ΤΕΥΧΟΣ #24 ΙΟΥΝΙΟΣ 2026

Δημόσια εξουσία και πολιτική διαφθορά: Εγκληματολογικές και θεσμικές προσεγγίσεις

Δημήτριος Αϊβατόγλου, Msc

 

  1. Εισαγωγή

«Αργυραῖς λόγχαις μάχου καὶ πάντων κρατήσεις». Ο χρησμός της Πυθίας προς τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας αποτυπώνει με εντυπωσιακή διαχρονικότητα την πραγματικότητα της διαφθοράς ως μέσου άσκησης εξουσίας. Το φαινόμενο της διαφθοράς δεν αποτελεί νεωτερικό πρόβλημα· αντίθετα, συνοδεύει ιστορικά τη συγκρότηση της πολιτικής και διοικητικής εξουσίας.

Στον σύγχρονο δημόσιο χώρο, η διαφθορά συνδέεται άρρηκτα με την άσκηση κρατικής εξουσίας, την κατανομή πόρων και τη λήψη δεσμευτικών αποφάσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμφάνισή της σε θεσμούς που κατέχουν καίριο ρόλο στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνικής ασφάλειας.

  1. Η διαφθορά ως εγκληματολογικό φαινόμενο

Η διαφθορά στον δημόσιο τομέα διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις ιδιωτικές παραβατικές συμπεριφορές. Κατά κανόνα, σε αυτήν εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα, ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι αξιοποιούν τη θεσμική τους θέση για ιδιωτικό όφελος. Το φαινόμενο ευνοείται από δυσλειτουργίες της διοίκησης, την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων και τη χαλαρή εποπτεία, (Klitgaard, 1998, Lambsdorff, 2007).

Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Edwin Sutherland, ο οποίος εισήγαγε την έννοια των εγκλημάτων «λευκού κολάρου», αμφισβητώντας την παραδοσιακή αντίληψη ότι το έγκλημα αποτελεί αποκλειστικά προϊόν κοινωνικού περιθωρίου. Σύμφωνα με τον Sutherland, τα εγκλήματα εξουσίας εντοπίζονται στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και συνδέονται με την κατάχρηση θεσμικής επιρροής και ισχύος, (Sutherland, 1949).

  1. Θεωρητικές προσεγγίσεις της πολιτικής διαφθοράς

3.1 Θετικιστική και κριτική εγκληματολογία

Η θετικιστική εγκληματολογία εστιάζει στο «ποιος» και «γιατί» διαπράττει το έγκλημα, ενώ η κριτική εγκληματολογία μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την πράξη στη βλάβη και από την τιμωρία στην κοινωνική πρόληψη.      Η πολιτική διαφθορά αναλύεται ως προϊόν κοινωνικών ανισοτήτων, θεσμικών ελλειμμάτων και συγκρούσεων συμφερόντων, (Chambliss, 1975· Quinney, 1977).

3.2 Θεωρία των εγκληματικών ευκαιριών

Η θεωρία των εγκληματικών ευκαιριών υποστηρίζει ότι η εγκληματικότητα ευδοκιμεί όταν υπάρχουν διαθέσιμες ευκαιρίες (Felson & Clarke, 1998). Στον δημόσιο τομέα, η έλλειψη διαφάνειας, ο περιορισμένος έλεγχος και η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για διαφθορά, (Felson & Clarke, 1998· Klitgaard, 1998).

3.3 Θεωρία της ορθολογικής επιλογής

Σύμφωνα με τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, οι δράστες σταθμίζουν κόστος και όφελος πριν προβούν σε παράνομες πράξεις (Cornish & Clarke, 1986). Η χαμηλή πιθανότητα αποκάλυψης και τιμωρίας λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για τη διάπραξη πράξεων διαφθοράς, (Cornish & Clarke, 1986· Becker, 1968).

  1. Ορισμοί και επιπτώσεις της διαφθοράς

Η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διεθνής Διαφάνεια ορίζουν τη διαφθορά ως κατάχρηση δημόσιας εξουσίας για ιδιωτικό όφελος, (World Bank, 1997, Transparency International, 2023).

 Παρά την απλότητά του, ο ορισμός παραμένει ασαφής ως προς τα όρια και τις μορφές του φαινομένου.

Οι επιπτώσεις της διαφθοράς είναι πολυεπίπεδες: επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, υπονόμευση της δημόσιας διοίκησης, διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και απαξίωση των θεσμών. Σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας, η διαφθορά καθίσταται παράγοντας αποσταθεροποίησης της κρατικής βιωσιμότητας, (Mauro, 1995, Rose-Ackerman & Palifka, 2016).

