ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Η Ελαφρυντική Περίσταση του αρ. 84§3 ΠΚ ως Μέσο Θεραπείας της Παραβίασης της Εύλογης Διάρκειας Δίκης

Βασιλική Σγάντζου

Ι. Εισαγωγή

Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα άρθρο πίστης. Η θεμελιώδης αρχή αυτής της πίστης είναι ότι υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα και είναι καθολικά, αναπαλλοτρίωτα και αυτονόητα.[1] Ένα από αυτά      και το οποίο θα μας απασχολήσει στην παρούσα μελέτη είναι το δικαίωμα της εύλογης διάρκειας της δίκης, που έχει τις ρίζες της στο κράτος δικαίου και είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης δίκης.[2] Στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, οι διάφορες δομές που χρησιμοποιούνται από τα εθνικά και διεθνή νομικά συστήματα για την αποτελεσματική διερεύνηση των ποινικών διαδικασιών έχουν διαχρονική σημασία. [3]

Εντούτοις, «αν ρωτούσαμε ξαφνικά έναν απλό πολίτη, πώς εννοεί τον όρο <ανθρώπινα δικαιώματα>, δύσκολα θα βρίσκαμε μεταξύ των πρώτων,  αυθόρμητων απαντήσεων που θα παίρναμε και τη <διασφάλιση  της δικονομικής θέσης του κατηγορουμένου > ή την < άμεμπτη διεξαγωγή της πολιτικής ή ποινικής δίκης>»[4]

Σε διεθνές επίπεδο  το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[5] απαιτεί να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στα δικαιώματα του κατηγορουμένου.[6]

Πιο αναλυτικά, ο κατηγορούμενος[7] έχει δικαίωμα η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κι εκκρεμεί εις βάρος του να αξιολογηθεί από τα δικαστικά όργανα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος  και κατ’ επέκταση η δίκη που έχει ταχθεί εις βάρος του να δικασθεί εντός «λογικής προθεσμίας». (within a reasonabletime). H δε εύλογη διάρκεια της ποινικής δίκης αποσκοπεί στην προστασία του εκάστοτε ατόμου από sine iusta causa μακρές περιόδους ανασφάλειας και ταλαιπωρίας εξαιτίας της κατηγορίας που του αποδίδεται σε διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ παράλληλα εμμέσως διασφαλίζεται και το ίδιο το θύμα από την παρατεταμένη αδιαφορία για τη σε βάρος του τελεσθείσα αξιόποινη πράξη.[8]

 ΙΙ. Η ελληνική πραγματικότητα

Τα τελευταία χρόνια σε αρκετά συμβαλλόμενα κράτη έχει προβλεφθεί η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μετά από έκδοση απόφασης του ΕΔΔΑ, το οποίο διαπιστώνει παραβίαση της Σύμβασης.[9] Η ΑΠ 1638/2002[10] υπήρξε το πρώτο βούλευμα του Αρείου Πάγου που επελήφθη αιτήσεως επανάληψης διαδικασίας κατόπιν καταδίκης της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας, που εκδόθηκε κατόπιν προσφυγής του αιτούντος, ο οποίος καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη για  ανθρωποκτονία εκ προθέσεως μετά την ολοκλήρωση ποινικής διαδικασίας, η οποία διήρκησε συνολικά εννέα έτη και επτά μήνες. Εντούτοις, η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας απορρίφθηκε. Επιπλέον και  στην ΑΠ 717/2004 [11]αναφέρεται ότι η αναγνώριση της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας ως ελαφρυντικής περιστάσεως, ώστε να αναγνωριστεί η μειωμένη ποινή, δεν έχει σχέση με τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και την αιτία που προκάλεσε την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του αιτούντος .

Αναφορικά με το ελληνικό κράτος, αξιοσημείωτο καθίσταται το γεγονός ότι μέχρι και το έτος 2010 δεν υπήρχε κανένα ένδικο βοήθημα, προληπτικής ή αποζημιωτικής φύσης, το οποίο να έδινε στον διάδικο το δικαίωμα  να εκφράσει το παράπονό του για την παραβίαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, με αποτέλεσμα οι καταδίκες της χώρας από το ΕΔΔΑ να πληθαίνουν.[12]

Έτσι, ο Άρειος Πάγος με τις αποφάσεις ΑΠ 200/1997 και ΑΠ 495/1997 έκρινε ότι από τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δε θεμελιώνεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως των ποινικών αποφάσεων, πέραν εκείνων που εξαντλητικά αναγράφονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αργότερα, και προς εξασφάλιση των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, με το άρθρο 11παρ2 του ν. 3904/2010 αντικαταστάθηκε το στοιχείο δ της παραγράφου 1 του άρθρου 171 ΚΠΔ ορίζοντας ότι απόλυτη ακυρότητα προκαλείται από την παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που προέρχονται από την ΕΣΔΑ.

