ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Οι Σχέσεις Εξουσίας στο Περιβάλλον της Φυλακής 

Εμμανουήλ Καρούσος

“I wanted to show him he can’t come up with that behaviour or we will start rucking.

Some people you can tell in different ways.Some you have to tell with violence.

If someone starts on me, then I will hit them.”

Ανέκαθεν η στέρηση της ελευθερίας ενός ατόμου και η “φυλακοποίηση”[1] αυτού θεωρούνταν ένα πολύπλευρο πρόβλημα το οποίο δεν σχετιζόταν μόνο με την διαμονή του εντός της φυλακής (φόβος θυματοποίησης, βιασμού, ξυλοδαρμού, θανάτου[2]) αλλά προεκτεινόταν και εκτός αυτής (αποκοπή από τους οικογενειακούς δεσμούς, στέρηση υλικών αγαθών, ανεργία, στιγματισμός).

Οι σχέσεις εξουσίας μέσα στην φυλακή δημιουργούν αρκετά δίπολα μεταξύ των κρατουμένων αλλά και σχέσεις εξάρτησης. Κυρίαρχο μέσο κατάκτησης και επιβολής της εξουσίας είναι η βία.[3]

Η βία χρησιμοποιείται πολυπλεύρως από τους κρατουμένους, είτε προσπαθώντας να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, είτε για λόγους αναγνωρισιμότητας, είτε για να αποκτήσουν υλικά αγαθά τα οποία άλλοι κατέχουν και τους στερούν είτε ακόμη και προς αποθάρρυνση επίδοξων θυτών.

Σύμφωνα με τους Κ.Edgar,I.O’Donnell, C.Martin: “Ο Gambetta πρότεινε πως η βία στην φυλακή μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή επικοινωνίας. Ο κρατούμενος χρησιμοποιεί την βία - και ιδιαίτερα εκείνα τα σημάδια της μαχητικής του δύναμης-ώστε να επικοινωνήσει/γνωστοποιήσει στους άλλους κρατούμενους ότι δεν θα έπρεπε να προσπαθήσουν να τον θυματοποιήσουν. Το κλειδί στην υπόθεση ήταν το κατά πόσο η βία προοριζόταν για έναν μεμονωμένο εχθρό ή εάν αποσκοπούσε σε έναν συμβολικό σκοπό , δηλαδή να μεταφέρει την σκληρότητα του σε ένα ευρύ κοινό. Η σκληρότητα του (κρατουμένου) είχε ως σκοπό να καταδείξει ότι κανείς δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητος. (Για αυτό το λόγο) η βία θα έπρεπε να είναι δημόσια και να θεωρείται μέσο υπερβολικής ισχύος”.

 Μάλιστα είναι δύσκολο να μελετηθεί εις βάθος, δεδομένου πως πολλά από τα περιστατικά βίας τα οποία λαμβάνουν χώρα εντός της φυλακής δεν καταγγέλλονται στην Διεύθυνση ή το φυλακτικό προσωπικό του καταστήματος κράτησης[4]. Γίνεται λοιπόν λόγος για μια σκιώδη παρουσία του βίαιου στοιχείου[5]. Κατά αυτό τον τρόπο, η βία μπορεί να ιδωθεί ως η διατάραξη, των εντός των τειχών της φυλακής, κοινωνικής συνοχής.

Συναντώνται τέσσερα είδη βίας και πιο συγκεκριμένα: α) η ευρείας κλίμακας (κοινωνική ανισότητα, ανηθικότητα, ρατσισμός), β) η περιορισμένης κλίμακας (σωματικός πόνος) , γ) η νόμιμη (αναφερόμενοι σε πράξεις που κρίνονται παράνομες και δ) ως κινητήριος δύναμη ( η οποία συνήθως αδυσώπητη κι ακόρεστη).[6] Σε κάθε περίπτωση η βία συγκεντρώνει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: με πρόθεση/ εσκεμμένη, επιβλαβής, προσωπική, ως νοηματοδοτικό μέσο και μέρος μια διαδικασίας.[7]

Ολοκληρώνοντας σχεδόν την εισαγωγική τοποθέτηση δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την καταγραφή του κύκλου της βίας και να σημειώσουμε πως αυτός συνδέεται με την κάλυψη βασικών αναγκών (πέραν των ατομικών). Ανάγκες όπως η συνέπεια, η ασφάλεια, η αναγνώριση, η εκτόνωση, η διανεμητική δικαιοσύνη, η αίσθηση ελέγχου και υπεράσπισης κάποιου εφάπτονται ιδεολογικά με τον κύκλο της βίας.

