ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

.... οι βραχυχρόνιες ποινές μπορεί να μην οδηγούν απαραίτητα στο σωφρονισμό;

Παναγιώτα Βλάχου

Βραχυχρόνιες ποινές: Σωφρονισμός ή δρόμος προς την εγκληματικότητα;

 

Ο Νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος ισχύει στη χώρα μας από την 1η Ιουλίου του 2019, μεταξύ άλλων επέφερε ορισμένες ριζικές αλλαγές στις διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού μας Κώδικα και ειδικότερα στην αναστολή των ποινών φυλάκισης και συνεπώς της πραγματικής έκτισης της ποινής.

Πιο συγκεκριμένα, κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, εφόσον επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη, το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, εφόσον ο δράστης του εγκλήματος δεν είχε καταδικαστεί αμετάκλητα στο παρελθόν με ποινή άνω του ενός έτους [άρθρο 100 προϊσχύσαντα Ποινικού Κώδικα]. Περαιτέρω, για ποινές αυτού του ύψους το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να τις μετατρέψει σε χρηματική ποινή [άρθρο 82 προϊσχύσαντα Ποινικού Κώδικα]. Στην πλειονότητα των υποθέσεων το Δικαστήριο ανέστειλε την ποινή στην περίπτωση που πληρούταν η ανωτέρω προϋπόθεση της προηγούμενης καταδίκης, άλλως μετέτρεπε τη στερητική της ελευθερίας ποινή σε χρηματική. Με άλλα λόγια, για τις ποινές από τρία έως πέντε έτη δεν εκτιόταν πραγματικά η στερητική της ελευθερίας ποινή.

Τα πράγματα ωστόσο άλλαξαν με το νέο Ποινικό Κώδικα. Διατηρήθηκε η δυνατότητα αναστολής μόνο για τις ποινές που δεν υπερβαίνουν τα τρία έτη και καταργήθηκε η προϋπόθεση της μη προηγούμενης αμετάκλητης καταδίκης σε ποινή άνω του έτους [άρθρο 99 νέου ΠΚ]. Ωστόσο, καταργήθηκε και η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ανεξάρτητα από το ύψος της επιβληθείσας ποινής και της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου. Πλέον υπάρχει μόνο η δυνατότητα της μετατροπής της στερητικής ελευθερίας ποινής που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη σε παροχή κοινωφελούς εργασίας [άρθρο 104Α νέου ΠΚ]. Όσον αφορά, ωστόσο, τις στερητικές της ελευθερίας ποινές από τρία έως πέντε έτη, δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα αναστολής της ποινής, παρά μόνο η δυνατότητα παροχής κοινωφελούς εργασίας, εφόσον έχει εκτιθεί πραγματικά το ένα δέκατο της ποινής [άρθρο 150Α νέου ΠΚ].

Για να γίνει κατανοητή η σημασία της τροποποίησης αυτής στην πράξη, ας αναλογιστούμε ότι μια ποινή τριών ετών ισούται με 36 μήνες και το ένα δέκατο αυτής με 3,6 μήνες, ενώ για ποινή πέντε ετών, η οποία ισούται με 60 μήνες, το ένα δέκατο αυτής ισούται με 6 μήνες. Επομένως, ο δράστης που έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης τριών έως πέντε ετών θα παραμείνει στο σωφρονιστικό ίδρυμα, εφόσον προτιμήσει την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του με παροχή κοινωφελούς εργασίας, από τρεισήμισι έως έξι μήνες.

Αρχικά, πρέπει να επισημανθεί ότι η νέα διάταξη θα επιφέρει μια ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των φυλακών, τη στιγμή που υπάρχει ήδη πρόβλημα συνωστισμού στις φυλακές της χώρας μας. Μάλιστα, έχει γίνει προσπάθεια πολλάκις από τον Έλληνα νομοθέτη να βελτιωθεί η κατάσταση στις φυλακές με τη μείωση του υπερπληθυσμού τους. Προς τον σκοπό αυτό έχουν εκδοθεί νόμοι που προβλέπουν την παύση της ποινικής δίωξης για αδικήματα που προβλέπουν βραχυχρόνιες ποινές[1] και τη μη εκτέλεση βραχυχρόνιων ποινών[2], καθώς και απόλυση από τις φυλακές υπό τον όρο της ανάκλησης[3].