Εν έτει 2014  εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο Ν. 4239/2014 προς συμμόρφωση με τις πιλοτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδος και Γλύκαντζη κατά Ελλάδος, υπό τον τίτλο «Δίκαιη ικανοποίηση λόγω της υπερβολικής διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις». Με τα άρθρα 1-7 του συγκεκριμένου νόμου θεσπίστηκε το ένδικο βοήθημα της αίτησης της δίκαιης ικανοποίησης των διαδίκων για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, καθώς επίσης και ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος, όμως, δεν έλυσε σε ικανοποιητικό βαθμό την υπάρχουσα  προβληματική.

ΙΙΙ.Ο νέος αυτοτελής ισχυρισμός 84 παρ. 3 νέου Ποινικού Κώδικα 

Ήδη στο παρελθόν η παραβίαση της εύλογης διάρκειας της δίκης είχε απασχολήσει εντόνως την ελληνική θεωρία, στην οποία είχαν διαμορφωθεί δύο αντίρροπες θέσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα: από τη μία είχε προταθεί η μη εύλογη διάρκεια της δίκης να συνιστά ελαφρυντική περίσταση, όπως συμβαίνει στη Γερμανία[13] ενώ από την άλλη υποστηρίχθηκε να οδηγεί στην οριστική παύση της ποινικής διαδικασίας, όπως συμβαίνει σε «εξαιρετικές περιπτώσεις» από τα δικαστήρια της Ολλανδίας, της Γερμανίας[14], της Ελβετίας και της Αγγλίας[15].

Σήμερα, κατόπιν της πρόσφατης τροποποίησης του ελληνικού ποινικού κώδικα με τους Ν. 4619/2019 και Ν. 4637/2019 ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 84 ότι « Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου».

Η προσθήκη στο άρθρο 84 της υπό κρίση αυτοτελούς περίστασης αποτελεί συνέχεια της ρύθμισης που είχε πρωτοεισαχθεί με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014. Η διαφορά ως προς την νέα ρύθμιση είναι ότι αρχικά η εύλογη υπέρβαση της διαδικασίας είχε ενταχθεί στο άρθρο 79, δηλαδή στους κανόνες της επιμέτρησης της ποινής, ενώ τώρα πλέον συγκαταλέγεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις. Και αυτό ορθά κατά την άποψη της γράφουσας, αφού το ελαφρυντικό αυτό δεν έχει σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά με την μη δυνατότητα της πολιτείας να εκδικάζονται οι υποθέσεις σε εύλογο χρόνο.

Με την παραπάνω διάταξη και κατά την εισηγητική έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα, εναρμονίζεται ο Ποινικός Κώδικας προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ σε σχέση με τα πρόσφορα μέσα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας, κατ’άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. [16]

Πρόκειται για έναν αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι τίθεται σε ξεχωριστή παράγραφο και διαχωρίζεται από τις ενδεικτικώς απαριθμούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις.[17] Η ως άνω ελαφρυντική περίσταση, όπως όλες, μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, χωρίς αίτημα αλλά για να μπορεί να κριθεί αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο σχετικός και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου.[18]

Κριτήριο  για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4239/2014), αλλά συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο. Το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης[19].