Πιο συγκεκριμένα στην φυλακή κάποιος χρειάζεται την διασφάλιση της ιδιωτικότητας, της ασφάλειας, της υποστήριξης, της μόρφωσης, της ελευθερίας των κινήσεων στο χώρο, ειδάλλως οδηγούμαστε στην καταγραφή δυσάρεστων περιστατικών.

Ως τελευταίο σχόλιο οφείλουμε να καταγράψουμε την στάση των κρατουμένων απέναντι στην βία. Ειδικότερα οι γυναίκες δεν εγκρίνουν την υιοθέτηση βίαιων πρακτικών,  οι ανήλικοι καταφεύγουν συχνότερα σε αυτή ως τρόπο επίλυσης των διαφορών τους, οι ενήλικοι οι οποίοι κρατούνται σε τοπικές φυλακές την χρησιμοποιούν μόνο ως μέσο ανταπόδοσης ή εκδίκησης και τέλος οι κρατούμενοι σε φυλακές υψίστης ασφαλείας προσπαθούν να διευθετήσουν τα προβλήματα τους πιο διπλωματικά.[8]

Η βία ως μηχανισμός διαμάχης και συγκρούσεων στη φυλακή

“Violence is nothing more than the most flagrant manifestation of power” (Hannah Arendt 1970:35).

Κυρίαρχη θέση στην υπάρχουσα βιβλιογραφία κατέχει η έννοια της σύγκρουσης/διαμάχης στην καθημερινότητα ενός ατόμου[9], ειδικότερα όμως και ως κινητήρια δύναμη για την ύπαρξη βίας εντός της φυλακής[10]. Η αμοιβαιότητα, η ανταπόδοση και η εκδίκηση συνδέονται άμεσα με τις αξίες, τις νόρμες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα μεταξύ δύο ομάδων κρατουμένων.

Ξεκινώντας από τα ενδιαφέροντα/προνόμια, στα οποία δίνουν έμφαση οι κρατούμενοι, αυτά μπορεί να είναι πολιτικοκοινωνικά και οικονομικά, να αφορούν υλικά αγαθά, ρόλους κυριαρχίας, φιλοδοξίες και ευκαιρίες εκμετάλλευσης των αντιπάλων μερών.

Οι αξίες διακρίνονται από την λεγόμενη κουλτούρα που προωθούν οι κρατούμενοι, τον αξιακό κώδικα που ακολουθούν, τις τακτικές και συμμαχίες που συνάπτουν με άλλους για λόγους πολιτικής οι οποίες δύναται να αλλάζουν κατά καιρούς.[11]

Τέλος οι ανάγκες που ανακύπτουν πέραν των βασικών αναγκών για καλύτερη διατροφή, ένδυση και ιματισμό ,οι οποίες είναι μη διαπραγματεύσιμες, αφορούν και την γενικότερη αναγνώριση και αποδοχή από τους μετέχοντες της φυλακτικής διαδικασίας.