Η ποινή είναι ένα αναγκαίο κακό που επιβάλλεται από την Πολιτεία με σκοπό την γενική και  ειδική πρόληψη. Όσον αφορά την πρώτη έννοια, σκοπός της ποινής είναι ο εκφοβισμός των πολλών προς αποφυγήν του εγκλήματος, δηλαδή η απειλή της ποινής πρέπει να δημιουργεί αναστολές για την τέλεση μιας εγκληματικής συμπεριφοράς αλλά και διαπαιδαγώγηση των πολιτών κατά του εγκλήματος[4]. Φυσικά, μόνη η απειλή της ποινής στο νόμο δεν αρκεί, καθώς πρέπει η ποινή να καταγιγνώσκεται και να εκτελείται, ώστε να είναι αισθητή η σοβαρότητα της ποινής. Από αυτήν την άποψη, είναι σαφές ότι η νέα διάταξη του Ποινικού Κώδικα για την αναστολή των ποινών, αυξάνει τη γενική πρόληψη, καθώς, ενώ παλαιότερα οι ποινές μεταξύ τριών και πέντε ετών απειλούνταν στο νόμο, επιβάλλονταν αλλά δεν εκτελούνταν καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτές αναστέλλονταν ή μετατρέπονταν σε χρηματικές ποινές, πλέον οι ποινές αυτές εκτίονται κατά ένα μέρος τους ως στερητικές της ελευθερίας ποινές[5]. Πράγματι η στερητική της ελευθερίας ποινής είναι αισθητή ως βαρύτερο κακό από τον δράστη ενός εγκλήματος από τη χρηματική ποινή ή μια ποινή που έχει ανασταλεί και επομένως αποτελεί αποτελεσματικότερο μέσο για τη γενική πρόληψη.

Δεύτερος σκοπός της ποινής είναι η ειδική πρόληψη, δηλαδή η πρόληψη τέλεσης νέων εγκλημάτων από τον συγκεκριμένο δράστη κατά του οποίου επιβάλλεται η ποινή, καθώς και η βελτίωσή του και η κοινωνική επανένταξή του[6]. Ειδικότερα, η τελευταία έκφανση της ειδικής πρόληψης είναι ιδιαίτερα δυσχερής με μέσο τη στέρηση της ελευθερίας του δράστη, καθώς αυτή προϋποθέτει ήδη μια “αποκοινωνικοποίησή” του. Μάλιστα, ο δράστης υποχρεούται να εγκαταλείψει την εργασία του, με τις επακόλουθες συνέπειες που αυτό μπορεί να έχει στην οικονομική του κατάσταση, αποχωρίζεται την οικογένειά του και το κοινωνικό του περιβάλλον, ενώ στιγματίζεται κοινωνικά[7]. Ειδικότερα, όσον αφορά στο τελευταίο, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της θεωρίας της ετικέτας τα άτομα οργανώνουν την προσωπικότητά τους σύμφωνα με την ετικέτα που τους έχει δοθεί από την κοινωνία[8], ως εκ τούτου, εισερχόμενοι στη φυλακή οι δράστες αποκτούν την ετικέτα του εγκληματία και στη συνέχεια συμπεριφέρονται ως εγκληματίες, ακόμη και εάν είναι πρωτόπειροι στο έγκλημα.

Η εν λόγω τροποποίηση του Ποινικού μας Κώδικα γεννά και ορισμένα ζητήματα που έχουν ήδη απασχολήσει τη θεωρία ήδη από τον 19ο αιώνα, ήτοι κατά πόσον οι βραχυχρόνιες στερητικές της ελευθερίας ποινές ωφελούν ή βλάπτουν τον δράστη στο πλαίσιο της ειδικής πρόληψης. Ως βραχυχρόνια περιοριστική της ελευθερίας ποινή, σύμφωνα με τις υποκειμενικές θεωρίες, ορίζεται αυτή που έχει μικρή διάρκεια, η οποία δεν επαρκεί για τον σωφρονισμό του δράστη ενός εγκλήματος, ενώ σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στις αντικειμενικές θεωρίες, βραχυχρόνια περιοριστική της ελευθερίας ποινή θεωρείται αυτή που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες[9]. Όποια από τις δύο θέσεις και εάν ακολουθήσουμε, είναι σαφές ότι στην εδώ εξεταζόμενη περίπτωση, πρόκειται για βραχυχρόνιες ποινές, καθώς μία ποινή φυλάκισης λίγων μηνών δεν μπορεί να έχει καμία επίδραση στην προσωπικότητα του δράστη.

Από τη μία πλευρά, υποστηρίζεται, σύμφωνα με τη θεωρία του short-sharp-shock, ότι μία απότομη και αυστηρή αλλά περιορισμένης διάρκειας ποινή αποτελεί ένα κατάλληλο μέσο για την αποτροπή τελέσεως νέων αδικημάτων από το δράστη που την υφίσταται[10]. Βεβαίως, η υποτροπή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και επομένως η θεωρία αυτή δεν βρίσκει πολλούς υποστηρικτές σήμερα.

Αντίθετα, οι βραχυχρόνιες στερητικές της ελευθερίας ποινές έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Ειδικότερα, από τον εγκλεισμό του στο σωφρονιστικό ίδρυμα ο δράστης, πέρα από την αποκοινωνικοποίησή του που αναφέρθηκε ανωτέρω, μπορεί να αποκτήσει “κοινωνικές έξεις”, όπως για παράδειγμα εθισμό στα ναρκωτικά ή “δεσμωτηριοφιλία”, ενώ μπορεί να αναπτύξει “αισθήματα εκδικητικότητας για την κοινωνία”[11].

