ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Kοινωνική Μηχανική και Αντικοινωνική Αμηχανία (η απελεύθερη Εγκληματολογία; )

Ομ. Καθηγ. Γιάννης Πανούσης

Να γεννηθούν τα όνειρα, αλέκτωρ να λαλήσει

“Η ιστορία είν’ εδώ! δεν έχουμε ξοφλήσει

Γ. Σώκος,  Αμφορείς Βρυξελλών

1. Διευκρινίσεις

Έχω γράψει πολλές φορές ότι η Εγκληματολογία δεν πρέπει ποτέ να γίνει η θεραπαινίδα της Κοινωνιολογίας ή της Ανθρωπολογίας ή της Ψυχολογίας ή της Πολιτικής και να ταυτισθεί μαζί τους, μέσω κοινών παραδοχών, μεθόδων ή στοχεύσεων.

Για  να υποστηρίξω τη θέση μου αυτή θα επιχειρήσω –εν συντομία- να παρουσιάσω ορισμένες κλασικές κοινωνικολογικές θεωρίες (ως συγγενέστερες με αυτές πολλών εγκληματολόγων), οι οποίες βέβαια με την πάροδο του χρόνου, ανασκευάστηκαν ή απορρίφθηκαν από τους ίδιους τους μεταγενέστερους κοινωνιολόγους. Με τον τρόπο αυτό ελπίζω ν’ αποδείξω ότι αν και οι εγκληματολόγοι είχαν ακολουθήσει τις απόψεις εκείνων θα είχαν οδηγηθεί σ’ επιστημονικά και θεωρητικά αδιέξοδα. Υπογραμμίζω ότι η χρησιμοποιηθείσα βιβλιογραφία από το χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι ενδεικτική, περιορίζεται σε ορισμένους θεωρητικούς και σε καμμία περίπτωση δεν εξαντλεί το ζήτημα. Απλώς το θέτει.

2. Επιλογές

(1)  Η θετική φιλοσοφία, η “φυσική επιστήμη της κοινωνίας” του Κοντ (Auguste Comte)  εντάσσει κάθε φαινόμενο (ακόμα και το εγκληματικό)  στο κανονιστικό πλαίσιο της λεγόμενης “καλής κοινωνίας”. Η επιστημονική γνώση για τα κοινωνικά πράγματα και τα μεθοδολογικά κριτήρια ορίζουν τους “νόμους” που διέπουν  τα φαινόμενα αυτά και απο-δεικνύουν τη βασιμότητα των υποθέσεων. Η παρατηρητικότητα μαζί με τη στατιστική (του Adolphe Quételet) μεταφράζει σε αριθμούς (όπως συμβαίνει με τις φυσικές επιστήμες) τον τρόπο που εξελίσσεται η εγκληματικότητα. Λογική και εμπειρία αντί του μεταφυσικού στοχασμού. Savoir pour prévoir, prévoir pour savoir.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε την Κοινωνική Φυσική του Κοντ θα ερμήνευε μονοσήμαντα τις εγκληματογόνες σχέσεις με βάση φυσικούς νόμους γενικής ισχύος και θα εγκλωβιζόταν σε μηχανιστικές προσεγγίσεις των κοινωνικών αιτίων.

(2) Ο Νατουραλισμός του Σπένσερ (Herbert Spencer). Δηλαδή η οργανισμική αναλογία, οι ομοιότητες στην πολυπλοκότητα και η διαφοροποίηση στην εξέλιξη της κοινωνίας και του ατομικού οργανισμού, ή και της φυσικής τάξης, μπορεί να καταλήξει σε κοινωνικό δαρβινισμό.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε την κρυφοβιολογική εκδοχή του Σπένσερ στην πραγματικότητα θα δοξολογούσε τον απόλυτο φιλελευθερισμό του ατομικισμού και θ’ ακύρωνε την παρέμβαση του (κοινωνικού) Κράτους στη διαχείριση του εγκληματικού φαινομένου, αφού οι νόμοι της Γενετικής θα εξηγούσαν τα πάντα.

(3) Οι αξίες και τα ήθη, οι παραδοσιακοί ηθικοί έλεγχοι συνιστούν τη βάση της θεωρίας του Ντυρκέϊμ (EmileDurkheim)  για την Ανομία, δηλαδή για την ατονία των κοινωνικών προτύπων. Το κοινωνικό γεγονός και ο κοινωνικός καταναγκασμός, η συλλογική συνείδηση (ως συνείδηση των συνειδήσεων), οι θεσμοί προσδιορίζουν τις μορφές του εγκλήματος, ως αναπόφευκτου και συνεπώς “φυσιο-λογικού” φαινομένου,  καθώς και της εκτροπής, ως στάσης με κοινωνική λειτουργικότητα.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε τις απόψεις του Ντυρκέϊμ για το “επανορθωτικό δίκαιο”, ως ορατό σύμβολο της κοινωνικής αλληλεγγύης που οργανώνει με ακρίβεια το γίγνεσθαι, θα θεοποιούσε τον κοινωνικό έλεγχο που ασκεί ο κρατικός μηχανισμός. Επίσης θα έδινε στις αξιακές /πολιτισμικές συγκρούσεις μεγαλύτερη επιρροή από αυτήν που οι εγκληματολόγοι (ακόμα και της Cultural Criminology)  αναγνωρίζουν ότι έχουν στη γενική εγκληματικότητα.

(4) Ο Μαρξ (Karl Marx)  υποστηρίζει ότι μέσα από τη διαλεκτική σχέση “θέσης/αντίθεσης”, την υλιστική προσέγγιση της κοινωνικής εξέλιξης και την ταξική πάλη θ’ αντιμετωπιστεί ριζικά και το “κατασκευασμένο” από την αστική τάξη” έγκλημα”.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε τις εκτιμήσεις του Μαρξ για τη μη-εγκληματογόνο αταξική κοινωνία, όπου η ψευδής συνείδηση θα έχει καταστεί αληθής (sic) , ενώ η αλλοτρίωση θα έχει αντικατασταθεί από τον ελεύθερο από τις παραγωγικές δουλείες “νέον άνθρωπο”, θα είχε εγκλωβιστεί   στον οικονομισμό και σε απλοϊκές (και ουδέποτε αποδειχθείσες) προ/ αντ/εγκληματικές πολιτικές.

(5) Ο Παρέτο (Vilfredo Pareto) ασχολείται με το λειτουργισμό, την ψυχολογία της συμπεριφοράς και τη βία, αναζητώντας τις πιθανές ισορροπίες των συστημάτων μέσω αλληλεξαρτήσεων ή και αλλαγής προτύπων. Η ανθρώπινη φύση και η μη-λογική συμπεριφορά, ως έμφυτες προδιαθέσεις και ως συναισθηματικά κατάλοιπα, επηρεάζουν την αντικοινωνική δράση.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε την ταύτιση εγκλήματος με βιολογική προδιάθεση θα είχε εγκλωβιστεί σε δοξολόγηση της προ-εγκληματικής επικινδυνότητας και των προληπτικών κυρώσεων κατά της ελευθερίας.

(6) Ο Ζίμελ (Georg Simmel) ισχυρίζεται ότι η δυναμική και αμοιβαία επίδραση ανάμεσα στους “εντός/εκτός” της κοινωνίας και η εναρμόνιση των Δυάδων (ο Ξένος και ο Άλλος) είναι το μυστικό της κοινωνικής συνοχής και ηρεμίας.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε τα σχήματα του Ζίμελ θα περιόριζε την ανάλυσή της σε ειδικές περιπτώσεις εγκληματογένεσης (π. χ μετανάστες, “διαφορετικοί“ κ.λπ)  χωρίς να μπορεί να διατυπώσει θεωρία γενικής ισχύος ή θα υπέκυπτε σε μία “Κοινωνιολογία των αισθήσεων”.

