ΤΕΥΧΟΣ #24 ΙΟΥΝΙΟΣ 2026

Η αγορά των ναρκωτικών ουσιών στον νομό Αττικής και ο ρόλος της ΕΛ.ΑΣ., μία εγκληματολογική προσέγγιση

Βασίλειος Μαρκάκης, Μ.Α.
  1. Εισαγωγή

Η χρήση και η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών αποτελούν ένα δυσεπίλυτο και πολυδιάστατο πρόβλημα της κοινωνίας. Πρόκειται, στην ουσία, για ένα από τα κυριότερα κοινωνικά προβλήματα, καθώς εκτός από τον άμεσο αντίκτυπο που επιφέρει σε ατομικό επίπεδο δημιουργεί και παράπλευρες βλάβες σε κοινωνικό επίπεδο με έμμεσο τρόπο. Στον άμεσο αντίκτυπο εντάσσεται η επιδείνωση της υγείας και η θνησιμότητα των ατόμων που κάνουν χρήση, η περιθωριοποίηση παραγωγικών ατόμων και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στις περιοχές που διεξάγεται διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, ενώ στον έμμεσο οι βλάβες στο οικονομικό επίπεδο μιας περιοχής, στο περιβάλλον και φυσικά η ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος και ο καίριος ρόλος που διαδραματίζει, αυτή, στην ανάπτυξη φαινομένων διαφθοράς σε κρατικούς υπαλλήλους (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020:1).

Στη μελέτη, που παρουσιάζεται συνοπτικά σε αυτό το άρθρο (η αναλυτική έκδοση είναι διαθέσιμη σε μορφή pdf στο τέλος του κειμένου), θα αναλυθεί το ζήτημα βάσει δεδομένων που αντλήθηκαν από επίσημους φορείς, ενώ παράλληλα θα προσεγγισθεί ο ρόλος της αστυνομίας από μία εγκληματολογική οπτική ώστε να καταλήξουμε σε επιστημονικά συμπεράσματα και να προβούμε στις κατάλληλες προτάσεις, οι οποίες θα παρέχουν τα εχέγγυα στον κλάδο της αντεγκληματικής πολιτικής για την υιοθέτηση διορθωτικών πολιτικών με στόχο το ατομικό και κοινωνικό όφελος. Το βασικό ερώτημα της μελέτης είναι με ποιον τρόπο είναι εφικτό να περιοριστεί στο ελάχιστο ο άμεσος και έμμεσος αντίκτυπος, από τη διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών στην κοινωνία και πως δύναται να συνδράμει σε αυτή την κατεύθυνση η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛΑΣ);

  1. Μεθοδολογία και διαδικασία μελέτης

Η συγκεκριμένη μελέτη βασίστηκε τόσο σε ποιοτικά όσο και ποσοτικά δεδομένα και καταλήγει σε συμπεράσματα διεπιστημονικού χαρακτήρα, όπως επιτάσσει το θεματολόγιο και το σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά (2021-2025)(Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020:4).

Η ερευνητική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη είναι ένα είδος μετα-ανάλυσης, η οποία αποτελεί μια μέθοδο ανασκόπησης και αξιολόγησης ερευνών και βασίζεται στη στατιστική ενοποίηση και ανάλυση των ευρημάτων (Cook, 1992:4,5). Με βασικό περιορισμό ότι ερευνήθηκε μόνο η δήλη εγκληματικότητα και λαμβάνοντας υπόψη την σημασία του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας παρουσιάζεται η βασική προβληματική του θέματος. Ο σκοτεινός αριθμός εγκληματικότητας αποτελεί την περιοχή μεταξύ της πραγματικής έκτασης του εγκληματικού φαινομένου που μελετάμε και αυτού που καταγράφεται επίσημα στις στατιστικές (Κουφού, 2018:345).

Τα δεδομένα που επιλέχθηκαν αφορούν τα ευρήματά του Συντονιστικού Οργάνου Δίωξης Ναρκωτικών (ΣΟΔΝ), από τις επίσημες συλλήψεις και τα δελτία τύπου που εκδόθηκαν, για τα έτη 2022 έως τέλη του 2024 και αφορούν αποκλειστικά τον νομό Αττικής.