Τα κριτήρια της εύλογης διάρκειας της ποινικής δίκης σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

 Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει ήδη καταστήσει σαφές πως το αξίωμα «nullum judicium sine lege» αποτυπώνει μία γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που επιβάλλει την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων που σχετίζονται με την διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας και αποσκοπεί στην κατοχύρωση της δίκαιης δίκης.[20] Το Δικαστήριο υποχρεώνει τα Κράτη να οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα με τέτοιο τρόπο, ώστε τα δικαστήρια να είναι σε θέση να απονέμουν δικαιοσύνη εντός ευλόγου χρόνου,[21] ώστε να αποφεύγονται «φαινόμενα αρνησιδικίας».[22]

Ως αφετηρία του «εύλογου» της διάρκειας της δίκης καθορίζεται ήδη στην υπόθεση Neumeister κατά Αυστρίας[23] το στάδιο εκείνο στο οποίο η κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου έχει ουσιαστικά διαταραχθεί, ως αποτέλεσμα κάποιας επίσημα διατυπωμένης υποψίας εναντίον του, καλύπτοντας το σύνολο των διαδικαστικών πράξεων, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου που διανύθηκε ως την πλήρη εξάντληση των ασκηθέντων ενδίκων μέσων.[24]

Σε κάθε περίπτωση η ποινική υπόθεση πρέπει να εισάγεται και να δικάζεται ταχέως, λαμβανομένης υπόψη σειράς παραγόντων που έχει διαμορφώσει η νομολογία του ΕΔΔΑ. Η δε εκτίμηση του ΕΔΔΑ ως προς το εύλογο ή μη της διάρκειας μίας δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαφέρει ανά περίπτωση.[25] Οι παράγοντες αυτοί είναι α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, β)η συμπεριφορά του αιτούντος ή των διαδίκων, γ)η στάση των αρμόδιων αρχών και δ) η σημασία της ένδικης διαφοράς για τον προσφεύγοντα.

Ο προσμετρώμενος χρόνος (diesaquo, diesadquem).

      Αναφορικά με την έναρξη του προσμετρώμενου χρόνου στις ποινικές υποθέσεις, ως αφετηρία της λογικής προθεσμίας καθορίζεται το στάδιο εκείνο στο οποίο η κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου έχει ουσιαστικά διαταραχθεί, ως αποτέλεσμα κάποιας επίσημα διατυπωμένης υποψίας εναντίον του κι έτσι θα μπορούσε να συμπίπτει με τη χρονική στιγμή που το πρόσωπο λαμβάνει επίσημα γνώση της κατηγορίας. Η έννοια της «κατηγορίας» γίνεται δεκτό πως αποτελεί ανεξάρτητη έννοια, κι έτσι μπορεί να συμπίπτει με την επίσημη κοινοποίηση της κατηγορίας στον δράστη,  με την ημέρα της συλλήψεως[26] ή της έρευνας κατ ‘οίκον[27] ή την άσκηση της ποινικής δίωξης[28]  ή την εκδίκαση της κατηγορίας ή την έναρξη της προκαταρκτικής εξέτασης[29] / προδικασίας / κύριας διερεύνησης. Γενικότερα, η πράξη των αρμόδιων αρχών που συνεπάγεται την έναρξη της προθεσμίας είναι εκείνη η οποία έχει «σημαντικές επιπτώσεις» στην κατάσταση του υπόπτου. Το δε  επίμαχο σημείο λήξης είναι η ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης, ή το σημείο παύσης της κατηγορίας, ενώ έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί χρονικό σημείο λήξης η καθαρογραφή της απόφασης[30]

Tο ΕΔΔΑ προσδιορίζει το χρονικό διάστημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη και εν συνεχεία ερευνά αν είναι υπερβολικό ή όχι, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων:

Α) Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

            Πρόκειται για το πρώτο κατά σειρά κριτήριο που εξετάζει το Δικαστήριο και αξιολογείται τόσο από νομική, όσο και από ουσιαστική σκοπιά. Μόνο το γεγονός ότι μια υπόθεση είναι πολύπλοκη δεν αρκεί. Η πολυπλοκότητα μπορεί να έχει σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να κριθούν, τα νομικά ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη  ή την ίδια την ποινική διαδικασία.

i) Η πολυπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών

Μπορεί να προκύψει από τη φύση της υπόθεσης[31], τη σύγχυση ή την απόκρυψη των αξιόποινων πράξεων για τα οποία κατηγορείται ο δράστης[32], την τυχόν ευαίσθητη φύση των αδικημάτων που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια, τον αριθμό των κατηγορουμένων και των μαρτύρων[33], την ανάγκη για γνωμοδότηση πραγματογνώμονα[34],  τα δύσκολα αποδεικτικά στοιχεία, τον                          όγκο του αποδεικτικού υλικού κ.α.