  1. Η ελληνική περίπτωση

Σύμφωνα με ευρωπαϊκές και διεθνείς έρευνες, η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά υψηλά επίπεδα αντίληψης διαφθοράς. Η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί τη διαφθορά εκτεταμένη, επηρεάζουσα την καθημερινότητά τους και δύσκολα τιμωρήσιμη, (European Commission, 2020, Transparency International, 2023).  Παρά τη βελτίωση σε επιμέρους δείκτες, η κοινωνική δυσπιστία παραμένει έντονη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφθορά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ασφάλειας, όπου, παρά τον περιορισμένο αριθμό καταγγελιών, η θεσμική ευθύνη και η ανάγκη λογοδοσίας καθιστούν το ζήτημα κρίσιμο, (Newburn, 2015, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, 2019).

  1. Συγκριτική μελέτη διεθνών πρακτικών αντιμετώπισης της πολιτικής διαφθοράς

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα για την κατανόηση και την αντιμετώπιση της πολιτικής και διοικητικής διαφθοράς. Σε αρκετές χώρες, η διαφθορά προσεγγίζεται όχι μόνο ως ποινικό ζήτημα, αλλά και ως πρόβλημα θεσμικής οργάνωσης, πολιτικής κουλτούρας και κοινωνικού ελέγχου.

6.1 Χώρες της Βόρειας Ευρώπης (Δανία, Σουηδία, Φινλανδία)

Οι σκανδιναβικές χώρες καταγράφουν διαχρονικά τα χαμηλότερα επίπεδα αντίληψης διαφθοράς διεθνώς (Transparency International, 2025). Η επιτυχία τους δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αυστηρότητα του ποινικού πλαισίου, αλλά κυρίως σε ένα πλέγμα θεσμικών και κοινωνικών παραγόντων. Η δημόσια διοίκηση χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό διαφάνειας, απλοποιημένες διαδικασίες, εκτεταμένη ψηφιοποίηση και σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, η κοινωνική κουλτούρα εμφανίζει χαμηλά επίπεδα ανοχής σε πρακτικές κατάχρησης εξουσίας, ενώ η υψηλή εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς λειτουργεί ενισχυτικά ως προς τη συμμόρφωση και τη λογοδοσία. Η πρόληψη, μέσω της παιδείας, της θεσμικής αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης στους δημόσιους θεσμούς, προηγείται της καταστολής, (OECD, 2024a, OECD, 2024b).

6.2 Αγγλοσαξονικό πρότυπο (Ηνωμένο Βασίλειο – Ηνωμένες Πολιτείες)

Στο αγγλοσαξονικό μοντέλο, η αντιμετώπιση της πολιτικής διαφθοράς βασίζεται στη λογική των ισχυρών θεσμικών αντίβαρων και της αυστηρής λογοδοσίας (OECD, 2017, United Nations Office on Drugs and Crime [UNODC], 2020). Ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές, ενισχυμένες αρμοδιότητες εισαγγελικών και ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς και αυστηροί κανόνες για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, συνιστούν βασικά εργαλεία αντιμετώπισης της πολιτικής διαφθοράς, (OECD, 2021, GRECO, 2023). Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διαφάνεια των πολιτικών αποφάσεων και στην πρόσβαση των πολιτών και των ΜΜΕ στην πληροφορία, ως βασικών προϋποθέσεων δημοκρατικής λογοδοσίας, (Transparency International, 2024). Παρά τις συχνές αποκαλύψεις σκανδάλων, η ύπαρξη λειτουργικών μηχανισμών ελέγχου ενισχύει τη θεσμική αξιοπιστία και περιορίζει τη συστηματική αναπαραγωγή της διαφθοράς, (UNODC, 2020, OECD, 2021).

6.3 Χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα)

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς τα δομικά αίτια της διαφθοράς, (GRECO, 2019, European Commission, 2022). Η εκτεταμένη γραφειοκρατία, η πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης και η ιστορική ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για πρακτικές κατάχρησης εξουσίας. Στην Ιταλία, εκτεταμένες δικαστικές παρεμβάσεις ανέδειξαν το πρόβλημα σε όλο του το εύρος, χωρίς ωστόσο να επιφέρουν μακροπρόθεσμη εξάλειψή του. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, η εναλλαγή θεσμικών παρεμβάσεων και ελεγκτικών μηχανισμών δεν συνοδεύτηκε από βαθιές αλλαγές στη διοικητική κουλτούρα. Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η καταστολή, όταν δεν συνοδεύεται από θεσμική σταθερότητα και κοινωνική συναίνεση, έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

6.4 Συγκριτικά συμπεράσματα

Η συγκριτική μελέτη αναδεικνύει ότι τα κράτη με χαμηλά επίπεδα διαφθοράς επενδύουν διαχρονικά στη θεσμική ποιότητα, στη διαφάνεια και στην καλλιέργεια κουλτούρας ακεραιότητας, (OECD, 2017, Transparency International, 2023). Αντίθετα, όπου κυριαρχούν η διοικητική πολυπλοκότητα και η πολιτική παρέμβαση στη δημόσια διοίκηση, η διαφθορά τείνει να αναπαράγεται. Η ελληνική περίπτωση καταδεικνύει την ανάγκη μετάβασης από αποσπασματικές παρεμβάσεις σε μια ολιστική στρατηγική, που θα συνδυάζει πρόληψη, θεσμική θωράκιση και κοινωνικό έλεγχο.