  1. Το πρόβλημα των ναρκωτικών στον νομό Αττικής

Η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης αποτελεί σταυροδρόμι διακίνησης ναρκωτικών, καθώς βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Συγχρόνως τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της χώρας, όπως για παράδειγμα η μεγάλη ακτογραμμή, τα πολλά νησιά και τα εκτεταμένα χερσαία σύνορα, παρέχουν τη «δυνατότητα» ευκολότερης εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στα επίδοξα εγκληματικά δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών (ΣΟΔΝ-ΕΜΠ, 2023:36). Στον νομό Αττικής έχουν την έδρα τους το μεγαλύτερο αεροδρόμιο και το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδος, για το λόγο αυτό συνιστά την κυρία οδό εισαγωγής ναρκωτικών στην Ελλάδα, με το μεγαλύτερο πρόβλημα να μετατοπίζεται στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας.

Ο κύριος όγκος ναρκωτικών εισέρχεται στην Ελλάδα σε μεγάλες ποσότητες, είτε κρυμμένος περίτεχνα ανάμεσα σε νόμιμα εμπορεύματα είτε με συγκεκαλυμμένη μεταφορά από φυσικά πρόσωπα, τροφοδοτώντας την εγχώρια αγορά ναρκωτικών (ΣΟΔΝ-ΕΜΠ, 2023:36). Η κατανόηση της χονδρικής αγοράς ναρκωτικών σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση του μοτίβου κατανάλωσης, στο οποίο τα τελευταία 20 έτη παρατηρείται μια τάση μείωσης στην κατανάλωση οπιοειδών και αύξησης των διεγερτικών ναρκωτικών (ΤΑ ΝΕΑ, 2024), αποτελεί βασική προϋπόθεση εξέτασης και χαρτογράφησης των χαρακτηριστικών της διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών στον νομό Αττικής. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν μια «ετεροτοπία» (Foucault,2012) λόγω της συνύπαρξης, στον ίδιο τόπο και χρόνο, «κανονικών» πολιτών με περιθωριοποιημένες ομάδες, όπως είναι αυτές των χρηστών, των dealers, των αστέγων, των εκδιδόμενων γυναικών κ.ά.

Η εφοδιαστική αλυσίδα ναρκωτικών στον νομό Αττικής, μετά την εισαγωγή των μεγάλων ποσοτήτων στη χώρα, διασπάται σε επιμέρους κομμάτια. Με αυτό τον τρόπο τα ναρκωτικά εμφανίζονται σε σπίτια «καβάτζες» ενώ ακολουθούν μικρότερες «καβάτζες» για να διασπώνται οι ποσότητες ναρκωτικών και να διανέμονται από εκεί στους χρήστες, από τα μέλη εγκληματικών οργανώσεων με διάφορους τρόπους στις άτυπες αγορές, όπως προκύπτει από τις συλλήψεις της ΕΛΑΣ. Οι συχνότεροι τρόποι είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών με αυτοκίνητα ή μηχανάκια αλλά δεν λείπουν και οι ευφάνταστοι τρόποι όπως είναι της διανομής με delivery ή ακόμα και με ηλεκτρονικά πατίνια. Πολύ συχνά οι αρχές εντοπίζουν ναρκωτικά σε ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες μηχανοκίνητων μέσων, αλλά ακόμα και σε ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ, σχάρες αποχέτευσης, εγκαταλελειμμένα οχήματα ή ακόμα και σε οχήματα σταθμευμένα σε πάρκινγκ άσχετων με την εγκληματική ομάδα ατόμων. Οι πιάτσες των ναρκωτικών προσαρμόζονται σύμφωνα με τις κοινωνικοοικονομικές μεταβολές των περιοχών, ωστόσο κάποιες από αυτές παρατηρήθηκε ότι επιμένουν να υφίστανται διαχρονικά.

