ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Η θρησκευτική Πίστη ως Παράγοντας Τρομοκρατίας: Μύθος ή Πραγματικότητα;

Ελένη Κωνσταντινοπούλου

Ένας από τους πρώτους μύθους που καταρρίφθηκαν σχετικά με την ανάπτυξη τρομοκρατικής δράσης, είναι ότι οι τρομοκράτες υποφέρουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή διαταραχή[1]. Αν και θα ήταν βολική μια τέτοια ερμηνεία, καθώς το πρόβλημα θα αφορούσε το άτομο και όχι την ευρύτερη κοινωνία, εντούτοις με την ένταξη πολύ μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε τρομοκρατικές οργανώσεις, ώστε αυτές να λαμβάνουν μαζικό χαρακτήρα, δεν θα μπορούσαν εύκολα να υποστηριχθούν τέτοιου είδους ατομοκεντρικές θεωρίες. Αποτέλεσμα ήταν να στραφεί η έρευνα σε κοινωνικούς παράγοντες που αφορούν μεγαλύτερο μέρος  του πληθυσμού.

Το γεγονός  αυτό, σε συνδυασμό με την εμφάνιση του θρησκευτικού κύματος τρομοκρατίας μετά την δεκαετία του ’80 και ιδίως, λίγο αργότερα, των ισλαμικών τρομοκρατικών οργανώσεων[2], ανέδειξε έναν άλλο ύποπτο παράγοντα, τη θρησκευτική πίστη. Εξάλλου, αυτήν επικαλούνται οι ίδιοι οι τρομοκράτες, τόσο κατά τη διάρκεια των επιθέσεών τους, όσο και κατά την προβολή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαλαλώντας ότι αυτό που κάνουν είναι θέλημα Θεού (του Αλλάχ).

Κάπως έτσι ενοχοποιήθηκε η θρησκεία, κυρίως η ισλαμική, τα θρησκευτικά σχολεία - Madrassas (καθώς μάλιστα αρκετά ηγετικά στελέχη τζιχαντιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων φαίνεται ότι εκπαιδεύτηκαν σε τέτοια σχολεία[3]) και αναζητήθηκαν στο  Κοράνι χωρία που -σύμφωνα με τον μύθο- παροτρύνουν την ανάληψη τρομοκρατικής δράσης. Οι τρομοκράτες αναπαριστώνται ως θύματα προπαγάνδας από τα θρησκευτικά σχολεία ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πιθανόν χαμηλής νοητικής ικανότητας, ή πάντως με προβλήματα κοινωνικής ένταξης. Έτσι, ενώσω δικαιολογήθηκε η μαζικότητα της τρομοκρατικής δραστηριότητας, πάλι έμεινε έξω από το πεδίο βολής η ευρύτερη κοινωνία.

Είναι άραγε το Ισλάμ δεξαμενή απ' την οποία αναδύονται τρομοκράτες; Μπορεί η εν γένει θρησκευτική πίστη – ακόμη περισσότερο όταν είναι βαθιά και δογματική - να οδηγήσει αιτιωδώς στην ανάληψη τρομοκρατικής δράσης; Η απόφαση αυτή παρακινείται αποκλειστικά και μόνο από το θρησκευτικό συναίσθημα, ακόμη δηλαδή και όταν δεν υπάρχουν υποκείμενες αιτίες;

Αν δώσουμε θετική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, τότε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να εξηγήσουμε τα εξής παράδοξα ζητήματα:

  1. Τα ηγετικά τουλάχιστον στελέχη των τρομοκρατικών οργανώσεων δεν είναι άνθρωποι χαμηλής νοητικής ικανότητας, αλλά συνήθως διαθέτουν εξαιρετική εκπαίδευση και ευρεία γνώση. Παράλληλα, τις περισσότερες φορές (αν όχι πάντοτε) δεν συμμετέχουν οι ίδιοι σε τρομοκρατικές επιθέσεις, καίτοι – σύμφωνα τουλάχιστον με το δόγμα που ενστερνίζονται και πλέον οι ίδιοι διδάσκουν – αυτό θα τους εξασφάλιζε αιώνια ανταμοιβή και καλή μεταθανάτιο ζωή. Είναι άραγε λιγότερο θρησκευόμενοι ή θεωρούν εαυτόν πολύτιμο για να θυσιαστούν για παράδειγμα σε μια επίθεση αυτοκτονίας;
  2. Υπολογίζεται ότι, ο αριθμός των τζιχαντιστών μέσα σε λίγα χρόνια, έφτασε να ανέρχεται το 2014, σύμφωνα με εκτιμήσεις, μεταξύ 45.000-105.000[4]. Επίσης αναφέρεται ότι[5], οι ξένοι (δηλαδή οι αλλοδαποί) μαχητές αποτελούν το 40% του Ισλαμικού Κράτους. Τέλος, ποσοστό 20% των ξένων μαχητών, ήτοι πάνω από 4.000 άνθρωποι, είναι δυτικοευρωπαίοι[6], εκ των οποίων περίπου το 15% δεν προέρχονται από μουσουλμανικές οικογένειες ούτε έχουν θρησκευτικές καταβολές από το Ισλάμ[7]. Εύλογα τίθεται το ερώτημα, για ποιο λόγο τόσοι άνθρωποι, ιδίως νέοι, προερχόμενοι από διαφορετικές κουλτούρες, με υπόβαθρο δυτικού πολιτισμού, εντάσσονται στις ισλαμικές οργανώσεις; Είναι η βαθιά θρησκευτική τους πίστη που τους καθοδηγεί; Πόσος χρόνος αρκεί για να απορρίψουν τα κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά αποτυπώματα όλης της ζωής τους που προηγήθηκε και να ενστερνιστούν το ισλαμικό δόγμα;
  3. Αν εξετάσουμε πόσοι από τους τρομοκράτες του θρησκευτικού κύματος πιστεύουν ότι ωθούνται στην πράξη τους εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, θα προκύψει ασφαλώς ένα σημαντικό ποσοστό[8]. Τί αποτέλεσμα όμως θα είχαμε αν ερευνούσαμε αντίστροφα, δηλαδή αν εξετάζαμε πόσοι από τους βαθιά θρησκευόμενους ανθρώπους εξελίσσονται σε τρομοκράτες, δίχως μάλιστα άλλο κίνητρο (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό); Σε αυτή την περίπτωση, ίσως τα αποτελέσματα να μας έδιναν μια πολύ διαφορετική εικόνα.
  4. Τέλος, το πιο βασικό ζήτημα: αφού η ισλαμική θρησκεία, το Κοράνι και η ισλαμική παράδοση διατηρούνται αναλλοίωτα εδώ και 14 περίπου αιώνες και, μάλιστα, η ισλαμική αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες θρησκείες παγκοσμίως, γιατί συνέβη αυτό το κύμα τρομοκρατίας τώρα;

Η αντίστροφη προσέγγιση:

Το 1983 ο πολιτικός επιστήμονας Liebman Charles διατύπωσε τη δική του θεωρία, που συνδέει την εμφάνιση του θρησκευτικού εξτρεμισμού με τη συρρίκνωση του θρησκευτικού αισθήματος[9]. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι εξτρεμιστικές τάσεις είναι εγγενείς σε κάθε θρησκεία, αλλά συγκρατούνται από το σώμα των πιστών. Έτσι, ιστορικά όλες οι αναγνωρισμένες θρησκείες είχαν αναπτύξει στρατηγικές με τις οποίες ήλεγχαν την ανάπτυξη εξτρεμιστικών τάσεων στους κόλπους τους. Αντίθετα, σε περίπτωση που σε μια κοινωνία ατονήσει το θρησκευτικό συναίσθημα και συρρικνωθεί η ομάδα των πιστών, δηλαδή όταν τα μέλη της αρχίσουν να παραβιάζουν τις θρησκευτικές επιταγές, προκειμένου να επιτύχουν μη θρησκευτικούς στόχους, τότε αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διείσδυση και ανάδειξη των εξτρεμιστικών τάσεων. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι, όταν η θρησκεία είναι «ζωντανή», είναι σε θέση να συγκρατήσει την ανάπτυξη εξτρεμιστικών τάσεων[10].

Ο Liebman έκανε ένα βήμα παραπέρα και υποστήριξε ήδη τότε ότι, η αποδυνάμωση του θρησκευτικού συναισθήματος ενδεχομένως είναι απόρροια της αναγκαστικής πλέον και καθημερινής επαφής πολλών διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών; Ειδικότερα αναφερόμενος στην ιστορία του Ισραήλ, παρατήρησε ότι, η πιο ισχυρή δύναμη ελέγχου του θρησκευτικού εξτρεμισμού, η κοινοτική ενότητα, καταστράφηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, με την επιρροή του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας, οπότε διαχωρίστηκε η κοσμική από τη θρησκευτική λειτουργία, ο Ιουδαϊσμός έχασε τον σημαίνοντα ρόλο του, επετράπησαν οι κοινωνικές σχέσεις και ο συγχρωτισμός μεταξύ Εβραίων και μη, ενώ όσοι Εβραίοι δε συμφωνούσαν με τις νεωτερικές ιδέες, αναγκάστηκαν σταδιακά να αναπτύξουν οργανισμούς και δομές για να διατηρήσουν την παράδοση και να την προστατεύσουν από το νέο περιβάλλον[11]. Φαίνεται λοιπόν ότι, ο εξτρεμισμός μπορεί να είναι αναπόφευκτη συνέπεια της ανάμειξης και της εισροής νέων στοιχείων σε κάποιες μέχρι πρότινος «κλειστές» κοινωνίες, που οδήγησε με τη σειρά της στην αποδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης.

