ΤΕΥΧΟΣ #24 ΙΟΥΝΙΟΣ 2026

Ανήλικοι παραβάτες, αποκλίνοντες, παρεκκλίνοντες, μικροδιάβολοι ή άγουροι εγκληματίες;

Ομ. Καθηγητής Γιάννης Πανούσης

 

Αυτός ο τοίχος είναι αδιαπέραστος

Δεν μπαίνει φως

Δεν έχει πόρτες,ούτε παράθυρα

Μονάχα στέγη κι αυτή διάτρητη

από τα μέσα

 

Δ. Πιστικός, Ο Τοίχος

 

1.Σήμερα δεν μιλάμε για επαιτεία, αλητεία ή πλάνητα βίο των ανηλίκων [νόμοι 1919/1931], ούτε για ‘ευπαιδαγώγητους και βελτιώσιμους’ νέους ή για ‘εν ηθικώ κινδύνω ευρισκόμενα’ επικίνδυνα άτομα. Δεν μιλάμε για ηθική εκτροπή ή για παραβάσεις status λόγω ανηλικότητας, για μη-ωρίμανση,για ατελή εγκλήματα λόγω μη-καταλογισμού στον ανεύθυνο[;] δράστη. Σήμερα οι καταστάσεις έχουν πάρει άγρια χαρακτηριστικά.

Ακόμα κι αν διερευνούμε τη δυσχέρεια κοινωνικής προσαρμογής ορισμένων λόγω της ‘εγκληματογόνου μόλυνσης’ [συνήθως από αρνητικό οικογενειακό περιβάλλον], τούτο δεν ερμηνεύει τη διαρκώς αυξανόμενη [ποσοτικά και κυρίως ποιοτικά] συμμετοχή των ανηλίκων στην εγκληματικότητα. Από τις παραβάσεις του ΚΟΚ, τις μικροκλοπές και τις σωματικές βλάβες λόγω εφηβικής μαγκιάς μέχρι τη σύσταση συμμορίας για διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων [ληστείες, βιασμοί κλπ] προκύπτει ένα κενό κατανόησης του φαινομένου από την κοινωνία κι αμηχανίας από τους ειδικούς. Από την εφήμερη κι επεισοδιακή παράβαση/παιχνίδι ενηλικίωσης μέχρι τη σχεδόν μόνιμη και σταθερή απόφαση του περάσματος στην εγκληματική σταδιοδρομία  τίθενται ζητήματα τα οποία δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστούν μ’ ευχολόγια και με γενικές ‘κατάρες’ στην άδικη κοινωνία.

Η έλλειψη ‘διάκρισης’, ως αμάχητο τεκμήριο[;] ανηλικότητας, χάνει την ισχύ του όταν τελούνται εγκλήματα δόλου και σκοπού. Ο νεαρός που οδηγεί στα 16 και ψηφίζει στα 17 δεν μπορεί να θεωρείται ‘ανεύθυνος’ όταν παραβιάζει το νόμο.

Κατά συνέπεια νομίζω ότι οφείλουμε να επανεξετάσουμε διάφορα δεδομένα, αρχές και διαδικασίες.

2. Το λεγόμενο ‘ποινικό δίκαιο της διαπαιδαγώγησης’ [αναμορφωτικά μέτρα] προϋποθέτει και τη βούληση του ενδιαφερόμενου να ‘αλλάξει στάσεις και πράξεις’. Εάν κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται σε ‘επίμονους νεαρούς δράστες’, τότε η θετική πρόληψη των αξιακών συμβουλών δεν έχει κανένα αποτέλεσμα και η σκοπιμότητα της ‘ελάχιστης παρέμβασης’ ακυρώνεται.

