Γιάννης Πανούσης: «Η πραγματική ζωή έχει κι άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές που αξίζει να φωτίσει η αστυνομική λογοτεχνία»
Συνέντευξη στη Μαρία ΑθήνηΣυνέντευξη στη Μαρία Αθήνη, Δημοσιογράφο-Συγγραφέα, Επιστημονική συνεργάτιδα ΚΕ.Μ.Ε
Το νέο βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας ΕΚΠΑ Γιάννη Πανούση, Εγχειρίδιον για συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας (Κύφαντα, 2026) επιστρέφει στο πεδίο που ο ίδιος υπηρετεί συστηματικά: εκεί όπου η αστυνομική μυθοπλασία συναντιέται με την Εγκληματολογία, την κοινωνική ηθική και τα διλήμματα της δικαιοσύνης. Ο Γιάννης Πανούσης διαθέτει δυνατή πένα και πολλές ιδιότητες: ως πανεπιστημιακός και εγκληματολόγος προσεγγίζει το έγκλημα, τη δικαιοσύνη και την κοινωνία με αναλυτική ακρίβεια, ενώ ως συγγραφέας και ποιητής φωτίζει τις υπαρξιακές, ηθικές και ανθρώπινες διαστάσεις τους. Το έργο του κινείται ανάμεσα στη γνώση και τη φαντασία, στην επιστήμη και την τέχνη.
Το «Εγχειρίδιον» πρώτα εξετάζει γιατί γράφουμε και γιατί διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία, συνδέοντας το είδος με την ηθική, την Εγκληματολογία, τη βία, την ενοχή και την κοινωνική πραγματικότητα. Στη συνέχεια στρέφεται στον συγγραφέα, στις φιλοδοξίες, τις παγίδες, τις τεχνικές της αστυνομικής γραφής, ενώ στο τελευταίο μέρος αναλύει τα αρχετυπικά μοτίβα του είδους, από τον φόνο και τον δράστη έως τον μύθο, την τραγωδία, την κάθαρση και την αναζήτηση της αλήθειας. To «Εγχειρίδιον» δεν είναι μόνο οδηγός συγγραφής όπως δηλώνει ο τίτλος, αλλά και δοκίμιο για τη σχέση της αστυνομικής μυθοπλασίας με την κοινωνία, τη δικαιοσύνη και τα σκοτεινά όρια της ανθρώπινης πράξης.
Με αφορμή το νέο βιβλίο συνομιλήσαμε με τον Γιάννη Πανούση για τα όρια της λογοτεχνικής αναπαράστασης του εγκλήματος, τη σχέση συγγραφέα και δράστη, αλλά και την ευθύνη της αφήγησης και τις σύγχρονες προκλήσεις γύρω από την έμφυλη βία και την πολιτική ορθότητα – τα πεδία στα οποία έχουμε συμφωνήσει ότι …διαφωνούμε.
Στο υπόβαθρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται η μορφή του καλλιτέχνη-επιστήμονα, όπως την περιγράφει ο Joseph Campbell μέσα από τον μύθο του Δαιδάλου: μια μορφή που κινείται πέρα από τα συνήθη όρια της κοινωνικής κρίσης και παραμένει αφοσιωμένη «όχι στην ηθική της εποχής του, αλλά στην ηθική της τέχνης του». Ο Δαίδαλος, γράφει ο Campbell, είναι «ο ήρωας της οδού της σκέψης», εκείνος που πιστεύει ότι η αλήθεια, όπως την ανακαλύπτει, μπορεί να μας ελευθερώσει. Και στον λαβύρινθο αυτόν, όπου νομίζουμε ότι θα συναντήσουμε το τέρας, ίσως τελικά συναντούμε έναν θεό· όπου νομίζουμε ότι θα σκοτώσουμε κάποιον άλλον, ίσως σκοτώνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό· και όπου νομίζουμε ότι ταξιδεύουμε προς τα έξω, φτάνουμε στο κέντρο της ίδιας μας της ύπαρξης (Campbell, 2020, p. 40).

