε ότι παραμένει και στη σημερινή κοινωνία ένα θέμα ταμπού το να μιλήσουμε ελεύθερα και ανοιχτά για εκφοβιστικές συμπεριφορές σε σχολικά περιβάλλοντα και γι’ αυτό είναι σημαντικό τόσο η επιστημονική κοινότητα όσο και τα ΜΜΕ να διαδραματίσουν έναν θετικό ρόλο στο να αναδειχθεί εκτενέστερα το θέμα.
- Τέταρτον, εκπαιδευτικοί ή η Διεύθυνση του σχολείου ενδέχεται να αποφύγουν να καταγράψουν περιστατικά βίας που τους αναφέρονται για διάφορους λόγους, όπως για να μη στιγματιστεί το σχολείο, για να μην αμαυρωθεί η φήμη του, γιατί φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν από γονείς ή/και γιατί εκλαμβάνουν ως δική τους αδυναμία τη μη αποτελεσματική διαχείριση των εν λόγω περιστατικών [5].
Σημαντικές παράμετροι προς αξιολόγηση: Βάσει των προαναφερθέντων κρίνουμε σημαντικό να μελετηθεί το φαινόμενο λαμβάνοντας υπ’ όψιν, μεταξύ άλλων, τις εξής παραμέτρους:
- Κάθε σχολείο είναι ένας «ζωντανός οργανισμός», με διαφορετικό μαθητικό και εκπαιδευτικό πληθυσμό, με διαφορετική Διεύθυνση, ευρισκόμενο σε διαφορετικές περιοχές, επομένως με διαφορετική αλληλεπίδραση μεταξύ μαθητών/τριών και μεταξύ μαθητικής-εκπαιδευτικής κοινότητας, με διαφορετικά προβλήματα, ζητούμενα κλπ. Δεν μπορούμε συνεπώς να μιλήσουμε για τη σχολική βία ως «ενιαίο φαινόμενο», καθώς μπορεί να λαμβάνει από σχολείο σε σχολείο διαφορετικές εκφάνσεις. Σε κάποια σχολεία ενδέχεται να λαμβάνει πιο σκληρές διαστάσεις, σε κάποια άλλα να είναι πιο έντονη η άσκηση ψυχολογικής βίας, σε άλλα οι σχέσεις μεταξύ μαθητών/τριών και μαθητών-εκπαιδευτικών να είναι αρμονικές. Άρα, για να μελετηθεί σε βάθος πρέπει να γίνει μια πιο συστηματική «χαρτογράφηση» των σχολείων τόσο ανά περιοχές, όσο και με βάση ορισμένα καίριας σημασίας χαρακτηριστικά, π.χ. διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, ενώ και η διεξαγωγή επαναληπτικών ερευνών, σε μια κατά το δυνατόν σταθερή βάση, κρίνεται απαραίτητη για την πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του φαινομένου.
- Οι εκφοβιστικές συμπεριφορές που υιοθετούν ανήλικες μαθήτριες πρέπει να μελετηθούν σε βάθος και σε ξεχωριστές έρευνες σε σχέση με τη βία με δράστες ανήλικους μαθητές, καθώς διαπιστώνουμε ότι διαχρονικά η εγκληματολογική έρευνα εστιάζει κυρίως στους άνδρες και στα αγόρια, με συνέπεια να μη φωτίζονται επαρκώς τα ζητήματα που σχετίζονται με τα κορίτσια, με τους ειδικούς μάλιστα να κρούουν καμπανάκι κινδύνου για την αύξηση των επιθετικών και βίαιων συμπεριφορών από κορίτσια. Η Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Έφη Λαμπροπούλου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στη γράφουσα και η οποία δημοσιεύεται στο βιβλίο της υπό τον τίτλο Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους, επισημαίνει τα εξής: «Στην Ελλάδα εάν δεν αλλάξει κάτι στο δημόσιο σκηνικό, θα έχουμε περισσότερα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, περισσότερο οργανωμένη επιθετική συμπεριφορά, παράνομες πράξεις που έχουν σχέση με ναρκωτικές ουσίες και εξάπλωση της βίας στα κορίτσια» [6].
- Εξίσου σημαντικό να μελετηθούν εκτενέστερα οι εκφοβιστικές συμπεριφορές που αναπτύσσονται σε σχολικά περιβάλλονται και μεταφέρονται εκτός αυτού ανάμεσα σε αγόρια-κορίτσια στο πλαίσιο των συντροφικών τους σχέσεων στη διάρκεια της εφηβείας.