Η γεωμετρία μιας σύγκρουσης παρουσιάζει τις εξής κατευθύνσεις: α) προς τα κάτω (εναντίον ενός αδυνάμου), β) προς τα πάνω (εναντίον ενός ισχυρού), γ) πλευρική (μεταξύ ίσης ισχύος και δυναμικής ατόμων), δ) οριζόντια (και αφορά τον βαθμό συλλογικής δράσης και οργάνωσης ενάντια στον στόχο).[12]

Τα φαινόμενα συγκρούσεων οφείλουν να ιδωθούν σε συνάρτηση με μια σειρά παραγόντων οι οποίοι διαμορφώνουν το υπόβαθρο για να τελεστούν βίαιες πράξεις. Οι εν λόγω παράγοντες έχουν να κάνουν με το τι ακριβώς προσπαθεί να κερδίσει κάποιος ο οποίος χρησιμοποιεί βία και που σκοπεύει βραχύ- και μακροπρόθεσμα (interests[13] and purposes[14]), την κοινωνική απόσταση και κατ’ επέκτασιν τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών (relationships[15]), τις τακτικές και πρακτικές οι οποίες χρησιμοποιούνται καταλυτικά για να επιδεινωθεί μια κατάσταση (catalysts[16])και τέλος το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται οι ανωτέρω πράξεις και σε αυτό το οποίο μπορούν να ερμηνευθούν (interpretation[17] and social context[18]).

Εάν επιχειρήσουμε να εντάξουμε σε μια πυραμίδα ιεραρχικά τους παράγοντες που παίζουν σημαίνοντα ρόλο στην ενίσχυση βίαιων περιστατικών στην φυλακή, ξεκινώντας από το λιγότερο σημαντικό προς το περισσότερο σημαντικό η σειρά τους θα ήταν κάπως έτσι: κοινωνικό πλαίσιο — σκοποί — ερμηνεία — καταλύτες — σχέσεις — ενδιαφέροντα.

Οι εκφράσεις των συγκρούσεων γίνονται αντιληπτές με τις παρακάτω πράξεις και τα χαρακτηριστικά αυτών:

  • λεκτική επίθεση: η πιο συνηθισμένη μορφή πρόκλησης σύγκρουσης. Σκοπός της είναι να καμφθεί η πίστη ενός ατόμου στον εαυτό του, να πληγεί η φήμη του, να τον απομονώσει από τους υπολοίπους.
  • κλοπή: ιδιαίτερα μετά από ανεξόφλητα “χρέη”[19] . Κλοπή μπορεί να ύπαρξη και εντός κελιού με σκοπό την αρπαγή υλικών αγαθών.
  • περιθωριοποίηση: σκοπός είναι η απομόνωση κάποιου ώστε η θυματοποίηση του να καταστεί ακόμη πιο εύκολη. Το άτομο το οποίο περιθωριοποιείται συνήθως δεν έχει και πρόσβαση σε κάποιες υπηρεσίες της φυλακής.
  • απειλή: συνδέεται άμεσα με τον εκβιασμό ενός κρατουμένου να κάνει κάτι το οποίο δεν θέλει. Συνήθως αυτή η πρακτική οδηγεί στο λεγόμενο tasking, δηλαδή στην ανάθεση μιας αποστολής σε έναν κρατούμενο (π.χ. μεταφορά ναρκωτικών από έξω, εντός της φυλακής).
  • χρήση φυσικής βίας: αποσκοπεί στην συνέτιση ενός κρατουμένου, στην απόδοση δικαιοσύνης, ως εκδίκηση, την απομόνωση κάποιου αλλά και την επικυριαρχία ενός έναντι κάποιου άλλου. Συνήθως τα περιστατικά βίας διακρίνονται βαθμιαία σε εκείνα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στο θύμα - ακόμη και θάνατο κρινόμενα από το πόσο βαριά είναι τα τραύματα κάποιου.[20]

Εξετάζοντας τα μέρη τα οποία πρωταγωνιστούν στις διαμάχες διακρίνουμε την δυαδικότητα του σχήματος, την αμοιβαιότητα ως προς την επιστροφή μιας άσχημης συμπεριφοράς, την προσπάθεια κυριαρχίας και απόδοσης ρόλων κυρίαρχου-κυριαρχούμενου αλλά και εκφοβισμού. Πολύ γρήγορα τα παραπάνω οδηγούν στον εξευτελισμό[21]  του θύματος και άρα την πλήρη υποταγή του σε κάποιον ισχυρότερο.