ii) Η πολυπλοκότητα νομικών ζητημάτων:

Μπορεί να αφορά έναν νέο ή ασαφή ποινικό νόμο ή διάταξη που πρέπει να εφαρμοσθεί[35], τον σεβασμό της αρχής της ισότητας των όπλων[36], ζητήματα δικαιοδοσίας και τυχόν υπερεθνικός χαρακτήρας της υπόθεσης, ζητήματα εκκρεμοδικίας,   ερμηνεία μίας διεθνούς συνθήκης κτλ

iii)Η πολυπλοκότητα της διαδικασίας:

Η διαδικαστική πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον μεγάλο αριθμό των διαδίκων, τον εντοπισμό κρίσιμων μαρτύρων, που μπορεί να έχουν αλλάξει τη διεύθυνσή τους, την απόκτηση αλλοδαπής δικογραφίας[37], την ανάγκη να παραπεμφθεί μία υπόθεση στην Ολομέλεια, την παραπομπή μίας υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο, λόγους δημόσιας ασφάλειας[38] κα.

Β)  H συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών.

Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι εθνικές αρχές παρεμβαίνουν για να συντομεύσουν τις διαδικασίες που κινούνται πέραν του ευλόγου χρόνου και εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 ταχύτητα.

Και μόνο οι αργοπορίες που οφείλονται στα κρατικά όργανα μπορούν να αποτελέσουν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης. Η συνηθέστερη δικαιολογία περί αδράνειας της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων λόγω υπερφόρτωσης του δικαστικού συστήματος δε δικαιολογούν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης.[39]

Γ) H συμπεριφορά του προσφεύγοντος.

Πρέπει να αποτελεί  ένα αντικειμενικό γεγονός το οποίο αφενός μεν δεν μπορεί να καταλογιστεί στο Κράτος, αφετέρου δε λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί τυχόν παραβίαση της εύλογης διάρκειας της δίκης[40]. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω, ώστε να μην υπάρξουν αντιφατικές ερμηνείες αντίθετες με το γράμμα του νόμου, είναι πως, η τυχόν εξάντληση όλων των παρεχόμενων από το εθνικό δίκαιο ενδίκων μέσων δεν αποβαίνει κατά του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση να  μην προβαίνει σε καταχρήσεις, όπως ενδεικτικά ο  αριθμός αναβολών που εντόνως απασχολεί τη δικαστηριακή πρακτική[41]

Δ)  Η σημασία της ένδικης διαφοράς για τον προσφεύγοντα.

Το διακύβευμα (enjeu) της υπόθεσης για τον κατηγορόυμενο είναι το τέταρτο και τελευταίο κριτήριο[42]. Ήδη το  ΕΔΔΑ έχει προβεί σε χαρακτηρισμό ορισμένων υποθέσεων λόγω της φύσης τους ως «υψηλής προτεραιότητας». Έτσι, ενδεικτικά ιδιάζουσες κρίνονται  οι περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά ή πρόκειται για υποθέσεις, οι διάδικοι των οποίων είναι υπερήλικες ή αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας[43].  Τέλος, το Δικαστήριο έχει  κρίνει πως οι δικαστικές αρχές πρέπει να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επιμέλεια σε υποθέσεις που αφορούν υπερβολική άσκηση βίας ή κακομεταχείριση από αστυνομικά όργανα.[44]

Δεδομένου ότι και το ίδιο το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει τη μείωση της ποινής ως πρόσφορο μέσο για να αμβλυνθούν οι συνέπειες της υπερβολικής διάρκειας της δίκης, συνίσταται σήμερα  μια αυτοτελή ελαφρυντική περίσταση, πέραν των ενδεικτικώς αναφερόμενων στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, που οδηγεί σε μειωμένη ποινή κατ’ άρθρο 83 ΠΚ[45]

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως το άρθρο 84παρ. 3 αφορά μία καινοτομία που μόλις πρόσφατα παρείσφρησε στον ελληνικό ποινικό κώδικα. Μη ύπαρξης ακόμη πάγιας ελληνικής νομολογίας, εναπόκειται στους εφαρμοστές του δικαίου για το πώς θα ερμηνεύσουν και θα εργαλειοποιήσουν την νέα αυτή ποινική διάταξη.