Υπάρχει ουσιαστική αναλογία ανάμεσα στην/στον εγκληματολόγο-επιστήμονα και στην/ον συγγραφέα-καλλιτέχνη ως προς την αναζήτηση, την ερμηνεία και την αναπαράσταση της αλήθειας;
Ο εγκληματολόγος, ως επιστήμων, οφείλει ν’ ακολουθεί πιστά τις αρχές της μεθοδολογίας του κλάδου και, όποια ερμηνευτική θεωρία κι αν εφαρμόζει, να μην εκφεύγει των κανόνων, των όρων και των ορίων των εν γένει ποινικών και εγκληματολογικών επιστημών.
Άρα δεν ‘αναπαριστά’ την αλήθεια του εγκλήματος, του εγκληματία ή του θύματος, αλλά επιχειρεί να εντοπίσει το iter criminis, δηλαδή την κοινωνικοψυχολογική πορεία της ωρίμανσης της εγκληματογένεσης, με διανοητικά, εμπειρικά κι ερευνητικά εργαλεία, ώστε να κατανοήσει το βαθύτερο ‘γιατί;’ και να προτείνει μία ανθρωπιστική ορθολογική αντεγκληματική πολιτική.
Αντίθετα, ο συγγραφέας είναι πιο ‘ελεύθερος’ στην περι-γραφή και τις αναπαραστάσεις του εγκλήματος, όπου -ποιητική αδεία- δημιουργεί πολλές φορές ‘προσομοιώσεις’ πραγματικής ζωής, σχέσεων, καταστάσεων ή και εξηγήσεων. Δεν υποχρεούται ν’ ακολουθεί σχολαστικά το γράμμα του νόμου, ακόμα κι αν έχει υιοθετήσει την procedural εκδοχή, γιατί το βάρος πέφτει στην ατμόσφαιρα μυστηρίου και στο γρίφο κι όχι στις strictο sensu διαδικασίες.
Ποιές θα μπορούσαν να είναι οι βασικές αρχές μιας «Εγκληματολογίας της αφήγησης» και θα είχαν ίσως εφαρμογή (και) στα ΜΜΕ;
Η εγκληματική πραγματικότητα συνοδεύεται από τη μιντιακή αναπαράστασή της. Τα ΜΜΕ διαμεσολαβούν και μέσω των εικόνων κατασκευάζουν «αλήθειες» και επιχειρούν να επηρεάσουν μια κοινή γνώμη, που αν και υποψιάζεται τις προθέσεις και τα κίνητρα, συχνά παρασύρεται και πιστεύει τις διοχετευόμενες πληροφορίες. Αυτά τα εγκληματογενή και εγκληματογόνα μηνύματα διαπλάθουν μια ψευδή συνείδηση και εντέλει μια ψευδή συναίνεση. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος και του εγκληματία μπορούν να καταστούν διαλυτικές της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.
Τα ερωτήματα πολλά.
Μέσω των αναπαραστάσεων αξιολογούμε την εγκληματικότητα και μέσω των στερεοτύπων ερμηνεύουμε τις εγκληματολογικές στατιστικές;
Πώς είναι δυνατό το «μεγάλο κοινό» να συναινεί όταν συγκροτείται από ομάδες και άτομα διαφορετικών αντιλήψεων;
Μήπως πρόκειται για μια «νοητική» ή πολιτική ή κοινωνική ή μιντιακή κατασκευή που δεν προδικάζει ούτε μπορεί να προβλέψει τις στάσεις της «κοινής γνώμης»;
Οι «εικόνες στο κεφάλι μας» (pictures in our heads), δηλαδή τα στερεότυπα του φόβου, της ανασφάλειας, της διαφοράς, βασίζονται κυρίως στο πραγματικό· με συνέπεια το υπερ-πραγματικό να οδηγεί σε παραμορφώσεις και σε «δουλείες». Ο πλασμένος, όχι «κατ’ εικόνα», αλλά από την εικόνα τηλεθεατής, αποπληροφορείται μέσω της υπερπληροφόρησης και αποπροσανατολίζεται μέσω των κοινωνικών δημοσκοπήσεων. Η «διαμεσολαβημένη αλήθεια» στοχεύει στη δημιουργία τηλε-κατευθυνόμενων πολιτών. Η προκατασκευασμένη κοινωνία (της κοινής γνώμης) «χωνεύει» τα μετακατασκευασμένα μηνύματα των ΜΜΕ μέσα σε μια συνένοχη αναζήτηση ομοφωνίας και πίεση για συμμόρφωση. Ο δημόσιος χώρος των ΜΜΕ κατασκευάζει (ψευδαισθήσεις) και κατασκευάζεται (από ειδωλολάτρες) στη λογική δραματο-ειδησεογραφικού προτύπου. Η αναπαράσταση αντανακλά τις συλλογικές προκαταλήψεις μας και αναπαράγει τις κοινωνικές μας συμπεριφορές. Η κοινωνική πραγματικότητα του εγκλήματος (κοινωνικές συγκρούσεις, ταξικά συμφέροντα κ.λπ.) υποχωρεί προ μιας διαμεσολαβημένης και αλλοτριωμένης κοινωνικής συνείδησης.