Η [προληπτική;] αντεγκληματική πολιτική της ‘παράκαμψης’ [diversion], η οποία σημαίνει αποποινικοποίηση, αποδικαστηριοποίηση, απεγκληματοποίηση, αποφυλακοποίηση, αποϊδρυματοποίηση εξακολουθεί να βασίζεται στην αποδεδειγμένη ύπαρξη/ανάληψη προσωπικής ευθύνης για επανόρθωση της προκληθείσας βλάβης, καθώς και σταθερή βούληση για επανένταξη. Όλες οι διαδικασίες διαμεσολάβησης, συνδιαλλαγής, συμφιλίωσης έχουν νόημα αν ο ανήλικος τις αποδέχεται, παρευρίσκεται και υιοθετεί σχετικό μη-ιδρυματικό πρόγραμμα διαπαιδαγώγησης. Αν τα παραπάνω δεν συντρέχουν για ποιά διαπαιδαγώγηση μιλάμε και για ποιό πρότυπο δικαίου και δικαιοσύνης; ’Η μήπως μερικοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι ‘το μέτρο της επίπληξης απόντος’ συνιστά διαπαιδαγώγηση; ότι οι ‘συστάσεις και νουθεσίες’ θ’ αποτρέψουν, λόγω αρνητικής πρόληψης εκφοβισμού, την τέλεση εγκλήματος;

3. Είμαι αντίθετος με οποιαδήποτε αντίληψη για αδρανοποίηση, αχρήστευση, εξουδετέρωση του ανήλικου δράστη. Ούτε πιστεύω ότι ο ποινικός σωφρονισμός αποτελεί μέσον διαπαιδαγώγησης. Οφείλουμε όμως ν’ απαντήσουμε σε κάποια κρίσιμα ερωτήματα, χωρίς φόβο ή εμμονές:

  • εάν δεχόμαστε το τρίπτυχο ’αναγκαιότητα -προσφορότητα - αναλογικότητα’ στην επιβολή ποινών,ποιά είναι η ‘αναγκαία ειδικοπροληπτική ποινή’ σ’ εναν ανήλικο ανθρωποκτόνο ή ενεργό μέλος Μαφίας ενηλίκων;
  • ποιά είναι η προγνωστική αξία ενός αναμορφωτικού μέτρου σε σχέση με τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του ανήλικου δράστη [ιδίως χωρίς εμπεριστατωμένη έρευνα προσωπικότητας, δηλαδή εγκληματολογικής πραγματογνωμοσύνης];
  • πώς μετριέται η αποτελεσματικότητα των αναμορφωτικών μέτρων σε σχέση με την υποτροπή;
  • τα κατά νόμο ‘νήπια’ [11 χρονών] με μαχαίρια ούτε διάκριση διαθέτουν, ούτε κοινωνική βλάβη προκαλούν;
  • γιατί αρνούμαστε τα ‘οικογενειακά δικαστήρια’ και απορρίπτουμε τα μικτά,την ίδια ώρα που αναθέτουμε στους γονείς την ανα-μόρφωση και χρεώνουμε τις αρνητικές ετικέτες στην κοινωνία;
  • στις εναλλακτικές ποινές-καθήκοντα [π.χ κοινωφελής εργασία] πρέπει να συναινεί ο ανήλικος, υπερφαλαγγίζοντας τη δικαιοπολιτική σημασία του μέτρου;
  • γιατί στα θεραπευτικά μέτρα γνωμοδοτούν γιατροί και ψυχολόγοι και στα αναμορφωτικά μέτρα,στα ιδρύματα και στα καταστήματα κράτησης δεν γνωμοδοτούν εγκληματολόγοι και παιδαγωγοί; Μήπως σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει ενιαία επιστημονική ομάδα.

4. Ίσως να είναι αναγκαίος ένας αυτοτελής κατάλογος εγκλημάτων, ειδικός για ανήλικους, καθώς και Κώδικες [ποινικός, ποινικής δικονομίας, σωφρονιστικός] προσαρμοσμένοι στο status των ανηλίκων.

Προφανώς χρειάζεται μία ειδικευμένη Αστυνομία, επιτροπές ειδικών για επίλυση ελάσσονων διαφορών, ιδρύματα πρόνοιας [π.χ Μονάδες Μέριμνας].

Πιστεύω όμως ότι η αρχή του favor minoris, με την έννοια της επιεικέστερης κι ευμενέστερης μεταχείρισης οποιουδήποτε ανηλίκου[χωρίς όρους και προϋποθέσεις] δεν εξυπηρετεί τελικά ούτε το πρότυπο ευημερίας του ίδιου, ούτε την ασφάλεια των πολιτών.

Οι εγκληματολόγοι ας μην αρνούνται τους αναστοχασμούς της πραγματικότητας λόγω ιδεολογικών κωλυμάτων. Έτσι δεν βοηθάνε ούτε την επιστήμη,ούτε την κοινωνία.