Πέρα από τα ανωτέρω, το σημαντικότερο αρνητικό επακόλουθο που έχει ένας ενδεχόμενος εγκλεισμός σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα είναι η εκμάθηση του εγκλήματος ως τρόπου ζωής[12]. Ειδικότερα, εντός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων δημιουργείται ένας υποπολιτισμός[13], ο οποίος, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της θεωρίας του “παραβατικού υποπολιτισμού” οδηγεί στην τέλεση αδικημάτων[14]. Ο δε Sutherland, πατέρας της θεωρίας  της “διαφοροποιούσας συναναστροφής”, υποστήριζε ότι η εγκληματική συμπεριφορά μαθαίνεται μέσω των συναναστροφών[15]. Επομένως, ένα πρωτόπειρο στο έγκλημα άτομο που εισέρχεται στο σωφρονιστικό σύστημα και συναναστρέφεται με έμπειρους και υπότροπους εγκληματίες μαθαίνει τις τεχνικές και τα μέσα τελέσεως αδικημάτων και εξέρχεται από το σωφρονιστικό ίδρυμα ως έμπειρος εγκληματίας[16].

Από την ανωτέρω ανάλυση καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για τις στερητικές της ελευθερίας ποινές από τρία έως πέντε έτη, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η πραγματική έκτιση μέρους της ποινής, ο δράστης, ενώ δεν μπορεί  να απολαύσει τα θετικά αποτελέσματα της ποινής, ήτοι δεν μπορεί μια ποινή αυτού του ύψους να επιδράσει θετικά στην προσωπικότητά του λόγω της μικρής διάρκειάς της, ωστόσο μπορεί να επιφέρει όλα τα αρνητικά αποτελέσματα των στερητικών της ελευθερίας ποινών. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο να αναθεωρήσει ο Έλληνας νομοθέτης την εν λόγω επιλογή.

Παναγιώτα Βλάχου, Δικηγόρος, ΜΔΕ Εγκληματολογίας, ΜΔΕ Ουσιαστικό και Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο

[1]    Ενδεικτικά, άρθρο 31 Ν. 3346/2005, άρθρο 4 Ν. 4043/2012, άρθρο ένατο Ν. 4411/2016.

[2]    Ενδεικτικά, άρθρο 32 Ν. 3346/2005, άρθρο 2 Ν. 4043/2012, άρθρο όγδοο Ν. 4411/2016.

[3]    Ενδεικτικά, άρθρο 30 Ν. 3346/2005, άρθρο 17 Ν. 3727/2008, άρθρο 14 Ν. 3772/2009, άρθρο 1 Ν. 4043/2012, άρθρο 11 Ν. 4274/2014, άρθρο 12 του Ν. 4322/2015 (γνωστός ως νόμος Παρασκευόπουλου), άρθρο 43 Ν. 4489/2017.

[4]    Βλ. Νικόλαος Ν. Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος. Ι. Θεωρία για το Έγκλημα, Εκδόσεις Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας 2006, σελ. 41 επ.

[5]    Βέβαια είναι διαφορετικό το θέμα του εάν ο εκάστοτε δράστης προβαίνει σε μια εσωτερική στάθμιση των θετικών και των αρνητικών συνεπειών του εγκλήματος και η εν λόγω αλλαγή της έκτισης της ποινής έχει πράγματι μεγαλύτερη γενικοπροληπτική αξία.

[6]    Νικόλαος Ν. Ανδρουλάκης, ό.π., σελ. 44 επ.

[7]    Στέφανος Εμμ. Καρεκλάς, Η βραχυχρόνια περιοριστική της ελευθερίας ποινή. Υπόλειμμα του παρελθόντος ή απαραίτητο συμπλήρωμα του συστήματος ποινών ενός σύγχρονου ποινικού δικαίου: μία προσέγγιση με βάση το γερμανικό ποινικό δίκαιο, Υπεράσπιση 1994, σελ. 281

[8]    Κ. Δ. Σπινέλλη, Εγκληματολογία. Σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, ΑΘΗΝΑ – ΚΟΜΟΤΗΝΗ 2005, σελ. 280

[9]    Στέφανος Εμμ. Καρεκλάς, ό.π., σελ. 268

[10]  Στέφανος Εμμ. Καρεκλάς, ό.π., σελ. 279

[11]  Νέστωρ Ε. Κουράκης, Θεωρία της Ποινής. Μια Εισαγωγή, Εκδόσεις Σάκκουλα, ΑΘΗΝΑ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008, σελ. 97

[12]  Νέστωρ Ε. Κουράκης, ό.π., σελ. 97

[13]  Νέστωρ Ε. Κουράκης, Φυλακή και βία: Βίοι παράλληλοι, ΠοινΧρ ΜΑ’, σελ. 129

[14]  Κ. Δ. Σπινέλλη, ό.π., σελ. 253

[15]  Κ. Δ. Σπινέλλη, ό.π., σελ. 265

[16]  Ωστόσο, δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία για την υποτροπή όσων εξέτισαν βραχυχρόνιες στερητικές της ελευθερίας ποινές.