  1. Συμπεράσματα

Η πολιτική και διοικητική διαφθορά συνιστά δομικό πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με την αυστηροποίηση των ποινών ή τη δημιουργία πολλαπλών μηχανισμών ελέγχου, (Δαλακούρας, 2016). Απαιτείται μια συνολική στρατηγική που θα συνδυάζει θεσμική θωράκιση, διαφάνεια, αποτελεσματικό έλεγχο και, κυρίως, καλλιέργεια κοινωνικής και διοικητικής κουλτούρας ακεραιότητας.

Η παιδεία, η ενίσχυση της λογοδοσίας και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την ουσιαστική αντιμετώπιση της διαφθοράς. Χωρίς αυτές, κάθε προσπάθεια καταπολέμησής της κινδυνεύει να παραμείνει αποσπασματική και αναποτελεσματική.

 

 Βιβλιογραφία

 

 Ελληνόγλωσση

Δαλακούρας, Θ. (2016). *Δικονομικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος και της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα*. Στο Τιμητικός τόμος Ν. Κουράκη. Αθήνα.

Χρυσικός, Δ., & Βλάσσης, Δ. (2004). Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς ως μεταίχμιο και σημείο αναφοράς των σχετικών πρωτοβουλιών και δράσεων της διεθνούς κοινότητας. *Ποινική Δικαιοσύνη*, 6, 726–740.

Λαμπροπούλου, Ε. Παρουσιάσεις Εγκληματολογικής Θεωρίας. Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Θεματικό ενημερωτικό δελτίο Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για την καταπολέμηση της διαφθοράς (2011). Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. (2019). Ετήσια έκθεση Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων ΕΛ.ΑΣ., Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

 Ξενόγλωσση

Becker, G. S. (1968). Crime and punishment: An economic approach. Journal of Political Economy, 76(2), 169–217.

Chambliss, W. J. (1975). Toward a political economy of crime. Theory and Society, 2(1), 149–170.

Cornish, D. B., & Clarke, R. V. (1986). *The Reasoning Criminal: Rational Choice Perspectives on Offending*. New York: Springer.

European Commission. (2020). Special Eurobarometer 502: Corruption. European Union.

Felson, M., & Clarke, R. V. (1998). *Opportunity makes the thief*. London: Home Office.

GRECO. (2023). Fifth evaluation round: Preventing corruption and promoting integrity in central governments. Council of Europe.

Klitgaard, R. (1998). Controlling corruption. University of California Press.

Klitgaard, R. (1998). Corruption: A global problem – and possible solutions. *Courier UNESCO*.

Lambsdorff, J. G. (2007). The institutional economics of corruption and reform: Theory, evidence and policy. Cambridge University Press.

Mauro, P. (1995). Corruption and growth. Quarterly Journal of Economics, 110(3), 681–712.

Newburn, T. (Ed.). (2015). Handbook of policing (2nd ed.). Routledge.

OECD. (2021). Lobbying in the 21st century: Transparency, integrity and access. OECD Publishing.

OECD. (2024a). Society at a glance 2024: Trust in public institutions. OECD Publishing.

OECD. (2024b). OECD survey on drivers of trust in public institutions 2024 results. OECD Publishing.

Quinney, R. (1977). Class, state, and crime: On the theory and practice of criminal justice. David McKay.

Rose-Ackerman, S., & Palifka, B. J. (2016). Corruption and government: Causes, consequences, and reform (2nd ed.). Cambridge University Press.

Sutherland, E. H. (1949). *White Collar Crime*. New York: Dryden Press.

Transparency International. (2023). Corruption perceptions index 2023. Transparency International.

Transparency International. (2024). Global corruption report 2024. Transparency International.

Transparency International. (2025). Corruption perceptions index 2025. Transparency International.

United Nations Office on Drugs and Crime. (2020). Handbook on anti-corruption measures. United Nations.

World Bank. (1997). Helping countries combat corruption: The role of the World Bank. World Bank.

 

Ηλεκτρονικές Πηγές

European Commission. (2022). Rule of Law Report – Country chapters. European Union. Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026 

GRECO. (2019). Fourth Evaluation Round – Corruption prevention in respect of members of parliament, judges and prosecutors. Council of Europe., Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

OECD. (2017). Preventing corruption in public sector. OECD Publishing., Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

Transparency International. (2023). Corruption Perceptions Index., Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026, Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

United Nations Office on Drugs and Crime. (2020). Handbook on anti-corruption measures. United Nations., Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

European Commission. (2020). Eurobarometer on corruption. Διαθέσιμο στο: https://europa.eu/eurobarometer/surveys/detail/2658, Ανακτήθηκε  στις 02-02-2026

 

Αϊβάτογλου Δημήτριος

Αξιωματικός Πυροσβεστικού Σώματος

Msc MBA

Msc Εγκληματολογίας

Υπ. Δρ. Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου