ΤΕΥΧΟΣ #6 ΙΟΥΝΙΟΣ 2018

Το έγκλημα ως διακινδύνευση

Δρ. Εριφύλη Μπακιρλή
Ο έλεγχος του εγκλήματος έχει υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες στις νοοτροπίες και τις πρακτικές που τον διέπουν, με κύριο πλαίσιο αναφοράς μια προδρασιακή[1]. προσέγγιση προσανατολισμένη στον κίνδυνο[2]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το εγκληματικό φαινόμενο αποτυπώνεται περισσότερο ως ένα σύνολο διακινδυνεύσεων και λιγότερο ως ένα ζήτημα που πηγάζει από προσωπικές ή κοινωνικές παθολογίες, ενώ η εξασθένιση της αποκλειστικής ισχύος του κράτους να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που το απειλούν, διευκόλυνε τη μετάβαση από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση[3].

Στη σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική οι έννοιες της συγκράτησης της επικινδυνότητας και της διαχείρισης των κινδύνων επικρατούν της απονομής της δικαιοσύνης και της επανόρθωσης της βλάβης[4]. Ή καλύτερα επιτυγχάνεται μια μετατόπιση από τις έννοιες της παρέκκλισης (deviance) και του ελέγχου (control) σε αυτές της ασφάλειας (security) και του κινδύνου (risk)[5]. Η ‘κοινωνία της διακινδύνευσης’ (risk society/société de risque) οδηγεί στην αναζήτηση ‘νέων’ πολιτικών διαχείρισης[6] του εγκληματικού φαινομένου, οι οποίες συνάδουν με το νεοφιλελεύθερο πνεύμα της σύγχρονης διακυβέρνησης, ενθαρρύνοντας με τον τρόπο αυτό την ατομική πρωτοβουλία και την ιδιωτική ανάληψη ευθύνης στην αντιμετώπισή του[7].

 Σύμφωνα με τους Malcolm Feeley και Jonathan Simon (1992, 1994), η σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική χαρακτηρίζεται από μία Νέα Φιλοσοφία της Ποινής (New Penology), η οποία έχει μια κατεύθυνση λογιστική/διαχειριστική’ (actuarial)[8], ενώ σκοπός της καθίσταται η αξιολόγηση της επικινδυνότητας εκείνων που θεωρούνται ύποπτοι να παραβιάσουν έννομα αγαθά και η εξουδετέρωσή τους μέσω του αποκλεισμού (από δημόσιους χώρους), της επιτήρησης (με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα)[9] ή της αχρήστευσής τους (κυρίως για τους ουσιοεξαρτημένους)[10].  Μερικές, δε, από τις τεχνικές που επιβάλλονται, είναι οι υπολογισμοί πιθανοτήτων και οι στατιστικές κατανομές της εγκληματικής δραστηριότητας, καθώς και η ηλεκτρονική χαρτογράφηση των περιοχών με υψηλό δείκτη εγκληματικότητας[11].

Στην ακαδημαϊκή εγκληματολογία παρατηρείται τις δύο τελευταίες δεκαετίες μια αυξανόμενη άνθιση των οικονομικών θεωριών της εγκληματικότητας, οι οποίες συνοδεύονται από προτάσεις πρόληψης, ιδίως περιστασιακής, τεχνικής και τεχνολογικής. Οι παραβάτες παρουσιάζονται ως άτομα που προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν το όφελος (από τη διάπραξη του εγκλήματος) και που αποκρίνονται ‘λογικά’ στις ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται για το έγκλημα, ενώ οι κύριες τεχνικές για την αποτροπή από την εγκληματικότητα είναι η δυσχέρανση του στόχου (target hardening) και η επιτήρηση (surveillance)[12].

Αυτές οι ‘εγκληματολογίες της καθημερινής ζωής’ (criminologies of everyday life), όπως τις ονομάζει ο David Garland (1996), περιλαμβάνουν τη ‘θεωρία της ορθολογικής επιλογής’ (rational choice theory), τη ‘θεωρία των ευκαιριών’ (opportunity theory) και τη ‘θεωρία της καθημερινής δραστηριότητας’ (routine activity theory), και βασίζονται στην ιδέα της περιστασιακής πρόληψης του εγκλήματος (situational crime prevention)[13]. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το έγκλημα προβάλλεται ως ένα ‘φυσιολογικό’[14] καθημερινό φαινόμενο της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, το οποίο δεν εξηγείται επί τη βάσει μιας πιθανής παθογένειας, προδιάθεσης ή ανωμαλίας του δράστη. Αντιθέτως, συνιστά περισσότερο μία διακινδύνευση που πρέπει να υπολογιστεί (τόσο από το θύμα, όσο και από τον θύτη) στη βάση κόστους-οφέλους ή ένα ‘ατύχημα’ που πρέπει να αποφευχθεί, παρά μία ηθική απόκλιση που πρέπει να εξηγηθεί, κι εντέλει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά[15].

Περαιτέρω, η Πρόληψη του Εγκλήματος μέσω του Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού (Crime Prevention Through Environmental Design) που έχει τις ρίζες της στις εργασίες των Jane Jacobs (1961), Ray Jeffery (1971, 1977) και Oscar Newman (1972)[16], και που στηρίζεται στις προόδους της ‘περιβαλλοντικής εγκληματολογίας’ (environmental criminology), αναδεικνύει τη σπουδαιότητα του φυσικού περιβάλλοντος στην παραγωγή του εγκληματικού φαινομένου και της αναταραχής[17]. Σήμερα, οι υπερασπιστές της προσέγγισης αυτής θεωρούν ότι ο περιβαλλοντικός σχεδιασμός μπορεί να συμβάλει στη μείωση την ευκαιριών για το έγκλημα[18], να μετριάσει τον φόβο του εγκλήματος[19] και να συμβάλει σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, καθιστώντας το χωροταξικά μεταμορφωμένο περιβάλλον λιγότερο ευάλωτο στο έγκλημα και την αταξία[20].

Παρομοίως, στο βιβλίο του Υπερασπίσιμος Χώρος (defensible space) ο Newman (1972) εισήγαγε την ιδέα πως για τον περιορισμό της θυματοποίησης στους δημόσιους χώρους, αρκούσαν ορισμένες αρχιτεκτονικές καινοτομίες. Συγκεκριμένα, η δημιουργία ζωνών εδαφικής επιρροής (zones of territorial influence), η ενθάρρυνση της φυσικής επιτήρησης (natural surveillance) και κατ’ επέκταση του άτυπου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος, η οριοθέτηση των χώρων διαμέσου συμβολικών συνόρων/ορίων (όπως για παράδειγμα οι μπάρες και οι κιγκλιδώσεις), κ.ά., συγκαταλέγονται ανάμεσα σε αυτές[21]. Έτσι, βλέπουμε η αρχιτεκτονική μορφή του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος να προσδιορίζει τους χώρους για συγκεκριμένες χρήσεις[22].

Οι προτάσεις του Newman οδήγησαν, μοιραία, στη σύνδεση ανάμεσα στον έλεγχο του εγκλήματος και την αστική αρχιτεκτονική δομή[23], η οποία συνέβαλλε στην αλλαγή της φυσιογνωμίας στο εσωτερικό των μεγάλων πόλεων και την κατάτμησή τους σε ζώνες ‘συμπίεσης του κινδύνου’ (risk suppression zones). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως αυτές οι στρατηγικές καταπολέμησης του εγκλήματος διαμέσου του περιβαλλοντικού σχεδιασμού, όπως είναι η δημιουργία ασφαλών ζωνών (secure zones) στο εσωτερικό των μεγαλουπόλεων, φαίνεται να εξαπλώνονται, τελευταία, σε πολλές χώρες παγκοσμίως[24].

Σύμφωνα με την Susan Christopherson (1994), κύριο μέλημα των υπευθύνων για την αστική ανάπτυξη των σύγχρονων πόλεων είναι η δημιουργία χώρων οι οποίοι θα προσφέρονται για την ενασχόληση με ευχάριστες δραστηριότητες (‘playful’ spaces)[25]. Εν προκειμένω, απαιτείται η υιοθέτηση αρχιτεκτονικών μορφών που να μεγιστοποιούν την επιτήρηση και κατ’ επέκταση το αίσθημα της ασφάλειας, με σκοπό να παραμείνουν ελκυστικοί ως προς την πραγματοποίηση των συλλογικών δραστηριοτήτων. Δεν προκαλεί, επομένως, καμία έκπληξη το γεγονός πως η εμφάνιση της ‘πόλης-φρούριο’ (fortress city), όπως στο Λος Άντζελες των ΗΠΑ[26], για παράδειγμα, συνέπεσε με τη διάδοση της πολιτικής της μηδενικής ανοχής, η οποία είναι εμπνευσμένη από τη θεωρία των ‘σπασμένων τζαμιών’ (broken windows theory) και η οποία συνδέει άμεσα το αρχιτεκτονικό περιβάλλον με την κοινωνική ευταξία[27].

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί, πως οι όποιες παρεμβάσεις στην αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του χώρου με σκοπό να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες μη συμμόρφωσης των υποκειμένων, προϋποθέτουν την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα, η οποία πραγματοποιείται πλέον μέσα από τεχνικές και απρόσωπες μορφές επιτήρησης, κυρίως με τη συνδρομή της σύγχρονης τεχνολογίας[28]. Η επιτήρηση με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα έχει εκτοπίσει τη ‘φυσική’ επιτήρηση, απομακρύνοντας το ανθρώπινο στοιχείο από τις εποπτευόμενες περιοχές[29]. Μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε δημοτικό διαμέρισμα του Λονδίνου τη δεκαετία του ’90, έδειξε ότι οι αυτόματες μπάρες και οι κάμερες παρακολούθησης κλειστού κυκλώματος (CCTV), αντικατέστησαν το ανθρώπινο δυναμικό που επιτελούσε τον έλεγχο και την επιτήρηση της περιοχής, το οποίο περιελάμβανε εκτός από τη δημόσια αστυνομία και μία πλειάδα διαφόρων ειδικοτήτων όπως ελεγκτές εισιτηρίων, παρκαδόρους, κ.ά.[30]

Συμπερασματικά, η ‘κοινωνία της διακινδύνευσης’ στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην κατηγοριοποίηση και τον έλεγχο των πληθυσμών με βάση την πρόγνωση της επικινδυνότητας, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός διαχειριστικού μοντέλου αντιμετώπισης της παρέκκλισης[31]. Παράλληλα, η έμφαση που δίνεται στην αποτροπή από μελλοντικούς κινδύνους[32] φαίνεται να αποτελεί το κυρίαρχο σχήμα κατά τη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, επηρεάζοντας τις πρακτικές της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο[33].

__________________________________________________________________

*Η Εριφύλη Μπακιρλή είναι Δρ. Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Βιβλιογραφία

  1. Beck, U. (1999) World risk society. 2nd Edition, Polity Press, Cambridge.
  2. Beckett, K. & Herbert, S. (2008) «Dealing with Disorder. Social Control in the Post-Industrial City». Theoretical Criminology 12 (1), 5-30.
  3. Bigo, D. (1997) «La Recherche Proactive et la Gestion du Risque». Déviance et société 21 (4), 423-429.
  4. Brants, C. & Field, S. (1997) «Les Méthodes d'Enquête Proactive et le Contrôle des Risques». Déviance et société 21 (4), 401-414.
  5. Christopherson, S. (1994) «The Fortress City: Privatized Spaces, Consumer Citizenship». Στο: Ash, Α. (εκδ.), Post-Fordism. Blackwell Publishers, Cambridge, 409-427.
  6. Cohen, S. (1994) «Social Control and the Politics of Reconstruction». Στο: Nelken, D. (εκδ.), The Futures of Criminology. Sage, London, 63-88.
  7. Crawford, A. (2003) «‘Contractual Governance’ of Deviant Behaviour». Journal of Law and Society 30 (4), 479-505.
  8. Davis, M. (1990) City of Quartz: Imagining the Future in Los Angeles. Vintage Books, New York.
  9. Doherty, J., Busch-Geertsema, V., Karpuskiene, V., Korhonen, J., O'Sullivan, E., Sahlin, I., Tosi, A., Petrillo, A. & Wygnanska, J. (2008) «Homelessness and Exclusion: Regulating Public Space in European Cities». Surveillance & Society 5 (3), 290-314.
  10. Feeley, Μ. & Simon, J. (1992) «The New Penology: Notes on the Emerging Strategy of Corrections and Its Implications». Criminology 30 (4), 449-474.
  11. Feeley, M. & Simon, J. (1994) «Actuarial Justice: the Emerging New Criminal Law». Στο: Nelken, D. (εκδ.), The Futures of Criminology. Sage, London, 173-201.
  12. Felson, M. (1998) Crime and Everyday Life. 3rd Edition, Sage, London.
  13. Francis, V. (2008) «Du Panopticon à la ‘Nouvelle Surveillance’. Un Examen de la Littérature Anglophone». Revue de Droit Pénal et de Criminologie 88 (11), 1025-1046.
  14. Fussey, P. (2007) «Observing Potentiality in the Global City: Surveillance and Counterterrorism in London». International Criminal Justice Review 17 (3), 171-192.
  15. Garland, D. (1996) «The Limits of the Sovereign State. Strategies of Crime Control in Contemporary Society». The British Journal of Criminology 36 (4), 445-471.
  16. Garland, D. (1999) «‘Governmentality’ and the Problem of Crime». Στο: Smandych, R. (εκδ.), Governable Places. Readings on Governmentality and Crime Control. Ashgate-Dartmouth, Aldershot, 15-43.
  17. Giddens, A. (1990) The Consequences of Modernity. Polity Press, Cambridge.
  18. Harcourt, B. (2011α) «Surveiller et Punir à l’Age Actuariel. Généalogie et Critique». Déviance et Société 35 (1), 5-33.
  19. Harcourt, B. (2011β) «Surveiller et Punir à l’Age Actuariel. Généalogie et Critique (Partie II)». Déviance et Société 35 (2), 163-194.
  20. Herbert, S. (2001) «Policing the Contemporary City: Fixing Broken Windows or Shoring Up Neo-Liberalism?». Theoretical Criminology 5 (4), 445-466.
  21. Hudson, B. (1998) «Punishment and Governance». Social and Legal Studies 7 (4), 553-559.
  22. Hughes, G. (1998) Understanding Crime Prevention. Social Control, Risk and Late Modernity. Open University Press, Buckingham.
  23. Johnston, L. (2000) Policing Britain: Risk, Security and Governance. Longman, Harlow.
  24. Jones, T. (2007) «The Governance of Security: Pluralization, Privatization, and Polarization in Crime Control». Στο: Maguire, M., Morgan, R. & Reiner, R. (εκδ.), The Oxford Handbook of Criminology. 4th Edition, Oxford University Press, Oxford, 841-865.
  25. Jones, T. & Newburn, T. (1998) Private Security and Public Policing. Clarendon Press, Oxford.
  26. Jones, T. & Newburn, T. (2002) «The Transformation of Policing?. Understanding Current Trends in Policing Systems». The British Journal of Criminology 42 (1), 129-146.
  27. LeBeau, J. L. (2004) «Hot Spots». Encyclopedia of Law Enforcement. Sage Publications.
  28. Leland, S. M. (2004) «Crime Mapping». Encyclopedia of Law Enforcement. Sage Publications.
  29. Mary, Ph. (2001α) «Pénalité et Gestion des Risques: Vers une Justice ‘Actuarielle’ en Europe?». Déviance et Société 25 (1), 33-51.
  30. Mary, Ph. (2001β) «La Penalisation du Social Comme Hypothese de Travail». Στο: Mary, Ph. & Papathéodorou, Th. (εκδ.), Délinquance et Insécurité en Europe. Vers une Pénalisation du Social?. Bruylant, Bruxelles, 7-23.
  31. McLaughlin, E. (2006α) «Actuarialism». Στο: McLaughlin, E. & Muncie, J. (εκδ.), The Sage Dictionary of Criminology. 2nd Edition, Sage, London, 6-7.
  32. McLaughlin, E. (2006β) «Broken Windows». Στο: McLaughlin, E. & Muncie, J. (εκδ.), The Sage Dictionary of Criminology. 2nd Edition, Sage, London, 27-29.
  33. Merry, S. E. (2003) «Spatial Governmentality and the New Urban Social Order: Controlling Gender Violence Through Law». Στο: McLaughlin, E., Muncie, J. & Hughes, G. (εκδ.), Criminological Perspectives: Essential Readings. 2nd Edition, Sage, London, 467-483.
  34. Monahan, T. (2006) «Electronic Fortification in Phoenix: Surveillance Technologies and Social Regulation in Residential Communities». Urban Affairs Review 42 (2), 169-192.
  35. Muncie, J. (2006) «Defensible Space». Στο: McLaughlin, E. & Muncie, J. (εκδ.), The Sage Dictionary of Criminology. 2nd Edition, Sage, London, 115-116.
  36. Newburn, T. (2002) «The Introduction of CCTV into a Custody Suite: Some Reflections on Risk, Surveillance and Policing». Στο: Crawford, A. (εκδ.), Crime and Insecurity: The Governance of Safety in Europe. Willan Publishing, Cullompton, 260-273.
  37. Newburn, T.  (2007) Criminology. Willan Publishing, Cullompton.
  38. Newman, O. (1972) Defensible Space: Crime Prevention Through Urban Design. Macmillan, New York.
  39. Norris, C. & McCahill, M. (2006) «CCTV: Beyond Penal Modernism?». The British Journal of Criminology 46 (1), 97-118.
  40. O’Malley, P. (1996) «Risk and Responsibility». Στο: Barry, A., Osborne, T., & Rose, N. (εκδ.), Foucault and political reason. Liberalism, neo-liberalism and rationalities of government. Routledge, London, 189-207.
  41. O’Malley, P. (2004) «Globalizing Risk? Distinguishing Styles of ‘Neoliberal’ Criminal Justice in Australia and the USA». Στο: Newburn, T. & Sparks, R. (εκδ.), Criminal Justice and Political Cultures. National and international dimensions of crime control. Willan Publishing, Collumpton, 30-48.
  42. O’Malley, P. (2006) «Risk». Στο: McLaughlin, E. & Muncie, J. (εκδ.), The Sage Dictionary of Criminology. 2nd Edition, Sage, London, 363-365.
  43. O'Malley, P. & Palmer, D. (1996) «Post-Keynesian Policing». Economy and Society 25 (2), 137-155.
  44. Parnaby, P. (2007) «Crime Prevention Through Environmental Design: Financial Hardship, the Dynamics of Power, and the Prospects of Governance». Crime, Law and Social Change: An Interdisciplinary Journal 48 (3-5), 1-16.
  45. Rigakos, G. & Hadden, R. (2001) «Crime, Capitalism and the ‘Risk Society’: Towards the Same Olde Modernity?». Theoretical Criminology 5 (1), 61-84.
  46. Robinson, M. (1999) «The Theoretical Development of ‘CPTED’. Twenty-five Years of Responses to C. Ray Jeffery». Στο: Laufer, W. & Adler, F. (εκδ.), The Criminology of Criminal Law. Transaction Publishers, New Brunswick, 427-462.
  47. Schinkel, W. (2011) «Prepression: the Actuarial Archive and New Technologies of Security». Theoretical Criminology 15 (4), 365-380.
  48. Sheptycki, J.W.E. (1999) «Policing, Postmodernism and Transnationalization». Στο: Smandych, R. (εκδ.), Governable Places. Readings on Governmentality and Crime Control. Ashgate-Dartmouth, Aldershot, 215-238.
  49. Simon, J. (1988) «The Ideological Effects of Actuarial Practices». Law & Society Review 22 (4), 771-800.
  50. Smith, N. (2001) The New Urban Frontier. Gentrification and the Revanchist City. 2nd Edition, Routledge, London.
  51. Swatt, M. (2009) «Crime Mapping». Στο: Miller, M. (εκδ.), 21st Century Criminology: A Reference Handbook. Sage Publications, California.
  52. Tsoukala, A. (2008) «Security, Risk and Human Rights: A vanishing relationship?». CEPS (Centre for European Policy Studies) Special Report/September 2008, 1-17.
  53. Vrij, A. & Winkel, F. W. (1991) «Characteristics of the Built Environment and Fear of Crime: a Research Note on Interventions in Unsafe Locations». Deviant Behavior: An Interdisciplinary Journal 12, 203-215.
  54. Welsh, B. & Farrington, D. (1999) «Value for Money? A Review of the Costs and Benefits of Situational Crime Prevention». The British Journal of Criminology 39 (3), 345-368.
  55. Welsh, B. & Farrington, D. (2009) « Public Area CCTV and Crime Prevention: An Updated Systematic Review and Meta-Analysis». Justice Quarterly 26 (4), 716-745.
  56. Wilkinson, R. (2007) «Global Governance». Στο: Bevir, M. (εκδ.), Encyclopedia of Governance. Sage, London, 344-349.
  57. Williams, M. J. (2008) «(In)Security Studies, Reflexive Modernization and the Risk Society». Cooperation and Conflict: Journal of the Nordic International Studies Association 43 (1), 57-79.
  58. Willis, J. J. & Mastrofski, S. D. (2012) «COMPSTAT and the New Penology. A Paradigm Shift in Policing?». The British Journal of Criminology 52 (1), 73–92.
  59. Wilson, J. & Kelling, G. (1982) «Broken Windows: the Police and Neighborhood Safety». Atlantic Monthly, 29-38.
  60. Wyvekens, A. (2008) «Quant l’Urbain Rencontre la Securité. La Prévention Situationnelle en France Aujourd’hui». Revue de droit Pénal et de Criminologie 88 (9-10), 887-900.
  61. Ζαραφωνίτου, Χ. (2002) Ο Φόβος του Εγκλήματος. Α.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή.
  62. Ζαραφωνίτου, Χ. (2007) «Όψεις και Διαστάσεις του Κοινωνικού Φαινομένου της Ανασφάλειας». Στο: Ζαραφωνίτου, Χ. (εκδ.), Ανασφάλεια, Αντεγκληματική Πολιτική και Δικαιώματα του Ανθρώπου. Α.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 35-58.
  63. Κοντιάδης, Ξ. (2005) «Το Κοινωνικό Κράτος Πρόληψης ως Απάντηση στην Κρίση του Παραδοσιακού Κοινωνικού Κράτους. Προς ένα Νέο Πολιτειολογικό Τύπο;». Στο: Ανθόπουλος, Χ., Κοντιάδης, Ξ. & Παπαθεοδώρου, Θ. (εκδ.), Ασφάλεια και Δικαιώματα στην Κοινωνία της Διακινδύνευσης. Α.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 69-108.
  64. Λαμπροπούλου, Έ. (2001) Εσωτερική Ασφάλεια και Κοινωνία του Ελέγχου. Κριτική, Αθήνα.
  65. Μπακιρλή, Ε. (2013) «Από τον Έλεγχο του Εγκλήματος στη Σύγχρονη ‘Διακυβέρνηση’ της Ασφάλειας: Μερικές Βασικές Κατευθύνσεις και η Εξέλιξή τους». Εγκληματολογία (1-2), 102-111.
  66. Πανούσης, Γ. (2007) Εγκληματογενείς και Εγκληματογόνοι Κίνδυνοι. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  67. Τσίγκανου, Ι. (2003) «Έγκλημα και ‘Επικινδυνοποίηση’ στην Κοινωνία της ‘Διακινδύνευσης’ των Κοινωνικών Ανισοτήτων και της Διαφοράς». Στο: Τιμητικός Τόμος για την Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1385-1404.

[1] Λαμπροπούλου 2001: 89, 174.

[2] Cohen 1994: 73, Bigo 1997: 423-429, Tsoukala 2008: 4, Francis 2008: 1026. Τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης είναι ένα σύγχρονο τεχνολογικό μέσο ελέγχου της παρέκκλισης με προδραστικό περιεχόμενο, βλ. σχετικά Norris & McCahill 2006: 114.

[3] Κατά γενική ομολογία, ο όρος ‘διακυβέρνηση’ αναφέρεται σε μία τάξη πραγμάτων η οποία είναι πιο ανεπίσημη, λιγότερο απτή και κάποιες φορές λιγότερο νομιμοποιημένη, από αυτήν στην οποία αναφέρεται ο όρος ‘κυβέρνηση’, Wilkinson 2007: 345. Στην περίπτωση που μας αφορά και είναι η διακυβέρνηση της ασφάλειας, ο όρος αυτός αναφέρεται στον περιορισμό του κρατικού μονοπωλίου στην αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου και τη σύμπραξη με άλλους φορείς (κοινοτικούς, ιδιωτικούς) στο πλαίσιο μιας συμμετοχικής αντεγκληματικής πολιτικής, βλ. Μπακιρλή 2013: 102-111. 

[4] O’Malley 1996: 190, Rigakos & Hadden 2001: 62.

[5] Να σημειωθεί ότι γίνεται εναλλακτικά η χρήση των όρων κίνδυνος/διακινδύνευση, αλλά θεωρητικά μένουμε πιστοί στη μεταξύ τους διάκριση, σύμφωνα με τους Beck (1999), Giddens (1990) και άλλoυς θεωρητικούς που προσέγγισαν κοινωνιολογικά την έννοια του κινδύνου.

[6] Κοντιάδης 2005: 72-73, Brants & Field 1997: 409.

[7] O’Malley & Palmer 1996: 148, Merry 2003: 471, O’Malley 2006: 364, Schinkel 2011: 375. Η έννοια του κινδύνου επικρατεί στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης σε πολλά νεοφιλελεύθερα κράτη και κυρίως στις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά, αλλά και στην Ευρώπη (Μεγ. Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, κ.α.), O’ Malley 2004: 30.

[8] Feeley & Simon 1992: 452. Το επίθετο ‘actuarial’ είναι όρος της στατιστικής και της λογιστικής διαλέκτου οι οποίες χρησιμοποιούνται στον τομέα των ασφαλιστικών υπηρεσιών, ενώ τελευταία άρχισε να χρησιμοποιείται και στις ποινικές επιστήμες, ιδιαίτερα στον τομέα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όπου έχει επικρατήσει ως ‘διαχειριστική δικαιοσύνη’ (actuarial justice) και είναι συνώνυμο του ‘λογιστικού/διαχειριστικού’ υπολογισμού, Mary 2001α: 35 και του ιδίου 2001β: 19, McLaughlin 2006α: 6, Newburn 2007: 335.

[9] Σύμφωνα με τον Les Johnston (2000) τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ‘διαχειριστικής’ τεχνολογίας (‘actuarial’ technology), δεδομένου ότι σύμφωνα με αυτού του είδους την επιτήρηση, το σύνολο του πληθυσμού ανεξαρτήτως προηγούμενης παραβατικής συμπεριφοράς δύναται να θεωρηθεί επικίνδυνο, συνιστώντας την ‘κοινότητα του κινδύνου’ (risk community), Johnston 2000: 62.

[10] Hughes 1998: 141.

[11] Hudson 1998: 556. Κατά την αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία η γεωγραφική κατανομή της εγκληματικότητας σαν αστυνομική πρακτική υποδηλώνεται με τη χρήση του όρου ‘crime mapping’, απ’ όπου και προκύπτουν τα ‘καυτά σημεία’ (hot-spots) της εγκληματικότητας. Πρόκειται για τις υποβαθμισμένες κι ‘ευάλωτες’ περιοχές των πόλεων, οι οποίες ως εκ τούτου, καθίστανται ‘ελκυστικές’ στους επίδοξους εγκληματίες και συνεπώς παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά εγκληματικών κρουσμάτων, βλ. Leland 2004, LeBeau 2004, Swatt 2009. Βλέπε, επίσης, Garland (1999: 19-20), ο οποίος κάνει λόγο για τις ‘εγκληματογενετικές καταστάσεις’ (criminogenic situations) των σύγχρονων κοινωνιών.

[12] Hughes 1998: 61, Crawford 2003: 484, Newburn 2007: 578.

[13] Κι εδώ να αναφέρουμε ότι οι κάμερες παρακολούθησης, είτε είναι τοποθετημένες σε ιδιωτικούς, είτε σε δημόσιους χώρους, αποτελούν πρότυπο παράδειγμα περιστασιακής πρόληψης του εγκλήματος, Fussey 2007: 171-192, Welsh & Farrington 2009: 717.

[14] Χαρακτηριστική είναι η φράση του Marcus Felson (1998: 11) σχετικά: «οι καθημερινοί άνθρωποι (νεαροί και ηλικιωμένοι) διαπράττουν καθημερινά εγκλήματα. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να εγκληματήσει τουλάχιστον κάποια φορά στη ζωή του».

[15] Feeley & Simon 1994: 173, Garland 1996: 450-451 και του ιδίου 1997: 185-186, Wyvekens 2008: 889. Για πιο λεπτομερή παρουσίαση προγραμμάτων περιστασιακής πρόληψης της εγκληματικότητας, βλ. ανάμεσα σε άλλα, Welsh & Farrington 1999: 345-368. 

[16] Ανάλογες εργασίες που συσχετίζουν τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό με τον αντίστοιχο περιορισμό της θυματοποίησης και του φόβου του εγκλήματος έχουν πραγματοποιηθεί και πιο πρόσφατα, βλ. ενδεικτικά Vrij & Winkel 1991: 203-215.

[17] Robinson 1999: 450-452.

[18] H στρατηγική που έχει κατά καιρούς εφαρμοστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, γνωστή και ως ‘Deterrence by design’, στηρίζεται στην αποτροπή από το έγκλημα διαμέσου του χωροταξικού σχεδιασμού, Doherty et al. 2008: 301.

[19] Βλ. Ζαραφωνίτου 2002.

[20] Parnaby 2007: 2. Εντούτοις, η κριτική που ασκείται συχνά σε αυτή την προσέγγιση είναι το πρόβλημα της μετατόπισης της εγκληματικότητας τοπικά και χρονικά, αλλά και όσον αφορά την αλλαγή στα μέσα και τους στόχους της εγκληματικής δραστηριότητας, Muncie 2006: 116, Newburn 2007: 582. 

[21] Newman 1972: 3.

[22] Monahan 2006: 174.

[23] Crawford 2003: 484.

[24] Sheptycki 1999: 220-221.

[25] Christopherson 1994: 409-427. Γνωστοί και ως ‘bourgeois playgrounds’ κατά τα λόγια του Neil Smith (2001).

[26] Davis 1990.

[27] Beckett & Herbert 2008: 8. Αναλυτικά για τη θεωρία των ‘σπασμένων τζαμιών’, βλ. Wilson & Kelling 1982: 29-38, Herbert 2001: 445-466, McLaughlin 2006β: 27-29 και Newburn 2007: 575-576.

[28] Jones 2007: 852.

[29] Jones & Newburn 2002: 140.

[30] Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Jones & Newburn 1998.

[31] Τσίγκανου 2003: 1401, Πανούσης 2007: 95. Περισσότερα αναφορικά με τη ‘γενεαλογία’ του διαχειριστικού μοντέλου αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, καθώς και των μεθόδων που εφαρμόζει, βλ. μεταξύ άλλων Harcourt 2011α: 5-33 και του ιδίου 2011β: 163-194.

[32] Πρόκειται σαν μία προσπάθεια να ‘αποικίσουμε το μέλλον’ (‘colonize the future’), όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Beck, σύμφωνα με Williams 2008: 62-63.

[33] Newburn 2002: 268.