Στον αντίποδα στην προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων διαχείρισης και επίλυσης των συγκρούσεων θα πρέπει να έχουμε κατά νου τρεις οδούς: α) αυτή του κοινωνικού πλαισίου της φυλακής, δηλαδή τις φιλικές σχέσεις που ενδεχομένως να έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατουμένων οπότε υπάρχουν δεύτερες σκέψεις προς την δηλητηρίαση αυτών, τον τύπο και την φήμη της φυλακής, την εως τώρα εμπειρία τους, β) τις επικρατούσες νόρμες και αξίες, δηλαδή κατά πόσο υιοθετούν οι ίδιοι οι κρατούμενοι πρακτικές μετριοπαθούς επίλυσης των διαφορών τους και γ) την  συμφιλίωση(peacemaking) η οποία επέρχεται είτε με την παρέμβαση των “σοφών’ της φυλακής, της ανοχής και αυτό-βοήθειας από την πλευρά των κρατουμένων αλλά και την πρόληψη από την πλευρά του φυλακτικού προσωπικού.

Η θεωρία της διαχείρισης των συγκρούσεων βασίζεται στα προαναφερθέντα και σχηματικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τα εξής όσον αφορά τις μεθόδους αυτής:

Αυτοβοήθεια — συνεκτική/εχθρική/με βάση την ισχύ[22]

Ανοχή

Αγνόηση — αναποτελεσματική/μη βιώσιμη μέθοδος/έπρεπε να παλέψεις

Διαπραγμάτευση — υπό συγκεκριμένες συνθήκες/αποτυχημένη μέθοδος[23]

Επίλυση — μεσολάβηση/διαιτησία/επιδίκαση

Συνοψίζοντας, γίνεται κατανοητό πως οι μορφές των σχέσεων που αναπτύσσονται εντός ενός καταστήματος κράτησης είναι ίδιες με αυτές που μπορούν να αναπτυχθούν εκτός αυτού. Η ποιότητα των εν λόγω σχέσεων επικαθορίζεται από τις ειδικές συνθήκες διαβίωσης και κράτησης που υπάρχουν μέσα στην φυλακή. Τα κίνητρα των συγκρούσεων αλλά και η εξομάλυνση αυτών εξαρτώνται από τις προθέσεις των εγκλείστων αλλά και τον τρόπο διαχείρισης κρίσεων μεταξύ τους. Ένας κρατούμενος ακόμη και μετά την αποφυλάκιση του μπορεί να πέσει θύμα προκαταλήψεων και στιγματισμού.

Ελεύθερος πλέον έχει να παλέψει με τον κίνδυνο τη ανεργίας και με τον ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού λόγω του πρότερου εγκλεισμού του. Τα ελάχιστα προγράμματα επανένταξης σε συνεργασία με τους οργανισμούς και τα γραφεία ευρέσεως εργασίας δεν μπορούν να βοηθήσουν κατά απόλυτο βαθμό.

Για αυτό τον λόγο ακριβώς βαρύνουσα σημασία παίζει η οικογένεια, ο ρόλος της και ο βαθμός ισχύος των δεσμών που έχουν τα μέλη αυτής. Εαν κάποιος αποκοπεί τελείως από τον οικογενειακό του περίγυρο κατά την στιγμή του εγκλεισμού (ή στην διάρκεια αυτού) θα αντιμετωπίσει προβλήματα (ψυχολογικά και μη) όχι μόνο για όσο μείνει εντός της φυλακής αλλά και μετά το πέρας της ποινής του.

Πολλές φορές η ίδια η οικογένεια δεν επιθυμεί την επιστροφή του πρώην κρατουμένου στους κόλπους της υπό τον φόβο της στοχοποίησης απο μερίδα του κοινωνικού περίγυρου (βλ. γειτονιά) έχοντας ως αποτέλεσμα να γίνουν δέκτες αρνητικών σχολίων εξαιτίας αυτού.

 Είναι πολύ σημαντικό επίσης να γνωρίζει πως φίλοι ή κάποιος σύντροφος θα τον περιμένουν και θα τον βοηθήσουν να θέσει στέρεες βάσεις για τον εαυτό του και να ανακάμψει.