Πάντως, είναι αναγκαίο να επισημανθεί πως πλην της ελληνικής ποινικής νομοθεσίας  και η ίδια η νομολογία τείνει να υπακούσει στα κελεύσματα του ΕΔΔΑ: Μόλις πρόσφατα, εν έτει 2020 αναγνωρίσθηκε σε κατηγορουμένο η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ.3 λόγω μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας μη οφειλόμενης στην υπαιτιότητα του δράστη. Πιο αναλυτικά, πρόκειται για ποινική υπόθεση αφορούσα πλήθος περιουσιακών αδικημάτων κακουργηματικού χαρακτήρα, τα οποία έλαβαν χώρα εν έτει 2005 και 2006. Η ποινική δίωξη έλαβε χώρα εν έτει 2013 εις βάρος είκοσι υπόπτων, ενώ το παραπεμπικό βούλευμα υπ’αριθμόν 354/2019, εκδοθέν έπειτα από δέκα τρία έτη από τον χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, οδήγησε σε δίκη τους επτά από αυτούς. Κατόπιν συνολικά έντεκα δημοσίων συνεδριάσεων, η πρώτη εκ των οποίων έλαβε χώρα  τον Οκτώβριο του 2019 και η τελευταία τον Μάρτιο του 2020, υπήρξε για τον πρώτο εκ των κατηγορουμένων καταδίκη[46] για τα αδικήματα της απιστίας κατ’εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ’ εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ, καταδικάζοντάς τον σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) ετών και για της δύο πράξεις αναγνωριζόμενου του ελαφρυντικού του άρθρου 84παρ. 3, αφού διαγνώθηκε παραβίαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, μη οφειλόμενης στην υπαιτιότητά του. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε η δικαστική κρίση αναγνωρίζοντας το ως άνω ελαφρυντικό και για τους λοιπούς έξι συγκατηγορούμενούς του.

IV. Καταληκτικές Παρατηρήσεις

Πρόκειται για μία νέα ρύθμιση που αποσκοπεί στην προφύλαξη του ατόμου από αδικαιολόγητα μακρές περιόδους ανασφάλειας στο βωμό του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιτίας της κατηγορίας που του αποδίδεται. Έρχεται δε για να ενισχύσει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου στο συνολικό φάσμα της ποινικής διαδικασίας ως αντιστάθμισμα της ομολογουμένης ελλείψεως εφαρμογής του Ν. 4239/2014 και να συμπεριλάβει έτσι την παραβίαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας στις ελαφρυντικές περιστάσεις του νέου ποινικού κώδικα. Εντούτοις, επειδή η έννοια «εύλογη διάρκεια» είναι ήδη αόριστη και στην προσπάθεια εννοιολογικού της προσδιορισμού δύναται να παρεισφρήσουν αποκλίνουσες, καταχρηστικές πολλώ δε μάλλον λαθεμένες ερμηνείες που θα οδηγήσουν σε ανασφάλεια δικαίου, καλούνται οι εφαρμοστές του νόμου- δεδομένης της ομολογουμένης έως τώρα όχι πλούσιας έως ανύπαρκτης νομολογίας- να προβούν σε ορθή ερμηνεία υπακούοντας το γράμμα του νόμου και εντός των ορίων που χαράζει η νομολογία του ΕΔΔΑ. Παρά την όποια κριτική, το εν λόγω άρθρο θα αποτελέσει άξονα για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία συχνά καταπατώνται λόγω της κωλυσιεργίας του δικονομικού συστήματος. Αλλά, επειδή πρόκειται για μία πολύ πρόσφατη αλλαγή, ο χρόνος μπορεί να δείξει αν αυτή η αλλαγή παραδείγματος θα δρομολογήσει θεσμικές βελτιώσεις.     