Τα Media λειτουργούν ως «μηχανική πραγματικότητα» (Reality engineering) και τα κοινωνικά μηνύματα, τα οποία εκπέμπουν μέσω των αναπαραστάσεων του εγκλήματος, ενώ (μοιάζει να) προβάλλουν συγκρούσεις (παρέκκλιση), στην πραγματικότητα θωρακίζουν τη συναίνεση. Θεωρητικά, απέναντι στα Media η κοινή γνώμη άλλοτε συμφωνεί (consensus), άλλοτε διαφωνεί με παραλλαγές (dissensus), άλλοτε συγκρούεται (conflict) κι άλλοτε δεν σχηματοποιείται ως όλον, αλλά εκφράζεται μέσω ατομικών θέσεων (asensus). Στην πράξη όμως, μέσω των εικόνων των Media, διαμορφώνονται γενικές απόψεις για το έγκλημα, στερεότυπα, ετικέτες και μέσω του κοινωνικού ελέγχου εξατομικεύεται η πειθαρχοποίηση των παρεκκλινόντων.
Στην αναπαράσταση το πραγματικό αντικείμενο απουσιάζει και υποκαθίσταται από την εικόνα ενός άλλου ή ανάλογου αντικειμένου που προκαλεί έντονα συναισθήματα.
Φοβάμαι ότι πολλές φορές οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας παίζουν αυτό το ρόλο του ‘διακινητή στερεοτύπων’ ή πέφτουν [από αφέλεια;] σε τέτοιες παγίδες παραγωγής ομοιωμάτων πραγματικότητας.
Εκεί εντοπίζω τον κρίσιμο ρόλο του εγκληματολόγου.
Μέσα από την Εγκληματολογία της αφήγησης να μην αφήσει το συγγραφέα να παρασυρθεί από κατασκευασμένες αλήθειες ή από βιωματικά τραύματα [απομακρυνόμενος από τα πορίσματα των επιστημών] και μέσα από την επιστημονικοποίηση της newsmaking Criminology (Εγκληματολογία της Ειδησεογραφίας) να μην αφήσει την κοινή γνώμη όμηρο κι έρμαιο των τηλεδικών και του κιτρινισμού των πλασματικών εντυπώσεων.

Μπορεί η αφήγηση να συμβάλει στην επανένταξη ή τη λύτρωση του δράστη, σύμφωνα με τη λογική της narrative criminology και του “redemption script” του Shadd Maruna;
Αν και είμαι υπέρμαχος κάθε μεθόδου ή τρόπου που θα μπορούσε να συμβάλλει στην επανένταξη του ανθρώπου που εγκληματεί [ως δικαίωμα-ομπρέλα που εμπεριέχει όλα τα άλλα δικαιώματα του κρατούμενου], αν και θα ήθελα η λογοτεχνία των απομνημονευμάτων παλαιών εγκλείστων [π.χ ξένοι Ντοστογιέφσκι, Ζαν Ζενέ, Ντε Σαντ, και Έλληνες Κ.Σαμαράς, Γ.Παπαδόπουλος, Β.Ρωχάμης κ.ά] να επηρεάζουν τον σωφρονιστικό νομοθέτη, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ως προς την αποτελεσματικότητα των σχετικών αφηγημάτων [συχνά χριστιανικού ή ηθικοπλαστικού χαρακτήρα].