Θα μπορούσε λοιπόν να ειπωθεί πως ένα άτομο μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με την βία και τις επιπτώσεις αυτής όχι μονο ευθέως αλλά και μέσω παράπλευρων οδών.

Εμμανουήλ Σ. Καρούσος, Κοινωνιολόγος - Κοινωνικός Ανθρωπολόγος

[1] “O Clemmer (1950,1958 σ.299) αποκαλεσε φυλακοποίηση τη διαδικασία δευτερογενούς(πρωτογενούς στην περίπτωση των ανηλίκων) κοινωνικοποίησης στην φυλακή και την όρισε ως μια διαδικασία εσωτερίκευσης, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, των τρόπων συμπεριφοράς, των κοινωνικών ηθών και εθίμων και των συναισθημάτων της έγκλειστης κουλτούρας που ακολουθεί το βιογραφικό πλήγμα που δέχεται κάποιος με την εισαγωγη του…Ο όρος prisonization έχει αποδοθεί και ως ιδρυματισμός στη φυλακή η δεσμωτηριοφιλία (Τσαλίκογλου 1996, Αρχιμανδρίτου 2000 σ.98). Η φυλακοποίηση δεν είναι όμως συνώνυμη με τον ιδρυματισμό. Για τους εγκλείστους, η ιδρυματική νεύρωση είναι ένας μόνο από τους τρόπους προσαρμογής, μια αναδίπλωση του εαυτού σε μια παθολογική κατάσταση απάθειας και έλλειψης κοινωνικότητας (Morris & Morris 1963 σσ,170-171).” Αλοσκόφης Ο., (2010: 30)   

[2] Οι κρατούμενοι με τον εγκλεισμό τους σε κάποιο σωφρονιστικό κατάστημα δεν στερούνται μόνο την ελευθερία τους αλλά υπόκεινται σε μια σειρά από αποστερήσεις που απορρέουν από το γεγονός του εγκλεισμού. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχει υποστηριχθεί ότι ο εγκλεισμός στη φυλακή επιφέρει αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις, καθώς στερεί από τους ανθρώπους θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (Bukstel & Kilmann, 1980: 469-493· De Viggiani, 2007: 115-135· Smith, 2000: 339-353∙ Τoch, 1992). O Sykes (1958) πρώτος περιέγραψε τις αποστερήσεις αυτές ως «δεινά του εγκλεισμού» (pains of imprisonment), υπογραμμίζοντας ότι η στέρηση της ελευθερίας, η έλλειψη αγαθών, υπηρεσιών και ετεροφυλικών σχέσεων, η απώλεια της αυτονομίας και η παντελής έλλειψη της ασφάλειας της ζωής που συνεπάγεται ο εγκλεισμός, δεν αποτελούν απλές ενοχλήσεις αλλά πρόκειται για «απειλητικές ψυχικές οδύνες» (Αλοσκόφης, 2010: 112) που προκαλούν έκπτωση στην αίσθηση της προσωπικής αξίας των κρατουμένων και πλήττουν την ψυχική τους υγεία (Sykes & Messinger, 1960: 13).

[3] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:23). Σώφρον σε αυτό το σημείο θα ήταν να παρατεθεί και η εθνογραφική σκοπιά μέσα από το έργο των Robben και Nordstrom (1995: 5), οι οποίοι σημειώνουν πως: “ Έννομα συμφέροντα, προσωπική ιστορία, ιδεολογικές πίστεις,προπαγάνδα και η έλλειψη πρωτογενούς(με την έννοια της προσωπικής εμπειρίας) πληροφόρησης πιστοποιούν ότι πολλοί “ορισμοί” της βίας είναι πανίσχυρες επινοήσεις και διαπραγματεύσιμες μισές αλήθειες.”