Πίνακας 1

Ειδικότερα το τρίγωνο που σχηματίζεται από την πλατεία Βάθης έως την πλατεία Ομονοίας και το Μεταξουργείο, περικλείει δρόμους που αποτελούν τις πιο διαχρονικές πιάτσες μικρo-διακίνησης ναρκωτικών σε χρήστες. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι οι οδοί: Ιεροθέου, Καρόλου, Νικηφόρου και Ακομνηνάτου στις οποίες συνυπάρχουν διακινητές ναρκωτικών, τοξικοεξαρτημένοι και νομοταγείς πολίτες, οι οποίοι έρχονται σε συχνές συγκρούσεις σε μια περιοχή που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας.

Τον γεωγραφικό χάρτη των πιο γνωστών ανοιχτών αγορών του νομού συμπληρώνει πληθώρα οδών και πλατειών, οι οποίες είναι άμεσα και εύκολα προσβάσιμες από τους χρήστες, όπως φαίνεται και στον πίνακα 1 (με ελαφριά κόκκινη σκίαση το τρίγωνο της κεντρικής διακίνησης και με έντονη οι ανοιχτές πιάτσες). Αξιοσημείωτο είναι ότι στις ανοιχτές και γνώστες πιάτσες παρατηρείται πληθώρα τοξικοεξαρτημένων ατόμων ,τα οποία είναι στα όρια της κατάρρευσης αναζητώντας τη δόση τους σε διάφορα είδη ναρκωτικών ουσιών σε πολύ χαμηλές τιμές.


Εικ.1

Την αγορά ναρκωτικών ολοκληρώνουν οι κλειστές πιάτσες διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών, πρόκειται για ορισμένες επιχειρήσεις που κατά κανόνα λειτουργούν ως χώροι αναψυχής και σε συνδυασμό με την ανοχή στη χρήση και μικρο-διακίνηση ναρκωτικών ουσιών έχουν απώτερο στόχο το οικονομικό όφελος και την εξυπηρέτηση της κοινής κουλτούρας με τους εμπλεκόμενους. Σημαντική διαπίστωση για τις κλειστές πιάτσες, που προκύπτει από τη μελέτη, είναι η απουσία ελέγχων-συλλήψεων από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΛΑΣ καθώς καμία από τις εξετασθείσες περιπτώσεις δεν σχετίζεται με σύλληψη διακινητών σε χώρο διασκέδασης.

  1. Δεδομένα μετα-ανάλυσης

Κατά την έρευνα εξετάσθηκαν 451 περιπτώσεις συλλήψεων από την ΕΛΑΣ που όπως προαναφέρθηκε είναι βέβαιο ότι δεν αποτελούν το σύνολο του φαινομένου, από τις οποίες οι 125 αφορούν το έτος 2022, οι 167 το έτος 2023 και οι 159 το έτος 2024. Όπως παρατηρούμε τα ποσοστά των συλλήψεων που αφορούν παραβάσεις του νομικού πλαισίου κατά των ναρκωτικών έχουν μία αύξηση της τάξεως του 25% από το 2022 στο 2023 και μία μείωση της τάξεως του 5% από το 2023 στο 2024. Λόγω του ότι δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο γίνεται η επιλογή δημοσίευσής τους θα ασχοληθούμε με τα επιμέρους ποιοτικά στοιχεία, όπως είναι η εθνικότητα, το φύλο, το είδος της ναρκωτικής ουσίας και φυσικά την περιοχή. Συγκεντρωτικά ανευρέθηκαν τα στοιχεία που απεικονίζονται στους παρακάτω πίνακες:

Πίνακας 2

Πίνακας 3

Πίνακας 4

Πίνακας 5

Πίνακας 6

Από τους συγκεντρωτικούς πίνακες είμαστε σε θέση να πούμε ότι η χρήση και η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στο νομό Αττικής αποτελεί ένα δομικό φαινόμενο, καθώς οι διάφορες διακρίσεις δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσουν την εγκληματικότητα. Παρατηρείται μια έμφυλη ανισότητα όσον αφορά την καταγεγραμμένη εγκληματικότητα, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι κοινωνικά και έμφυλα κατασκευασμένη, καθώς οι έλεγχοι της αστυνομίας εστιάζουν σε πρότυπα επιθετικότητας, ρίσκου και δημόσιας παρουσίας τα οποία εκτοξεύουν την υπερεκπροσώπηση των αντρών στο ποινικοκατασταλτικό σύστημα. Στην ουσία οι θεσμικοί φορείς λειτουργούν ως μηχανισμός αναπαραγωγής των έμφυλων στερεοτύπων, καθώς η υπερεκπροσώπηση των ανδρών δεν αποτελεί απόδειξη εγγενούς εγκληματικότητας, αλλά στοχευμένη καταστολή και απουσία κατάλληλων αντεγκληματικών πολιτικών με βάση το φύλο. Από την μεριά της η κατανομή και το είδος των ναρκωτικών ουσιών που έχουν κατασχεθεί παρουσιάζουν και εστιάζουν μία προτεραιότητα στην ποινική καταστολή ενώ δεν αποτυπώνουν την επικινδυνότητα των ναρκωτικών ουσιών. Οι κατά πολύ μεγαλύτερες ποσότητες κάνναβης αντικατοπτρίζουν την χαμηλού κόστους και στρατηγικής αστυνόμευση και την εστίαση στον εύκολο εντοπισμό, καθώς στοχεύουν στα πιο ελέγξιμα ναρκωτικά αναπαράγοντας τις κοινωνικές ανισότητες και αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν τις δομικές αιτίες. Με τη σειρά του το διάγραμμα Pareto παρουσιάζει τη δυσαναλογία της αστυνόμευσης στον νομό Αττικής και τη συνεχιζόμενη καταστολή σε συγκεκριμένες περιοχές, η οποία αποτυπώνει την ετικετοποίηση των «επικίνδυνων» περιοχών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από φτώχεια, ανεργία και περιθωριοποιημένες δραστηριότητες ενισχύοντας τον στιγματισμό τους. Γενικότερα το ποινικοκατασταλτικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και δεν αποτελεί μέσο ουσιαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος για το λόγο αυτό η αντεγκληματική πολιτική οφείλει να μετατοπιστεί από την καταστολή στην πρόληψη και αποτροπή, τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και την κοινωνική επανένταξη.

  1. Συμπεράσματα

Η μελέτη που προηγήθηκε ανέλυσε και ανέδειξε ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών αποτελεί ένα κοινωνικό πρόβλημα και δεν αφορά μόνο μεμονωμένα άτομα της κοινωνίας. Ειδικότερα, όμως, για τη μελέτη με στόχο την καλύτερη και ασφαλέστερη εξαγωγή αποτελεσμάτων επιλέχθηκε ο νομός Αττικής ως περιοχή, τρία έτη που συνάδουν με το πρόγραμμα του τρέχοντος σχεδίου δράσης της ΕΕ και ως φορέας άντλησης δεδομένων το ΣΟΔΝ για προφανείς λόγους.