Μια αντίστοιχη διαδικασία περιγράφεται και ως προς την ανάπτυξη ισλαμικών εξτρεμιστικών τάσεων. Συγκεκριμένα παρατηρείται ότι, το φαινόμενο του Ισλαμισμού, προέκυψε από τη συνάντηση του Ισλάμ με το νεωτερισμό κυρίως δυτικής προέλευσης[12]. Για τους μουσουλμάνους των αραβικών κρατών, η διάλυση των αυτοκρατοριών και χαλιφάτων, η κατάκτηση εδαφών από τη Δύση και, παράλληλα, η εμφάνιση καθεστώτων στον αραβικό κόσμο που υιοθετούν δυτικότροπα πρότυπα αποτέλεσε υποτιμητική εμπειρία, έκφραση ηθικής διαφθοράς και πολιτισμικής παρακμής[13]. Έτσι, ανέκυψε το αίτημα για «ισλαμική αναβίωση», δηλαδή απόρριψη κάθε πολιτικής δομής η οποία έχει φιλελεύθερα και δημοκρατικά χαρακτηριστικά, αυστηρή εφαρμογή της Σαρία και επιβολή ενός θεοκρατικού καθεστώτος, που δε διακρίνει την πολιτική από τη θρησκεία, αλλά υπάγει την πρώτη στη δεύτερη[14]. Σε αυτό το πρόσφορο κλίμα, αναπτύχθηκαν φονταμενταλιστικά κινήματα μουσουλμάνων σε διάφορα μέρη του κόσμου, μεταξύ δε αυτών και σαλαφιστών[15].

Εκτός από την θεωρητική προσέγγιση του Liebman, ακόμη δύο πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν την προστατευτική δύναμη της θρησκευτικής πίστης και εκπαίδευσης, η μεν πρώτη στην Ινδονησία[16], η δε δεύτερη στην Κένυα[17]. Η πρώτη θεωρητική μελέτη εξετάζει την επίδραση των θρησκευτικών σχολείων που λειτουργούν στην Ινδονησία, με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε ξενοδοχεία το 2009. Καταλήγει ότι η θρησκευτική εκπαίδευση, όχι μόνο δεν προκαλεί, αλλά λειτουργεί προστατευτικά έναντι σε νέα τρομοκρατικά χτυπήματα και μειώνει την ανοχή των νέων απέναντι στον εξτρεμισμό. Η δεύτερη εμπειρική μελέτη, με αφορμή τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Ναϊρόμπι το 2013, εξετάζει τη στάση ανθρώπων που παρακολούθησαν διαπολιτισμικά εκπαιδευτικά προγράμματα, για να καταλήξει ότι και αυτά συμβάλουν τελικά στην θωράκιση των πολιτών απέναντι στην τρομοκρατία.

Μία διαφορετική σκέψη:

Αρκετές έρευνες που απαριθμούν τους παράγοντες που φέρονται να σχετίζονται με την ανάπτυξη τρομοκρατικής δράσης, αναφέρονται μετ’ επιτάσεως στην ανάγκη διαμόρφωσης και υπεράσπισης της ταυτότητας του ατόμου και την αντίδραση που ενδεχομένως προκαλεί η επίδειξη ασέβειας ως προς την ταυτότητα αυτή[18]. Εξάλλου η θρησκεία είναι στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας των ανθρώπων. Είναι όμως η ίδια η θρησκευτική και δη η ισλαμική πίστη ένας τέτοιος παράγοντας; Η θέση που υποστηρίζεται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, είναι ότι η θρησκευτική πίστη καθαυτή δεν ευθύνεται, ούτε τα θρησκευτικά σχολεία, ούτε τα χωρία στο Κοράνι και η ισλαμική παράδοση. Βεβαίως, όλα αυτά μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη τρομοκρατικής δραστηριότητας όταν εργαλειοποιούνται από επίδοξους χαρισματικούς ηγέτες και χρησιμοποιούνται, ερμηνεύονται και παραποιούνται με αυτό τον σκοπό[19]. Στην περίπτωση αυτή όμως, παράγοντας μπορεί να είναι η επιθυμία για εξουσία, η ανάγκη υιοθέτησης ή υπεράσπισης της πολιτισμικής ταυτότητας, ή ακόμα της ένταξης σε μια ομάδα, καθώς και πολλά άλλα υποκείμενα προβλήματα που πιθανόν κρύβονται πίσω από την «βροντερή» επίκληση της θρησκευτικής επιταγής από τους τρομοκράτες.