- Τέλος, τα σοβαρότατα κοινωνικά ζητήματα που έχουν άμεση συσχέτιση με το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας πρέπει να αναδειχθούν στην ολότητά τους και να δοθούν ολοκληρωμένες απαντήσεις για την πιο αποτελεσματική διαχείρισή τους. Πιο συγκεκριμένα, όπως καθιστούν εμφανή τα πορίσματα ερευνών, παιδιά που υιοθετούν εκφοβιστικές και βίαιες συμπεριφορές αλλά και παιδιά που θυματοποιούνται δύναται να έχουν αποτελέσει και τα ίδια θύματα βίαιων συμπεριφορών στην οικογένειά τους. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να λάβουν την κατάλληλη καθοδήγηση όλοι οι γονείς στη σύγχρονη εποχή μέσω δωρεάν επιμορφώσεών τους από τους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας και να ενισχυθούν οι οικογένειες που είναι εκτεθειμένες σε πολλαπλούς κινδύνους.
Κατάθεση σκέψεων και προτάσεων: Συνοπτικά, η προσέγγιση του φαινομένου απαιτεί τη σε βάθος διερεύνησή του και -όπου χρειάζεται- την επέκταση της κοινωνικής μέριμνας και πρόνοιας για παιδιά που μεγαλώνουν σε ακατάλληλα και επικίνδυνα για τη σωματική και την ψυχική υγεία τους περιβάλλοντα. Το να «κουνάμε το δάχτυλο» εκ των υστέρων σε βάρος ανηλίκων δεν επιλύει το πρόβλημα αλλά μάλλον το επιδεινώνει, γιατί οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη αντίδραση και στοχοποίηση της ανηλικότητας. Το να φωτίσουμε όμως τα κοινωνικά προβλήματα που οδηγούν σε όξυνση των επιθετικών και βίαιων συμπεριφορών είναι ένα ουσιαστικό βήμα για την πιο αποτελεσματική διαχείριση και αντιμετώπιση του φαινομένου. Εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας επομένως το να νιώσει το κάθε παιδί ότι έχει αξία και ότι η μοναδικότητά του γίνεται αποδεκτή και σεβαστή στο σχολικό περιβάλλον, ακόμα κι αν οι σχολικές επιδόσεις του στα μαθήματα δεν είναι υψηλές.
Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να εστιάσουμε στο πώς το σχολείο μπορεί να δώσει πιο δημιουργικές διεξόδους σε μαθητές/τριες με διεγνωσμένες, σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες, όπως και σε μαθητές/τριες που έχουν διαφορετικές δεξιότητες και κλίσεις από όσες ζητά το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αξιοπρόσεκτο μάλιστα είναι ότι έρευνες τονίζουν τη στενή σχέση μεταξύ «σχολικής αποτυχίας» και παραβατικότητας [7], δηλαδή προχωρούν και πέρα από τη σχολική βία, όπως άλλωστε έχει δείξει και η σκιαγράφηση του προφίλ των ανήλικων παραβατών στη χώρα μας. Διαπιστώνουμε ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από όσο ενδεχομένως φαίνεται και καταλήγουμε στην ανάγκη να εστιάσουμε περισσότερο στο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα, δηλαδή στο σχολικό περιβάλλον και στις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, προκειμένου το σύγχρονο πολυπολιτισμικό σχολείο με τις διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο προφίλ του σύγχρονου μαθητικού πληθυσμού να αποκτήσει μια νέα και δημιουργική «πνοή».
Προτάσεις υλοποίησης στο σχολικό περιβάλλον:
- Αύξηση των εκστρατειών ενημέρωσης στα σχολεία για την ενδοσχολική βία και για επιμέρους ζητήματα, όπως τη χρήση της τεχνολογίας.
- Εποικοδομητικές συζητήσεις με ειδικούς, με ανταλλαγή απόψεων με την μαθητική και εκπαιδευτική κοινότητα.
- Αύξηση δημιουργικών δράσεων, εργασιών (projects), θεατρικών και μουσικών παραστάσεων, εικαστικών δρώμενων, αθλητικών αγώνων που θα δίνουν στην πράξη περισσότερες ευκαιρίες στους μαθητές και τις μαθήτριες να έρθουν πιο κοντά και να θέσουν κοινούς στόχους, μαθαίνοντας παράλληλα πώς να συνεργάζονται αρμονικά και εποικοδομητικά για την επίτευξη κοινών στόχων.
- Ενίσχυση του λόγου του μαθητικού πληθυσμού. Να δοθεί, δηλαδή, περισσότερο ο λόγος στη μαθητική κοινότητα μέσω των μαθητικών συμβουλίων τους, που είναι σκόπιμο να αποκτήσουν έναν πιο ενεργό ρόλο ως προς το να επιλύονται οι εντάσεις με έναν ειρηνικό τρόπο, προτού κλιμακωθούν και προτού γίνουν βίαιες συγκρούσεις.
- Εφαρμογή από τα σχολεία πρωτοκόλλων διαχείρισης περιστατικών, προκειμένου να αισθάνεται ασφαλής και η μαθητική και η εκπαιδευτική κοινότητα. Έχουν δει το φως της δημοσιότητας σοκαριστικά βίντεο μέσα από τάξεις, όπου μαθητές τραμπουκίζουν συμμαθητές αλλά και εκπαιδευτικούς. Είναι συνεπώς επιβεβλημένο, κατά την κρίση μας, να υπάρχουν πρωτόκολλα διαχείρισης περιστατικών, ώστε να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί πώς πρέπει να διαχειριστούν έκτακτα περιστατικά και ποια είναι τα βήματα που πρέπει να κάνουν για να μην τεθεί σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα και η ψυχική υγεία των παιδιών αλλά και οι ίδιοι να είναι ασφαλείς, καθώς δυστυχώς σε αρκετές από αυτές τις υποθέσεις το στοιχείο της βίας είναι πολύ έντονο.
Προτάσεις υλοποίησης από τα ΜΜΕ:
- Ανάδειξη από τα ΜΜΕ καλών πρακτικών που εφαρμόζονται σε σχολεία με θετικά αποτελέσματα για την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας. Με θλίψη μας διαπιστώνουμε ότι οι αναφορές για την ανηλικότητα στον δημοσιογραφικό λόγο είναι κυρίως με αρνητικό πρόσημο. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη, η θετική και ελπιδοφόρα που μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση. Ενδεικτική μας πρόταση είναι σε όλες τις ενημερωτικές εκπομπές και τα δελτία ειδήσεων να προβάλλεται καθημερινά το θετικό παράδειγμα ανηλίκων και νεαρών ενηλίκων που έχουν επιτύχει σημαντικούς στόχους και σπουδαία επιτεύγματα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η νεολαία έχει άλλωστε ανάγκη από θετικά και δυναμικά πρότυπα, επομένως είναι σημαντικό η οικογένεια, το σχολείο και τα ΜΜΕ να προβάλλουν αυτά τα πρότυπα.
- Ανάδειξη από τα ΜΜΕ καίριων ζητημάτων για την ανηλικότητα και κυρίως για την εφηβεία, όπως είναι η χρήση ουσιών, οι διαδικτυακές εξαρτήσεις, ο ρόλος της κοινωνικής μέριμνας για ανήλικα άτομα που μεγαλώνουν σε δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα ή σε ιδρυματικά περιβάλλοντα κλπ.
- Περισσότερες συζητήσεις στα πάνελ ενημερωτικών εκπομπών για το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού σε έναν κόσμο που αλλάζει, αλλά -αναγκαία προϋπόθεση- να αφιερωθεί ο κατάλληλος χρόνος για τη δημοσιογραφική κάλυψη τόσο σοβαρών ζητημάτων, ώστε οι ειδικοί να έχουν τον χώρο και τον χρόνο ανάπτυξης των επιστημονικών τους τοποθετήσεων και απόψεων και να μπορούν να απαντήσουν στα φλέγοντα ερωτήματα του κοινού.
Τελικό συμπέρασμα: Η καταπολέμηση της βίας ανηλίκων είναι σημαντικό να θεμελιωθεί σε ολοκληρωμένες προτάσεις που θα στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της παιδείας και του εκπαιδευτικού συστήματος, στην προαγωγή πολιτισμικών αξιών, στην ποιοτική αναβάθμιση των ΜΜΕ, αλλά και στην πολύπλευρη υποστήριξη των οικογενειών, ιδίως εκείνων που αντιμετωπίζουν σοβαρά και πολλαπλά προβλήματα, με δυσμενέστατες επιπτώσεις για την καθημερινότητα και τη μελλοντική πορεία ζωής των ανήλικων μελών τους.
Συνοψίζοντας, το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο. Το τελικό μας συμπέρασμα έγκειται στην επιτακτική ανάγκη να αναδειχθούν τα κοινωνικά ζητήματα που έχουν άμεση συνάρτηση με το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας και οδηγούν στην όξυνσή του στη σύγχρονη εποχή. Αναγκαία είναι επίσης η ενίσχυση του θεσμού του σχολείου, το οποίο οφείλει να παρακολουθεί στενά τις κοινωνικές εξελίξεις και να μη μένει αμέτοχο, αλλά να αποκτήσει έναν πιο ενεργό ρόλο στα τεκταινόμενα. Αντίστοιχα, τα ΜΜΕ οφείλουν να εστιάσουν στη βαθύτερη ενημέρωση του κοινού για τα εν λόγω ζητήματα και να προβάλλουν θετικά πρότυπα για τη νεολαία. Αξίζει να δώσουν τον λόγο σε επιστήμονες, αθλητές, επαγγελματίες κ.λπ. οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικά πρότυπα στη νέα γενιά, σε μια εποχή που μεταβάλλεται διαρκώς. Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της βίας ανηλίκων προϋποθέτει συλλογική ευθύνη, ενεργό ρόλο του σχολείου και της οικογένειας και προαγωγή θετικών προτύπων για τη νέα γενιά.
Βιβλιογραφικές Παραπομπές
[1] Παναγιωτάκη Μ. (2016) «Σχολική Βία και Εκφοβισμός: Ο ρόλος της ενσυναίσθησης» σε Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Νέστορα Κουράκη ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΣΕ ΕΠΟΧΗ ΚΡΙΣΗΣ, Αθήνα: Αντ.Ν. Σάκκουλας, διαθέσιμο και διαδικτυακά: Τιμητικός Τόμος Νέστορα Κουράκη – Crime in Crisis (crime-in-crisis.com). Για το συγκεκριμένο άρθρο, URL: Σχολική Βία και Εκφοβισμός: Ο ρόλος της ενσυναίσθησης - Crime in Crisis Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 19-3-2025.
[2] Αρτινοπούλου Β. (2001). Βία στο σχολείο: Έρευνες και πολιτικές στην Ευρώπη. Αθήνα: Μεταίχμιο, σ.13.
[3] Συνέντευξη Γ. Πανούση στην Άντα Κουγιά, στις 04/03/2022. Γιάννης Πανούσης | Η βία έχει μπει στον πολιτισμό, αυτό είναι το πρόβλημά μας, και είναι υποδόρια η λειτουργία της - Η Πόλη Ζει Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 19-11-2025.
[4] Θάνος Θ. (2020). «Μεθοδολογικά Ζητήματα στη Μελέτη της Σχολικής Βίας» σε Εγκληματολογία: Περίβλεπτον Αλεξίφωτον; Τιμητικός Τόμος για τον Ομότιμο Καθηγητή Γιάννη Πανούση, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, σελ. 179.
[5] Ό.π. σελ. 187.
[6] Καρδαρά Α. (2021). Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους. Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 598.
[7] Ντάβου Μ. (2020). «Σχολική Αποτυχία και Παραβατικότητα: Αναζητώντας το κοινό αίτημα δύο εμφανώς ασύνδετων φαινομένων» σε Εγκληματολογία: Περίβλεπτον Αλεξίφωτον; Τιμητικός Τόμος για τον Ομότιμο Καθηγητή Γιάννη Πανούση. Ό.π. σσ. 265-275.
Διαδικτυακές Πηγές
Ανήλικοι εγκληματίες: Όσα πρέπει να γνωρίζουμε - propago.gr
ΕΘΝΙΚΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ-ΓΙΑ-ΒΙΑ-κ-ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΑΝΗΛΙΚΩΝ.pdf
Ενδοσχολική βία: Παιδικές ψυχές μεταξύ μίσους και απάθειας - propago.gr
Η εικόνα του «ανήλικου παραβάτη» - propago.gr
Παιδιά θύτες και θύματα - Μπερδεύοντας την διασκέδαση με το έγκλημα - propago.gr
Αγγελική Καρδαρά, Επ. Υπεύθυνη Crime & Media Lab Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, Δρ. Τμήματος ΕΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογος, Συγγραφέας-Εισηγήτρια και Εκπαιδεύτρια E-Learning ΕΚΠΑ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο βασίζεται στην εισήγηση της γράφουσας στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδήλωσης με τίτλο «Η Ενδοσχολική Βία και ο Εκφοβισμός σε έναν Κόσμο που Αλλάζει», την οποία διοργάνωσε ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Τμήματος Ελληνικής Γλώσσας (ΤΕΓ) Στρασβούργου και πραγματοποιήθηκε στις 19-11-2025.
Το βίντεο της εκδήλωσης: https://www.youtube.com/live/aU__Z_DWU3c?si=sBC6DgnrLSgHDITs