Στην Ελλάδα ο κύριος θεσμικός φορέας αντιμετώπισης του ζητήματος των ναρκωτικών είναι η ΕΛΑΣ. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά στην αντεγκληματική πολιτική, τον στόχο της και την προσέγγιση της επί του θέματος. Κατ’ αρχήν η αντεγκληματική πολιτική είναι ένα σύστημα αντιμετώπισης του εγκλήματος και η εγκληματολογική επιστήμη το κατατάσσει στα μέσα του κοινωνικού ελέγχου, ειδικότερα πρόκειται για τον τομέα δημοσίων πολιτικών που αναφέρεται σε ένα σύνθετο φάσμα εφαρμογών της εγκληματολογικής και της ποινικής θεωρίας (Βιδάλη, 2017:13). Στην Ελλάδα το ιδεολογικό πρότυπο αντεγκληματικής πολιτικής που κυριαρχεί είναι αυτό της άμυνας της κοινωνίας από το έγκλημα, σύμφωνα με το οποίο το έγκλημα εκλαμβάνεται ως προσβολή του κοινωνικού συμφέροντος και η αντεγκληματική πολιτική επιφορτίζεται με την άμυνα της κοινωνίας σε αυτήν την προσβολή (Βιδάλη, 2017:18). Το συγκεκριμένο ιδεολογικό πρότυπο επηρεασμένο από την κλασική και θετικιστική σχολή της εγκληματολογικής επιστήμης θεωρεί ότι υπάρχει ωφελιμιστική βάση στη διάπραξη εγκλημάτων, το έγκλημα οφείλεται στη διαφορετικότητα των ατόμων και οι φορείς άσκησης του τυπικού κοινωνικού ελέγχου έχουν τη δυνατότητα να εξαλείψουν το έγκλημα. Η επιλεκτική αντιμετώπιση και του προβλήματος των ναρκωτικών έχει ως αποτέλεσμα την απλή διαχείριση του φαινομένου διαιωνίζοντας τις ανισότητες. Όπως αναφέρει και ο Currie, για το παράδειγμα των ΗΠΑ, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών αντί να ωφελεί την κοινωνία και τους χρήστες έχει γεμίσει τις φυλακές, έχει επιβαρύνει το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και διαιωνίζει τις κοινωνικές ανισότητες (Currie, 1993:3). Όσον αφορά την έρευνα στον νομό Αττικής για τη διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι ευκόλως κατανοητό ότι οι ανωτέρω πεποιθήσεις απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, καθώς μετά από μακροχρόνια εφαρμογή του συγκεκριμένου προτύπου αντεγκληματικής πολιτικής ούτε τα ναρκωτικά έχουν εξαλειφθεί από τις πιάτσες, έχει γίνει πλέον αντιληπτό ότι τα άτομα που εμπλέκονται με τα ναρκωτικά δεν είναι διαφορετικά από αυτά της υπόλοιπης κοινωνίας και φυσικά δεν υπάρχουν ωφελιμιστικά στοιχεία κατά την εισαγωγή τους στο χώρο της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, προς επίρρωση των προαναφερθέντων τα στοιχεία που εξήχθησαν από τους πίνακες τα οποία αναδεικνύουν την ανθεκτικότητα και όχι την εξάλειψη των ναρκωτικών.

Μέσω της εγκληματολογικής επιστήμης είναι ευκολότερο να κατανοήσει ένας πολίτης α) τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να θεωρείται νομοταγής ενώ ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο σε ανάλογη περίπτωση μπορεί να θεωρείται παράνομος και στην ουσία να χαρακτηρίζεται ως «Outsider» της κοινωνίας, β) τον αντίκτυπο που έχει η αλληλεπίδραση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και η ισχύς τους στην αντιμετώπιση μιας πράξης από τους θεσμικούς φορείς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου, όπως αναφέρει και ο Becker (Becker, 1963), γ) την κατά Merton ανομία που υφίσταται στην κοινωνία με την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, ο οποίος έχει τις ανάλογες συνέπειες στη συμπεριφορά ατόμων που προέρχονται από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες (Βιδάλη, 2013:143), δ) τον τρόπο με τον οποίον αντιδρά η κοινωνία σε μια ενδεχόμενη παθογένεια μέσω του κοινωνικού στιγματισμού, όχι μόνο στην περίπτωση του προβλήματος των ναρκωτικών, αρνούμενη να προβεί στη λήψη κατάλληλων μέτρων για την επίλυση του ζητήματος με αποτέλεσμα να αχρηστεύονται για τον κοινωνικό ιστό τα στιγματισμένα άτομα, ε) τη σύνοδη αύξηση της εγκληματικότητας στις περιοχές που παρατηρείται διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, στ) τον κυριότερο, ίσως, λόγο για τον οποίο το πρόβλημα των ναρκωτικών χρήζει άμεσης αντιμετώπισης και δεν είναι άλλος από αυτόν που εκπληρώνει την επιστημονική θεωρία του Sutherland «περί διαφορικών συναναστροφών» (Βιδάλη, 2013:120), της οποίας η αντιμετώπιση θα λειτουργούσε ως ανάχωμα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον ώστε να μην διαιωνίζεται το πρόβλημα.