(7) Ο Βέμπερ (Max Weber) πιστεύει ότι μέσα από την αξιολογική ουδετερότητα και τις διαδικασίες των υποθετικών απαντήσεων αποφεύγεται ο ντετερμινισμός και η νομοτελειακή παραγωγή βίας. Η πειθαρχία,  η ηθική, η γραφειοκρατία, η τεχνολογία, το κύρος  και το status των προσώπων παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση αρνητικών φαινομένων. Σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές μέσα στο σύστημα προτιμώνται έναντι της αλλαγής του ίδιου του συστήματος

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε το βεμπεριανό μοντέλο θα εγκλωβιζόταν  σε θρησκευτικές ηθικές παραμέτρους (προτεσταντικής ή και καλβινιστικής προέλευσης)  περί προκαθορισμού της ανθρώπινης μοίρας (του εγκληματία;) ή σε μία λογική Διαχειριστικής/Διοικητικής αντιμετώπισης της εγκληματικότητας.

(8) Ο Πάρσονς (Talcott Parsons)  εκθειάζει το δομολειτουργισμό, τη βουλησιαρχία, το συμπεριφορισμό χωρίς να μπορεί ν’ αποφύγει τους κοινωνικούς διαφορισμούς. Γι’ αυτόν οι πιο θεμελιώδεις μηχανισμοί του κοινωνικού ελέγχου βρίσκονται στην ομαλή διαδικασία αλληλεπίδρασης σ’ ένα θεσμικά ολοκληρωμένο κοινωνικό σύστημα.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε την παρσονική εκδοχή  για ένα ενιαίο σύστημα με συμβατά υποσυστήματα που διευκολύνουν την ορθολογική δράση, προσαρμογή, ενσωμάτωση θα εγκλωβιζόταν σε τυποποιημένα σχήματα, τα οποία αδυνατούν να ερμηνεύσουν την (όχι πάντοτε  λογικά εξηγήσιμη) εγκληματική συμπεριφορά.

(9) Ο Μέρτον (Robert Merton)  διατείνεται ότι “η πεθαμένη κοινωνία” δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με “τη ζωντανή πραγματικότητα”. Η σύγκρουση πολιτισμικών στόχων κι επιδιώξεων με τα παρεχόμενα θεσμικά μέσα ασκούν πίεση , στην οποία ο κάθε άνθρωπος αντιδρά με διαφορετικό τρόπο.

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε την Ανομική θεωρία του Μέρτον θα εγκλωβιζόταν στην αλληλοαναίρεση δομών, αξιών, θεσμικών κανόνων, κοινωνικής αποδιοργάνωσης και κανονο-προσανατολισμένων κοινωνικών τάξεων σε σχέση με  την ανανεωτική ή και την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά.

(10) Οι δι-αντι-δράσεις (interactions), χωρίς αναγνώριση της ανεξαρτησίας του δρώντος υποκειμένου, καταλήγουν στο “η κοινωνία είναι τα άτομα”. Πώς όμως μπορούμε να δεχθούμε μία μη-λογική κοινωνία, στην οποία μη-λογικές ανθρώπινες συμπεριφορές αιτιολογούνται με λογικά επιχειρήματα;

Αν η Εγκληματολογία υιοθετούσε αυτές τις προσεγγίσεις περί καταλοίπων και παραγώγων θα εγκλωβιζόταν σε νεφελώδεις ψευδο-επιστημονικές θεωρίες (θρησκευτικο-ηθικού τύπου)

3. Εγκληματο-λογικά

Η  Εγκληματολογία, ως αυτοτελής εγκληματολογικός κλάδος με κεντρικό αντικείμενο ενδιαφέροντος/έρευνας/μελέτης το έγκλημα, τον εγκληματία, την εγκληματικότητα, την αντεγκληματική πολιτική, έχει διέλθει πολλά στάδια από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα κι έχει πάρει τις επιστημολογικές αποστάσεις της από τις συναφείς (μη-ποινικές)  επιστήμες (Κοινωνιολογία, Ψυχολογία, Ανθρωπολογία, Πολιτική κλπ)

Οι  εγκληματολόγοι  δεν πρέπει να υποκύπτουν σε κοινωνιολογικές αναλύσεις για τις δομές και λειτουργίες, σε ψυχολογισμούς για την ατομική προσαρμογή, σε φυλετικούς προσδιορισμούς ή σε πολιτικές προσεγγίσεις της νομιμοποίησης. Το πέρασμα από το βιολογικό στο ψυχολογικό, από το ψυχολογικό στο κοινωνικό, από το κοινωνικό στο αντικονωνικό κι εντέλει από το αντικοινωνικό στο εγκληματικό  δεν συντελείται με γραμμικό τρόπο γι’ αυτό και ο τελικός σταθμός, το έγκλημα, παραμένει και η περισσότερο κρίσιμη –από άποψη επιπτώσεων-παράμετρος.

Οι νέοι βιο-τεχνολογικοί μύθοι, οι νέοι ντετερμινισμοί, ο νεοθετικισμός καθώς και η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων ίσως να δημιουργούν όρους για μία “νέα μαγεία” που υπερβαίνει την πραγματική επιστήμη (true science) αλλά οι εγκληματολόγοι οφείλουν να μην πέσουν στην παγίδα ότι υπηρετούν μία Υπέρ-Επιστήμη, μία Γενική Θεωρία των Πάντων ή ότι αποτελούν μία διανοητική ελίτ που απαντάει σε όλα τα ερωτήματα.

Μολονότι η σχετικότητα της επιστημονικής γνώσης και  η σχέση επιστήμης, αλήθειας και ηθικής θα βρίσκονται πάντοτε υπό αμφισβήτηση ή αναθεώρηση (βλ. Robert Lynd, Knowledge for what?, 1938/48) , μολονότι οι φυσικοί και κοινωνικοί νόμοι εξέλιξης/ανάπτυξης πολεμάνε με τον αμιγή Διαφωτισμό (Condorcet, Montesquieu, Saint-Simon), η Εγκληματολογία πρέπει να προασπίζει το γνωστικό της αντικείμενο, που δεν είναι άλλο από το έγκλημα (πραγματικό και νομικό), από τη σκιαγράφιση του προφίλ του εγκληματία, την αξιόπιστη μέτρηση της εγκληματικότητας και την αποτελεσματική χάραξη αντεγκληματικής πολιτικής, με πλήρη σεβασμό στις αρχές του Κράτους δικαίου και τους ισχύοντες κανόνες των Διεθνών συνθηκών, του Συντάγματος, του Ποινικού δικαίου και της Ποινικής δικονομίας.

Oι επιστήμονες, αλλά και ο κάθε άνθρωπος, θέλουν να κινούνται με βεβαιότητες και νόμους ακριβείας, ξεφεύγοντας από τη Μεταφυσική. Θέλουν να πιστέψουν στο πραγματικό/ παρατηρήσιμο γεγονός και να υπερβούν το φανταστικό/εικαζόμενο που συνήθως καταλήγει σε υπερπαραγωγή θεωριών.

Θεωρίες φαινομενολογίας, εθνομεθοδολογίας, διαφορικού συγχρωτισμού, υποκουλτούρας, ψυχοπαθολογίας και ατομικής απόκλισης προκαλούν αισιόδοξες ή απαισιόδοξες προοπτικές ερμηνείας. Συλλογικές ταυτότητες, πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, κοινωνικές συγκρούσεις  εξετάζονται υπό το πρίσμα της συμβολής τους στην εγκληματογένεση.

Επειδή όμως στις κοινωνικές επιστήμες πολλές φορές ο ίδιος όρος συμβολίζει διαφορετικές οπτικές/αντιλήψεις/έννοιες ή οι ίδιες οπτικές/αντιλήψεις/έννοιες συμβολίζονται με διαφορετικούς όρους θα πρέπει να διαφυλαχθεί ο σκληρός πυρήνας της Εγκληματολογίας από μεταφορά(μεταφύτευση;)  της κουλτούρας και της ορολογίας άλλων επιστημών, λόγω γειτνίασης ή μεγαλύτερης δημοφιλίας. Η συνθετική αξιολόγηση του εγκληματικού φαινομένου, με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, ανεξάρτητα από οποιοαδήποτε κριτικοφιλοσοφική διάθεση, δεν είναι επιτρεπτό να “καπελώνεται” από απόψεις για την κίνηση της ύλης, την έδρα της νόησης, τον ιδεαλισμό, την εξουσία. Διαθέτει το δικό της πεδίο, τους δικούς της κανόνες, τις δικές της μεθόδους, τη δική της γλώσσα και τους δικούς της επιστήμονες.

4. Κίνδυνοι

Είναι δεδομένο ότι ο ρασιοναλιστικός αυτοπροσδιορισμός του Διαφωτισμού, ακόμα και η ηρωοποίηση του παρόντος από το Μοντερνισμό,  άφησαν ιδεολογικά χάσματα/σχίσματα ως προς τη σύλληψη του Κόσμου. Είναι επίσης δεδομένο ότι οι ωφελιμιστές ρίχνουν το βάρος στον ορθολογισμό, οι θετικιστές  στους σταθερούς νόμους και οι ιδεαλιστές στις πολιτισμικές αξίες, ενώ πρόσφατα οι νευροεπιστήμες και η γενετική μηχανική βάζουν από το παράθυρο ένα “νέο πεπρωμένο” για κάθε άνθρωπο.

Από την άλλη η εργαλειοποίηση του Ποινικού δικαίου και της Εγκληματολογίας, είτε στη βάση ενός Κράτους Ασφάλειας (Etat de Securité) , είτε ακολουθώντας ένα μονοδιάστατο πρότυπο Αντεγκληματικής πολιτικής (όπου η ιδεολογία κατισχύει της πραγματικότητας)  μας επαναφέρει στην εποχή όπου οι ιδέες μετρούσαν περισσότερο από τις αλήθειες. Πολιτικοί ακτιβιστές, υπέρμαχοι του μοντέλου της σύγκρουσης, επιχειρούν ακόμα  και σήμερα “ν’ αξιοποίησουν” την πολύχρωμη Εγκληματολογία για πολιτικούς λόγους, δημιουργώντας το δικό τους κώδικα αξιών,  στερεοτύπων και απονομής ενοχής.

5. Μία Εγκληματολογία της Εγκληματολογίας;

Η Εγκληματολογία,  και κυρίως οι εγκληματολόγοι, πρέπει -επιτέλους- ν’ ανα-γνωρίσουν τον εαυτό τους, μέσα από την οριοθέτηση της επιστήμης τους, και να πάψουν να ψάχνουν εύκολες λύσεις σε νοήματα ή αποφάνσεις επιστημόνων άλλων κλάδων, όπως: οι διαψευδόμενες προσδοκίες (James Davies) , η επιρροή της καταναλωτικής κοινωνίας (Thorsten Veblen) , η γένεση της βίας (Hannah Arendt) , η ιδεολογική ουτοπία (Karl Mannheim) , οι ετικέτες (Erving Goffmann) , τη σχέση οικονομίας και ηθικής τάξης (J. Habermas) κ.λπ.

Προφανώς και δεν ζούμε στη μοναστική γαλήνη ενός παρσονικού κοινωνικού συστήματος αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι ο επιστήμονας πρέπει –για να μη νοιώθει μόνος κι απροστάτευτος- να θέτει το γνωστικό του αντικείμενο στην υπηρεσία ενός πολιτικού σκοπού. Mπορεί η κοινωνιολογική φαντασία (sociological imagination) (Wright Mills, 1970)  να κινείται πολύ άνετα ανάμεσα στην “επανάσταση” (From Mobilization to Revolution, Charles Tilly 1978)  και στη γενεαλογία της εξουσίας και της βίας (Georges Sorel, Michel Foucault) αλλά δεν πιστεύω ότι ο εγκληματολογικός πραγματισμός πρέπει ν’ ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.

Ουδείς αρνείται τον κρίσιμο ρόλο των δομών, των λειτουργιών, των θεσμών, του κοινωνικού ελέγχου, των ομάδων αναφοράς και άλλων παραγόντων των κοινωνικών συγκρούσεων. Αν όμως αυτές οι προσεγγίσεις αρκούν για να ερμηνεύσουν το έγκλημα, τότε τί χρειάζεται η Εγκληματολογία;

6. Επιμύθιο

Οι άνθρωποι βιώνουν το μέλλον τους με διαφορετικό τρόπο. Οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις τους από το δικαιϊκό σύστημα συχνά καταλήγουν σε μία “εξατομίκευση του φόβου” και στη αναζήτηση μιάς “καθαρτήριας“ διαδικασίας εξόδου από την κοινωνική αλλά και προσωπική κρίση (Ντυρκέϊμ) . Ακόμα κι αν η επιλογή παίρνει τη μορφή της παρέκκλισης αυτό δεν εξηγείται από μία “κεκτημένη προδιάθεση” (τύπου habitus), ούτε από μία “διαλεκτική εσωτερίκευση της εξωτερικότητας” (Pierre Bourdieu), ούτε από έναν ηθικό σχετικισμό (Ernest Gellner). Δεν πρόκειται για “έργο του Διαβόλου”, ούτε για συμπεριφορά ενός αταβιστικού υπο-είδους του homo sapiens, αλλά για την αντί-δραση του οριακού ανθρώπου (Robert Park) , του Ξένου (Simmel), του “κατοπτρικού εαυτού”(G. Mead) , με λίγα λόγια του μοναχικού και απομονωμένου ανθρώπου. Το πέρασμα στην εγκληματική πράξη προϋποθέτει και απαιτεί και άλλα στοιχεία. Γι’ αυτό και δεν ταυτίζεται με την παρέκκλιση, όπως την ορίζουν οι κοινωνιολόγοι. Αυτά τα επιπλέον στοιχεία εξετάζει η  Υπαρξιακή Εγκληματολογία, δηλαδή μία Εγκληματολογία Βάθους (Criminologie deprofondeur). Το Προμηθεϊκό “Όλον” και το Υπαρξιακό Εγώ δίνουν στο δρων υποκείμενο πρόσωπο, ελευθερία, ευθύνη και αξιοπρέπεια, υπερβαίνοντας νομιναλιστικά πρότυπα ερμηνειών.

YΓ. Προφανώς οι επιστήμονες δεν δημιουργούν από μόνοι τους την επιστήμη τους σε παρόντα χρόνο αλλά κληρονομούν πολλά δεδομένα από το παρελθόν. Το ερώτημα είναι αν ο κάθε επιστήμονας μπορεί και δικαιούται να συγχέει τους κανόνες και τα συμπεράσματα της επιστήμης με τις φιλοσοφικές ή πολιτικές του θέσεις και συνακόλουθα αν επιτρέπεται να κρίνει τις οριακές επιλογές του ανθρώπου (π. χ αυτοκτονία, έγκλημα)  με βάση εξωτερικά στοιχεία (κοινωνία, πολιτική κλπ)  στερώντας από τον καθένα του αυστηρά προσωπικού  του νοήματος ελευθερίας της βούλησης και υπαρξιακών συμβολισμών;

YΓ2.  Ελπίζω να μη με κατηγορήσουν οι κοινωνιολόγοι επειδή μπήκα στα χωράφια τους και οι εγκληματολόγοι επειδή συρρίκνωσα  το πεδίο δράσης/δόξας τους.

Γιάννης Πανούσης, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aλεξιάδης, Στ., Εγκληματολογία, 5η εκδ., Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 2011

Αvanesov, G., The principles of Criminology,  Progress publ., Moscow 1982

Βιδάλη, Σ., Εισαγωγή στην Εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη 2013

Coser, A. Lewis-Rosenberg, Bernard, Sociological theory, 5th ed., MacMillan publ. co., NY 1982

Curran, J. Daniel-Renzetti, M. Claire, Social problems-Society in crisis, Allyn and Bacon Inc., Mass. 1987

Δημόπουλος, Χ., Eισηγήσεις Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη 2008

Dictionnaire de Sociologie(Joseph Sumpf, Michel Hugues) , Larousse, Paris 1973

Ζαραφωνίτου, Χρ., Εμπειρική Εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη 2004

Giddens, Anthony, Κοινωνιολογία, επιμ. /μτφ. Δ. Γ. Τσαούσης, Gutenberg 2002

Gurvitch, G., Traité de Sociologie, Presses universitaires de France, Paris 1967

Hillyard, P.  and al., Beyond Criminology, Pluto press, London 2004

Hofstätter, Peter, Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία, προλ. /επιμ.  Β. Φίλιας, μτφ. Τζ. Μαστοράκη, Νέα Σύνορα1978

Hood, R(ed)  Crime, Criminology and Public policy, Heinemann, London 1974

Καββαδίας, Γ. Β., Η έννοια του “όλου” στην Κοινωνιολογία, Α. Σάκκουλας 1979

Καζολέα-Ταβουλάρη, Π., Η ιστορία της Ψυχολογίας στην Ελλάδα, ελληνικά γράμματα 2002

Κανελλόπουλος, Π., Άπαντα τ. Α”, επιμ. Μ. Μελετόπουλος, Εταιρεία Φίλων Π. Κανελλόπουλου Κοινωνιολογικά,,Γιαλλέλης 1992

Κουράκης, Ν., Εγκληματολογικοί ορίζοντες, Α”-Β”, Α. Σάκκουλας 2005

Λαμπίρη-Δημάκη, Ι., Για την Κοινωνιολογία-θεσμοί της ελληνικής κοινωνίας-12, Α. Σάκκουλας 2000

Liazos, Alexander, Sociology, 2nd ed., Allyn and Bacon, Boston 1985

Λίενχαρντ, Γκ., Κοινωνική Ανθρωπολογία, επιμ. Δ. Γ. Τσαούσης, μτφ. Μ. Πετρονώτη, Gutenberg 1985

Luhmann, Niklas, Θεωρία των κοινωνικών συστημάτων, εισ. /επιμ. Α. Μακρυδημήτρης, Π. Καρκατσούλης, Α. Σάκκουλας 1995

Marx, Karl, Capital-vol. one, Lawrence and Wishart, London 1960

Merton, K. Robert, Social theory and social structure, The free press, NY 1968

Mεταξάς, Α-Ι. Δ., Πολιτική επιστήμη, 10 τόμοι, Ι. Σιδέρης 2016

Μορέν, Έντγκαρ, Κοινωνιολογία, μτφ. Δ. Δημουλάς, εκδ. Εικοστού Πρώτου 1998

Οι κλασσικοί της Κοινωνιολογίας, επιμ. Φ. Φεραρότι, μτφ. Κ. Κατηφόρης, εισαγωγή Α. Κ. Παπαχρίστου, Οδυσσέας, χ. χρ.

Πανούσης, Γ., Θεμελιώδη ζητήματα της Εγκληματολογίας, Α. Σάκκουλας 1987

Πανούσης, Γ., Εγκληματογενείς και εγκληματογόνοι κίνδυνοι, Νομική Βιβλιοθήκη 2007

Πανούσης, Γ., Εγκληματολογικοί ανα-στοχασμοί, Νομική Βιβλιοθήκη 2009

Πανούσης, Γ., Το χρονολόγιο ενός εγκληματολόγου, Νομική Βιβλιοθήκη 2014

Parsons, Talcott, The social system, Free press, MacMillan publ. co., NY 1951

Sociologie et societés-les formes de la pénalité contemporaine, vol. xxxiii, n. 1, 2001

Σπινέλλη, Κ., Εγκληματολογία, 2η έκδοση, Α. Σάκκουλας 2005

Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία, τ. 1. μτφ. Β. Καπετανγιάννης, Γ. Μπαρουκτσής, επιμ. Μ. Πετμετζίδου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 1996

Τάτσης, Ν., Κοινωνιολογία, τόμος πρώτος-ιστορική εισαγωγή και στοχαστική θεμελίωση, Οδυσσέας 1989

Tσαούσης, Δ. Γ, Χρηστικό λεξικό Κοινωνιολογίας, Gutenberg 1984

Τσαούσης, Δ. Γ., Η Κοινωνία μας, Gutenberg 1991

Tρόπος σκέψης και βασικές έννοιες της Κοινωνιολογίας-μία Εισαγωγή(δνση Jurgen Ritsert) , 2η εκδ., προλ.   Γ. Κουζέλης, μτφ. Τ. Κυπριανίδης, Γ. Τσιώλης, Κριτική επιστημονική βιβλιοθήκη 1991/6

Turner, S. Bryan, For Weber-essays on the Sociology of Fate, Sage 1996

Ζέγκερ, Ίμογκεν, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, μτφ. Τζ. Μαστοράκη, προλ. /επιμ. Β. Φίλιας, Μπουκουμάνης  1977