Πολύ δύσκολα γινόμαστε ‘καλύτεροι άνθρωποι’ [είτε είμαστε νομοταγείς, είτε παραβατικοί], επειδή μας ενθουσίασε ένα βιβλίο, μία ταινία, μία συζήτηση. Μια τέτοια ‘ανα-μορφωτική κι ανα-πλαστική’ λειτουργία μπορεί ίσως να ωφελήσει κάποιον ειδικά, αλλά δεν μπορεί να ενταχθεί σε μία θεωρία γενικής ισχύος.
Ασχολείται το αστυνομικό μυθιστόρημα με τον πραγματικό εγκληματία ως σύνθετο ανθρώπινο υποκείμενο ή συχνά αναπαράγει στερεότυπες εικόνες «κατώτερων», περιθωριακών ή προδιαγεγραμμένα ενόχων ανθρώπων;
Εξαρτάται από τις υπερκείμενες της γραφής [ηθικές, κοινωνικές, πολιτικές] αναφορές του συγγραφέα κι από το στόχο του στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.
Βρίσκω στερεοτυπικό και ‘βολικό’ το να παρουσιάζονται ΠΑΝΤΟΤΕ οι πλούσιοι /υπερενταγμένοι ως καλοπροαίρετοι και οι περιθωριακοί/αποτυχόντες ως κακόβουλοι. Το ίδιο όμως ισχύει με το μοτίβο οι ισχυροί [πολιτικοί] και οι θεσμοί [αστυνόμοι, δικαστές] να είναι ΠΑΝΤΟΤΕ οι ένοχοι και οι λοιποί [των παρανόμων συμπεριλαμβανομένων] να είναι ΠΑΝΤΟΤΕ οι αθώοι.
Οι σκληροί λευκοί εναντίον των ανυπεράσπιστων έγχρωμων (sic), οι βίαιοι άντρες εναντίον των θυματοποιημένων γυναικών, τα κράτη-δολοφόνοι εναντίον των αγαθών κοινοτήτων/μειονοτήτων έχουν πολυπαιχτεί ως σενάρια κι έχουν κουράσει.
Η πραγματική ζωή έχει κι άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές που αξίζει να φωτίσει η αστυνομική λογοτεχνία.
Με αφορμή την κριτική σας στην «ψευτο-ηθική των politically correct αντιλήψεων» και στην «κουλτούρα της ακύρωσης» πότε η κριτική που αποκαλείται “politically correct” ή “cancel culture” λειτουργεί πράγματι ως λογοκρισία και πότε ως αναγκαία διεκδίκηση ορατότητας, σεβασμού και μη κακοποιητικής γλώσσας;
Αυτή η αναγκαία λεπτή γραμμή ίσως ν’ ανακαλυφθεί στο μέλλον. Σήμερα όμως ζούμε σε μία κατά-σταση [αντ-εκδίκησης, αντ-επίθεσης ή συμψηφισμού;] γενικής επιβολής του ενός έννομου αγαθού [ισοφάνεια, συμπερίληψη] πάνω στο άλλο [ελευθερία έκφρασης], ενώ –κατά τη γνώμη μου– κάθε περίπτωση πρέπει στη λογοτεχνία να κρίνεται/σταθμίζεται ξεχωριστά και ad hoc.
Ο φόβος του εκδότη και του συγγραφέα ότι το έργο μπορεί να γίνει αντικείμενο μονόπλευρης κριτικής και μιντιακής διαπόμπευσης από οργανωμένες ομάδες πίεσης, τους οδηγεί σε αυτοπεριορισμούς κι αυτολογοκρισία, που σε μεγάλο βαθμό αφαιρούν τη λογοτεχνική αξία ή την πρωτοτυπία της έμπνευσης.
Ελπίζω όλος αυτός ο αχός να μην καταλήξει σε σύγχρονο index librorum prohibitorum.