Είναι βέβαιο πως το πρόβλημα των ναρκωτικών που εντοπίζεται στον νομό Αττικής αντικατοπτρίζει εν μέρει το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ανάλογες περιφέρειες της ΕΕ. Παρόλο που από την έρευνα λείπουν ορισμένα δεδομένα, των τριών κεντρικών ετών του ενωσιακού σχεδίου δράσης για τα ναρκωτικά, η μελέτη αποτελεί σοβαρό δείγμα ώστε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα για τον ορθότερο τρόπο διαχείρισης του προβλήματος. Όλα τα ευρήματα της έρευνας είναι αξιοποιήσιμα όμως σε αυτή τη μελέτη θα σταθούμε σε συγκεκριμένα δεδομένα, τα οποία θεωρούνται σχετικότερα με το βασικό ερευνητικό ερώτημα. Συγκεκριμένα παρά την πανευρωπαϊκή υιοθέτηση του σχεδίου δράσης κατά των ναρκωτικών παρατηρείται μια ανθεκτικότητα του φαινομένου, η οποία παρόλο που έχει τουλάχιστον σταθεροποιηθεί δεν παύει να υφίσταται, χωρίς να παραβλέπεται ο σκοτεινός αριθμός και η μεροληψία των αρχών. Οι συλλήψεις στον νομό Αττικής είναι 125, 167 και 159 αντίστοιχα για τα τρία έτη αναφοράς γεγονός που καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν έχει αντιμετωπιστεί, στην ουσία ούτε καν παρουσιάζει μια δυναμική βελτίωση. Προφανώς και δεν αναφερόμαστε σε μια ευρωπαϊκή αποτυχία αλλά μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για μια ατελής και επιλεκτική προσέγγιση του ζητήματος. Σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο η ανθεκτικότητα και η διαχρονικότητα, βάσει των αριθμών, επιβεβαιώνει τη δυσκολία αντιμετώπισης των εγκληματικών δικτύων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, λόγω των παραγόντων που αναφέρονται στη μελέτη όπως για παράδειγμα η διαφθορά. Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για ένα απλό εγκληματικό φαινόμενο αλλά για ένα κοινωνικό ζήτημα που επιβάλλει την προσοχή των θεσμικών και μη φορέων.