Ελένη Κωνσταντινοπούλου,  Δικηγόρος- Κοινωνιολόγος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Ποινικού Δικαίου, ΜΔΕ Εγκληματολογίας

[1] Αδάμης Π., Νέα θρησκευτική τρομοκρατία εγκληματολογική προσέγγιση και διεθνές δίκαιο, Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2017, σελ. 195. Επίσης, Webber D., Kruglanski A., «Psychological Factors in Radicalization: A “3 N” Approach», στο LaFree G., Freilich J., The handbook of the criminology of terrorism, Cambridge, Wiley Handbooks in Criminology and Criminal Justice, John Wiley & Sons, Inc., 2017, σσ. 33-46, σελ. 33.

[2] Rapoport D., «The four waves of rebel terror and September 11», Anthropoetics, The Journal of Generative Anthropology, Vol. VIII, Νo. 1, 2002, σσ. 1-19, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://www.anthropoetics.ucla.edu/ap0801/terror.htm.

[3] Allan, H., Glazzard, A., Jesperson, S., Reddy-Tumu, S. and Winterbotham, E. «Drivers of Violent Extremism: Hypothesis and Literature Review», Royal United Services Institute, Λονδίνο 2015, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://www.gsdrc.org/document-library/drivers-of-violent-extremism-hypotheses-andliterature-review/, σελ 40.

[4]Έτσι υπολογίζει ο Jones Seth G., όπως αναφέρεται στο Neumann P., Οι νέοι τζιχαντιστές. Ισλαμικό κράτος, Ευρώπη και το επόμενο κύμα τρομοκρατίας (Die neuen Dschihadisten: ISIS, Europa und die nächste Welle des Terrorismus, γερμανική έκδοση 2015), μετάφραση Παυλίνα Δηράνη, Εκδόσεις Διάμετρος ΙΚΕ, 2016, σελ. 13.

[5] Βλ. στο ίδιο σελ 103.

[6] Στο ίδιο σελ. 150. Πρβλ στο ίδιο σελ. 16 & 122.

[7] Στο ίδιο σελ. 125 & 150.

[8] Ίσως όχι απόλυτο, καθώς υποστηρίζεται ότι αρκετοί τρομοκράτες συμμετέχουν σε επιθέσεις με στόχο την οικονομική αποκατάσταση της οικογένειάς τους, την εξασφάλιση κατοικίας και άλλων παροχών κ.α..

[9]Βλ. Liebman C.S., «Extremism as a religious norm», Journal of Scientific study of religion, Vol. 22, No 1, 1983, σσ. 75-86.

[10] Με την ίδια λογική, ο Neumann υποστηρίζει ότι είναι καλό να μη γίνονται γενικεύσεις για το Ισλάμ, διότι οι μουσουλμάνοι, προπαντός εκείνοι που παίρνουν σοβαρά τη θρησκεία τους, μας είναι χρήσιμοι για να νικηθεί το Ισλαμικό Κράτος. Βλ. Neumann P., 2016, ο.π., σελ. 100.

[11] Βλ. Liebman C.S., 1983, ο.π. σελ. 80 επ..

[12]Βλ. Neumann P., 2016, ο.π. σελ. 55.

[13]Βλ. Βανδώρος, Σ., Εισαγωγή στις Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015, (διαθέσιμο στην ιστοσελίδα www. repository.kallipos.gr), σελ. 189 επ..

[14] Βλ. Βανδώρος, Σ., 2015, ο.π. σελ. 195.

[15]Βλ. Neumann P., 2016, ο.π. σελ. 56.

[16] Woodward, M., Rohmaniyah, I., Amin, A. and Coleman, D., «Muslim education, celebrating Islam and having fun as counter-radicalization strategies in Indonesia», Perspectives on Terrorism, Vol. 4, No 4, 2010, pp 28-50.

[17] Savage, S., Khan, A. and Liht, D., «Preventing Violent Extremism in Kenya through Value Complexity: Assessment of Being Kenyan Being Muslim», Journal of Strategic Security, Vol. 7, No 3, 2014, pp 1-26.

[18] Allan, H. κλπ 2015, ο.π. σελ. 4 & 18 επ. υπόθεση εργασίας 3. Επίσης Borum R., «The Etiology of Radicalization», στο LaFree G., Freilich J., The handbook of the criminology of terrorism, Cambridge, Wiley Handbooks in Criminology and Criminal Justice, John Wiley & Sons, Inc., 2017, σσ. 17-32. Επίσης, Caplan B., «Terrorism: the relevance of the rational choice model», Public Choice, Vol. 128, 2006, σσ. 91-107.

[19] Allan, H. κλπ 2015, ο.π. σελ. 40.