Δεν υπάρχει ‘κακοποιητική γλώσσα’ στη λογοτεχνία. Υπάρχει κακή λογοτεχνία και κακογραμμένα μανιφέστα προπαγάνδας [ένθεν/κακείθεν], εκδιδόμενα υπό το πρόσχημα της λογοτεχνικής απόδοσης των ‘διαφορετικοτήτων’.
Αναφέρεστε σε θεματικές όπως η γυναικοκτονία, ο βιασμός, η σεξουαλική εκμετάλλευση, η κακοποίηση παιδιών και η βία, ενώ επισημαίνετε ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν κινείται πάντοτε έξω από τη μισαλλοδοξία, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα. Με βάση αυτά, μπορεί το αστυνομικό μυθιστόρημα να παραμένει σκοτεινό, σκληρό και δραματικά αποτελεσματικό χωρίς να γίνεται κακοποιητικό απέναντι στις ευάλωτες ομάδες που αναπαριστά;
Όπως είπα και προηγουμένως δεν υπάρχει ‘κακοποιητική γλώσσα’ στη λογοτεχνία. Τα κακά στερεότυπα δεν παράγουν πάντοτε καλά αντι-στερεότυπα [ως αντεστραμμένα είδωλα παλαιών προκαταλήψεων,σελ.63]. Άλλωστε τα αντι-στερεότυπα είναι συνήθως ‘στερεοτυπικά’ και πολλές φορές λειτουργούν πιο διχαστικά από τα παλιά στερεότυπα που θέλουν να κατα-δικάσουν [περισσότερα στο βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος].
Αν από τη μία θέλουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα να είναι ‘κοινωνικό’ κι από την άλλη να περιγράφει το ‘αντικοινωνικό ή ακοινωνικό’ μέρος της ζωής κατά τη βούληση κάποιων ομάδων, αν πρέπει όλοι οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων να είναι ‘τέρατα’ και όλοι οι άλλοι αθώοι, αναρωτιέμαι πόσο συμβατές είναι αυτές οι αντιλήψεις με την [εγκληματική/ποινική ] πραγματικότητα και με τις επιστημονικές έρευνες των εγκληματολόγων.
Δεν μπορεί η Θυματολογία, από τη φύση της ‘συντηρητική’ να κατισχύει της Εγκληματολογίας, που είναι από τη φύση της φιλελεύθερη.
Ακραία μορφή αυτής της αντίληψης θα ήταν η επαναφορά της ποινής του θανάτου για τέτοιου είδους εγκληματίες. Ελπίζω να μη φτάσουν ως εκεί οι κραυγές μίσους ορισμένων.
Στη σελ. 83, όπου αναφέρεστε στα «θύματα-ήρωες», προκύπτει το ερώτημα: Ποιός έχει τελικά το δικαίωμα να αφηγηθεί την εμπειρία του θύματος: ο συγγραφέας-αφηγητής, ο δράστης, ο ντετέκτιβ, η κοινότητα ή το ίδιο το θύμα-ρόλος μέσα στην αφήγηση;
Νομίζω ότι ο κύριος λόγος πέφτει στη βίωση του εγκλήματος από το θύμα. Το ίδιο όμως ενδιαφέρει και η βίωση από το δράστη. Πρέπει και οι δύο ν’αφηγηθούν ‘τις αλήθειές τους’ για να μπορέσουν οι θεσμοί, οι ειδικοί και οι συγγραφείς να βρουν ψήγματα της ουσιαστικής [υπαρξιακής;] Αλήθειας, η οποία θα θεμελιώσει την ποινή, την ερμηνεία και την αναπαράσταση.
Οι υπόλοιποι [κοινή γνώμη κλπ] εκ των υστέρων κι εκ του ασφαλούς ή θα προσχωρήσουν στη σπειροειδή γραμμή της σιωπής [συντασσόμενοι με την πλειοψηφούσα εκδοχή] ή θα ζητήσουν περισσότερη καταστολή.
Και στις δυο περιπτώσεις, ούτε θα κατανοήσουν το έγκλημα, ούτε ποτέ θα συγχωρέσουν τον εγκληματία [ανακυκλώνοντας το κοινωνικό μίσος].