Το ιδεολογικό πρότυπο αντεγκληματικής πολιτικής που εφαρμόζεται, σύμφωνα με την γνώμη του γράφοντος, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα για το λόγο αυτό θα ήταν θεμιτό στο συγκεκριμένο τομέα να υπάρξει εφαρμογή μιας ηπιότερης αστυνόμευσης, ακόμα και αν αυτή χρειαζόταν να πλησιάσει τα όρια αντεγκληματικής πολιτικής του καταργητισμού για τις περιπτώσεις αποδεδειγμένων χρηστών, ιδίως στις ανοικτές πιάτσες ναρκωτικών στο κέντρο της Αθήνας. Ο καταργητισμός προτείνει την απεγκληματοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων και της τιμωρητικής αντιμετώπισης από το κράτος στην προσπάθεια διαχείρισης και αντιμετώπισής τους, κατά κάποιον τρόπο προωθεί στρατηγικές ρύθμισης των διαφωνιών και αποκατάστασής τους στη βάση της κοινωνίας (Λάζος, 2007:241) Η ηπιότερη αστυνόμευση σε συνδυασμό με την εφαρμογή μακροπρόθεσμων μέτρων όπως η εκπαίδευση στα σχολεία, η εφαρμογή των street workers και τα υπόλοιπα μέτρα που αναφέρονται αναλυτικά στην παρουσίαση της μελέτης συνάμα με την μεταστροφή τακτικής από την ΕΛΑΣ και τον εναγκαλισμό των χρηστών και ειδικότερα των ευπαθών κατηγοριών τους όπως είναι οι γηραιότεροι και οι γυναίκες, ίσως αποτελέσουν το έναυσμα για τη μείωση αυτού του πραγματικά θλιβερού κοινωνικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως ο στόχος της κοινωνίας θα πρέπει να είναι η ενσωμάτωση αυτής της κατηγορίας πολιτών και όχι η περιθωριοποίηση και ο εξοστρακισμός τους. Όπως πολύ σωστά αναφέρει και η θεωρία της Κριτικής Εγκληματολογίας θα πρέπει ως κοινωνία να εστιάσουμε στην ενδυνάμωση των αδύναμων ώστε να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες ελέγχου της ζωής και της τύχης τους με τους ισχυρούς (Λάζος, 2007:173). Η ενδυνάμωση, όμως, έχει πολυδιάστατο χαρακτήρα, οι κύριες μορφές της είναι α) η πολιτική που αφορά την ενίσχυση της δημοκρατίας δίνοντας τους τη δυνατότητα και τις ικανότητες να αναλάβουν κοινωνικές ευθύνες, β) η οικονομική, καθώς θεωρεί ότι η εργασία δεν αποσκοπεί μόνο στον προσπορισμό αλλά και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και της κοινωνικότητας και γ) η πολιτισμική, η οποία θα συνδράμει στην εξίσωση των «πολιτισμένων» με αυτούς των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων (Λάζος, (2007:173,174). Το διακύβευμα, λοιπόν, είναι αν προτιθέμεθα να δείξουμε το δημοκρατικό πρόσωπο της Ελλάδας, κατ’ επέκταση και της Ευρώπης, και να τους βοηθήσουμε με πράξεις και όχι απλά με την ανακύκλωσή τους στις φυλακές.

  1. Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Βιδάλη, Σ. (2013). Εισαγωγή στη Εγκληματολογία. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Βιδάλη, Σ. (2017). Πέρα από τα όρια Η αντεγκληματική πολιτική σήμερα. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2020). Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή οικονομική και κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Βρυξέλλες: Ε.Ε.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2020). Θεματολόγιο και σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά (2021-2025). Βρυξέλλες.

Κουφού, Α. (2018). Εγκληματολογία Αφανής/ Λανθάνουσα/ Σκοτεινός αριθμός/ Σκοτεινή περιοχή. Στο Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκης, & Μ. Π. Κρανιδιώτη (Επιμ.), Λεξικό εγκληματολογίας. Αθήνα: Τόπος.

Λάζος, Γ. (2007). Κριτική Εγκληματολογία. Αθήνα. Νομική Βιβλιοθήκη

ΣΟΔΝ-ΕΜΠ. (2023). Ετήσια έκθεση του ΣΟΔΝ-ΕΜΠ για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα. ΣΟΔΝ.

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γενική Γραμματεία. (2021). Στρατηγική της ΕΕ για τα ναρκωτικα 2021-2025. ΕΕ.

ΤΑ ΝΕΑ. (2024, 01 29). Retrieved from ΤΑ ΝΕΑ: https://www.tanea.gr/2024/01/30/greece/oi-dyo-kosmoi-ton-narkotikon-stin-athina-online/

Ξενόγλωσση

Becker, H. (1963). Outsiders: Studies in the Sociology of Deviance. New York: Macmillan.

Cook, T. (1992). Meta-Analysis for explanation A casebook. New York: Russell Sage Foundation.

Currie, E. (1993). Reckoning—Drugs, the Cities, and the American Future. New York. Hill and Wang.

Foucault, M. (2012). Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα. Αθήνα: Πλέθρον.

 

Διαθέσιμη ολόκληρη η μελέτη: Η αγορά των ναρκωτικών ουσιών στον νομό Αττικής και ο ρόλος της ΕΛ.ΑΣ., μία εγκληματολογική προσέγγιση

Βασίλειος Μαρκάκης

Εξωτερικός Φρουρός Καταστημάτων Κράτησης

ΜΑ. Εγκληματολογικές και Ποινικές Προσεγγίσεις της διαφθοράς, του οικονομικού και του οργανωμένου εγκλήματος

ΕΑΠ