Επιπλέον, οι φυλακές, οι οποίες οργανώνουν με απάνθρωπο τρόπο τη ζωή των εγκλείστων, υποβαθμίζοντας, ταπεινώνοντας, αλλοτριωνοντας και στερώντας τους την αυτονομία και την ασφάλεια, δίνουν έμφαση στις αρνητικές πολιτισμικές αξίες, όπως είναι η βία, υποβάθμιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, με τις οποίες «πείθονται» ότι είναι αποδεκτό να επιλύονται οι συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων (Κουλούρης, 2009:165, Δρόσου, 2016: 67).

[4] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:196)

[5] Σύμφωνα με έρευνα του Dennis Cooley(1993: 490) σε φυλακές του Καναδά, τα στατιστικά αποτελέσματα απέδειξαν πως μόλις το 9% των περιστατικών θυματοποίησης των κρατούμενων καταγγέλλονται στις αρχές.

[6] Tony Coady (1986:4).

[7] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:25).

[8] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:185).

[9] Augsburger (1992:5). Ο Augsburger μάλιστα σημειώνει πως η διαμάχη/σύγκρουση είναι ουσιώδης και αναπόφευκτη για την ανθρώπινη ζωή. Η διαμάχη/σύγκρουση μπορεί να αναδιαμορφώσει μια σχέση από αυτοκαταστροφική σε εποικοδομητική/δημιουργική.

[10] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:27).

[11] Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:25).

[12] Black D., (1998: xxiii).

[13] Τα ενδιαφέροντα των κρατουμένων δύναται να είναι υλικά αγαθά και μη. Πιο συγκεκριμένα τα υλικα αγαθά αφορούν κατά βάση τις ναρκωτικές ουσίες (για χρήση, διακίνηση,εμπόριο), συσκευές αναπαραγωγής ήχου και μουσικής( cd players, mp3),τηλεκάρτες ή κινητά τηλέφωνα (ειδικά τα τελευταία χρόνια) και ρουχισμό. Στα άυλα μπορούν να τοποθετηθούν έννοιες όπως η τιμή, η ασφάλεια, η εκδίκηση, η πίστη στην ομάδα αλλά και ο εκφοβισμός.

[14] Οι σκοποί αφορούν όλους εκείνους τους στόχους τους οποίους αποβλέπουν οι κρατούμενοι ώστε να χρησιμοποιήσουν βία. Αυτοί έχουν να κάνουν με την α) τιμωρία (punishment) όσων δεν συμμορφώνονται με τους άτυπους κανόνες λειτουργίας και συμπεριφοράς μέσα στην φυλακή), β) την αντεκδίκηση (retaliation) ενάντια σε κάποιον άλλο κρατούμενο ή ομαδα, με την επιστροφή μιας εχθρικής συμπεριφοράς, γ) την σκληρότητα (toughness) προς αποθάρρυνση μελλοντικών επιθέσεων από τρίτους, δ) την αυτοάμυνα (self-defence) έναντι σε μια απειλητική πράξη είτε πριν τη σύγκρουση είτε κατά την διάρκεια αυτής, ε) την υπεράσπιση της τιμής (defend honour) όταν έχει προσβληθεί η υπόληψη ενός κρατούμενου είτε αντιμετωπίζει κατηγορίες οποιασδήποτε φύσεως από τους συγκρατουμενους του και στ) της διευθέτησης διαφορών (settling differences) η οποία συνήθως είναι προσυνεννοημένη από τους εκπροσώπους των αντιπάλων μερών.

[15] Οι  σχέσεις αυτές αφορούσαν αγνώστους μεταξύ τους, ανώνυμους (“κάποιος από την πτέρυγα”), συνεργάτες, φίλους ή γνώριμους και βασίζονταν σε υποτιμητικές είτε σε αντικρουόμενες περιγραφές των περιστατικών που είχαν λάβει χώρα. Οι σχέσεις αυτές μπορούν να χαρακτηρίζονται απο μια στενότητα ή ευρύτητα δεσμών αναλόγως του πλαισίου συμπεριφοράς των κρατουμένων. Ενδέχεται να αφορούν την προσωπική σχέση μεταξύ δύο συγκρατουμενων οι οποίοι βρίσκονται στο ίδιο κελί είτε ακόμη και σε διαφορετική πτέρυγα.

[16] Ως καταλύτες ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν οι εξής συμπεριφορές: α) κατηγορίες (accusations), β) απειλές (threats), γ) προκλήσεις (challenges), δ) προσβολές (insults), δ) ύποπτη/υπονομεύουσα συμπεριφορά (undermining behaviour), ε) εισβολή στον προσωπικό/ζωτικό χώρο (personal invasion).

[17]“Στην κοινωνική ζωή υπάρχει μόνο η ερμηνεία. H καθημερινή ζωή περιστρέφεται γύρω από τα άτομα τα οποία ερμηνεύουν και αξιολογούν την συμπεριφορά και τις εμπειρίες τις δικές τους και των υπολοίπων. Πολλές φορές αυτές οι ερμηνείες και οι κρίσεις βασίζονται σε εσφαλμένες ή ανακριβείς κατανοήσεις.” (Norman Denzin 1989:11).

Οι ερμηνείες αυτές έχουν να κάνουν με τις συμπερασματικές σκέψεις του σχεδίου κάποιου άλλου κρατουμένου (inferring the other’s plan), με τον εκφοβισμό (intimidation), την αιτιολόγηση της βίας ως κατάλληλου μέσου (violence was seen as appropriate), την εντύπωση πως αδικήθηκε (felt-wronged), τον φόβο για προξένηση βλάβης (feared harm), την απειλή του προφίλ που έχει επιδείξει (threat to image).  Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003: 124-140).

[18] Το κοινωνικό πλαίσιο αφορά όλες εκείνες τις συνθήκες που “ευνοούν” ή προκαλούν μια διαμάχη/σύγκρουση. Συνήθως αυτό διαμορφώνεται από την ομάδα στην οποία μπορεί να είναι μέλος ένας κρατούμενος είτε οφείλεται στην πίεση που του ασκείται  από τον περίγυρο της φυλακής (peer pressure). Για παράδειγμα, είναι πιθανό η επίλυση διαφορών μεταξύ δύο κρατουμένων να γίνει με τη χρήση βίας, έπειτα από προτροπή ή την σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων κρατουμένων. Επιπροσθέτως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το κελί κάποιου κρατουμένου ο οποίος διατείνεται ουδέτερα μεταξύ των δύο, ως χώρος επίλυσης των διαφορών.  Ακόμη μια διαμάχη μπορεί να έχει ως αφετηρία ζητήματα φυλετικής ή εθνοτικής φύσεως (racial and ethnic tensions). Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003:154-159).

[19] Ως παράδειγμα ανεξόφλητου ¨χρέους”, μπορούμε να αναφέρουμε την συναλλαγές ναρκωτικών. Κάποιος τοξικοεξαρτημένος ο οποίος δεν θα πληρώσει τον έμπορο για την ναρκωτική ουσία που του προμήθευσε κάποια στιγμή στο παρελθόν.

[20] Clemmer (1940: 41), Edgar K.,O’Donnell I.,Martin C., (2003: 31-47).

[21] Katz (1988). O όρος του εξευτελισμού συναντάται διεθνώς ως humiliation. Το εν λόγω αίσθημα ακολουθείται από συμπεριφορές όπως έλλειψη αυτοελέγχου, αίσθημα παγίδευσης και κατωτερότητας, στιγματισμό, οργή ενάντιά σε εκείνον που τον κακοποίησε.

[22] Αφορά ίσες σε ισχύ και οργανωμένα γκρουπ, μπορεί να αφορούν διαπροσωπικές ή πολιτισμικές σχέσεις μεταξύ των δυο μερών, χαρακτηρίζεται από χαμηλή χωρική κινητικότητα, μικρή οικονομική αλληλεξάρτηση.

[23] Σε αυτές τις συνθήκες ο κρατούμενος συνήθως αντιδρά ποικιλοτρόπως: αποστασιοποιείται, αναχαιτίζει, εξηγεί, απολογείται, αποδίδει σεβασμό, ψάχνει για περισσότερες πληροφορίες, αναγνωρίζει έγκαιρα μια κατάσταση η οποία επρόκειτο να εκτραχυνθεί και τέλος υιοθετεί μια μη-προκλητική στάση απέναντι στους υπολοίπους.

Βιβλιογραφικές Πηγές

Arendt H., On Violence., (1970), London: Allen Lane, The Penguin Press.
Augsburger D.W., Conflict Mediation across Cultures: Pathways and Patterns., (1992)LouisVille, KT: John Knox Press.
Αλοσκόφης Ο., Ο ΑΤΥΠΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ: Στρατηγικές Επιβίωσης στην Σύγχρονη Φυλακή., (2010) Αθήνα-Κομοτηνή Εκδόσεις: ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ.
Αρχιμανδρίτου, Μ. (2000), Η ανοικτή έκτιση της ποινής. Μορφές ελαστικότητας στην ιδρυματική διαβίωση των κρατουμένων., Αθήνα, Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.
Black, D. (1998), The Social Structure of Right and Wrong., (revised edition) , San Diego, CA: Academic Press.
Bukstel, L. H., and Kilmann, P. R. (1980), Psychological effects of imprisonment on confined individuals., Psychological Bulletin, 88(2), 469–493.
Coady C.A.J.(1986), The Idea of violence., Journal of Applied Philosophy, 3: 3-19.
Cooley, D. (1993), Criminal victimization in male federal prisons., Canadian Journal of Criminology 35: 479-95.
Clemmer, D. (1940, 1958), The prison community., New York: Holt, Rinehart & Winston.
Clemmer, D. (1950), Observations on imprisonment as a source of criminality., Journal of Criminal Law & Criminology, 41, 311-319.
Denzin, N.K. (1989), Interpretive Interactionism., Applied Social Research Methods Series, Vol.16, London: Sage.
De Viggiani, N.(2007), Unhealthy prisons: exploring structural determinants of prison health., , Sociology of health & illness 29 (1), 115-135.
Δρόσου, Ξ. Ι. (2016), Η μικροκοινωνία των φυλακών και ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος (Διατριβή)., Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Edgar, K., O’Donnell, I., and Martin, C. (2003), Prison Violence: The dynamics of conflict, fear and power., Willan Publishing.
Farrall, S., Bannister, J., Ditton, J., and Gilchrist, E. (2000), Social Psychology and the fear of crime., British Journal of Criminology 40:399-413.
Gambetta, D. (2002), Crimes and Signs: Essays on Underworld Communication.,Oxford typescript.
Katz, J. (1988), Seductions of Crime., New York: Basic Books.
Kemper, T.D. and Collins, R. (1990), Dimensions on microinteraction., American Journal of Sociology 96: 32-68.
Κουλουρης, Ν.Κ. (2009β), Η κοινωνική (επαν)ένταξη της φυλακής., Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Morris, T. and Morris, P. (1963), Pentonville: A Study of an English Prison., London: Routledge & Kegan Paul.
Robben, A.C.G.M. and Nordstrom, C. (1995), The anthropology and ethnography of violence and sociopolitical conflict. In Nordstrom C., and A.C.G.M. Robben (eds) Fieldwork under Fire: Contemporary Studies of Violence and Survival., Berkeley , CA: University of California Press.
Smith, C. (2002), ‘Healthy Prisons’: A Contradiction in Terms?, The Howard Journal of Crime and Justice 39(4):339 - 353.
Sykes, G.M. (1958) The Society of Captives: The Study of a Maximum Security Prison, Princeton, NJ: Princeton University Press.
Sykes, M. G., & Messinger, S. L. (1960). The inmate social code and its functions. Social Science Research Council, 15, 401-405.
Toch, H. (1992), Living in Prison: The Ecology of Survival.,revised edition (1992), Washington DC., American Psychological Association.
Τσαλίκογλου, Φ. (1996), Μυθολογίες βίας και καταστολής(2η έκδοση διορθωμένη - συμπληρωμένη)., Αθήνα, Εκδόσεις: Παπαζήση.