Βασιλική Ι. Σγάντζου, Δικηγόρος Αθηνών, Μ.Δ.Ε, Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας ΕΚΠΑ

[1] Marie-Bénédicte Dembour, Who Believes in Human Rights?: Reflections on the European Convention (Law in Context), Cambridge University Press,  2006 p.32

[2] Das Recht auf ein faires Verfahren – und seine notwendige Konkretisierung, Φεβρουάριος 2018, Bundesverwaltungsgericht, Beschluss vom 24. Januar 2018 – 2 B 38.17

[3] Billis Emmanouil, The Structure of Evidentiary Proceedings As Reflected in the CaseLaw of the ECtHR on Article 6 (3) ECHR (July 26, 2017). In: C.D. Spinellis/Nikolaos Theodorakis/Emmanouil Billis/George Papadimitrakopoulos (eds.), Europe in Crisis: Crime, Criminal Justice, and the Way Forward. Essays in Honour of Nestor Courakis. Vol. II. Athens, Ant. N. Sakkoulas, 2017, pp. 957-978 [ISBN: 978-960-596-107-7]. Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=3009251

[4] Ανδρουλάκης Ι., Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, Π.Ν Σάκκουλας, 2000,σελ 1

[5] Εφεξής ΕΣΔΑ

[6] Steven Greer, The European Convention on Human Rights: Achievements, Problems and Prospects, Cambridge University Press, 2007,p.253

[7] Το ίδιο ισχύει και για τους ανήλικους κατηγορούμενους σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και αντιστοίχως με τους «Κανόνες του Πεκίνο». Βλ αναλυτικότερα επ’αυτού σε Jackson John Johnston Jennifer and Shapland Joanna (2003), Delay, Human Rights and the Need for Statutory Time Limits in Youth Cases, Criminal Law Review, 510-524 (515)

[8] Γαλανού Μ. σε Koτσαλής Λ., Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Ερμηνεία και Εφαρμογή των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ 457

[9] Βλ. αναλυτικά Κ. Χρυσόσγονος, «Η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΝοΒ 2001, σελ. 1110 επ.

[10] Δημοσιευμένη σε ΠοινΧρ ΝΓ ‘(2003), σ. 607

[11] ΠοινΧρ ΝΕ ‘(2005), με ενημερωτικό σημείωμα Δ. Χριστοπούλου, σ. 252

[12] Βλ αναλυτικά σε Κοκκίνη Μ., «Δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, υπέρβαση εύλογης διάρκειας της δίκης και μέσα θεραπείας», Απρίλιος 2019

[13] Εckle κατά Γερμανίας, απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982

[14] Αναφορικά με τη Γερμανία βλ την BGH 17.1.2008-GSSt 1/07- Landgericht Oldenburg, www.hrr-strafrecht.de και όπως αναλύεται σε  Κυριακοπούλου Ου., Η υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας με βάση τη νεότερη νομολογία του Γερμανικού Ακυρωτικού, ΠοινΔικ 2008, σελ. 1375 επ.

[15] Βλ. Αναγνωστόπουλο Η., Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Προτάσεις θεραπείας, ΠοινΧρ 2004, σ. 7 επ

[16] Βλ Αιτιολογική Έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα, σελ23

[17] Βλ Κοκκίνη Μ., όπ σελ 28

[18] Φράγκος Κ., Αρεοπαγίτης, Ποινικός Κώδικας (Ν. 4619/2019 και Ν. 4637/2019),  Κατ’ άρθρο ερμηνεία και Νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, σελ 506
[19] ΑΠ ποιν. 1191/2019
[20] Ανδρουλάκης Ι. σε Koτσαλής Λ., Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Ερμηνεία και Εφαρμογή των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ 365

[21] Βλ μεταξύ άλλων ενδεικτικά Erfar-Avef κατά Ελλάδας της 27.3.2014

[22] Βλ ενδεικτικά ΕΔΔΑ Pelissier et Sassi (Ευρεία Σύνθεση, 25.3.1999, παρ. 74, Milionis κ.α κ. Ελλάδος 24.4.2008,παρ57

[23] Neumeister κατά Αυστρίας, αρ. προσφυγής 1936/63, διαδικτυακά προσπελάσιμη σε URL: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-57544%22]}

[24] Ανδρουλάκης Ι., Π.Ν Σάκκουλας, 2000 ό.π σελ 17

[25] Σισιλιάνος Λ-Α, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2017,σελ 291

[26] ΕΔΔΑ Βλάχος κατά Ελλάδας, απόφαση της 18 ης  Σεπτεμβρίου 2008, παρ. 16

[27] EΔΔΑ Diamantides κ.  Ελλάδας,  Νο 1,23.10.2003, παρ20 επ.

[28] ΕΔΔΑ, Angelov κατά Ελλάδας, απόφαση της 6ης ης  Νοεμβρίου 2008, παρ 15

[29] ΕΔΔΑ Foti κ.α κ. Ιταλίας, 10.12.1982,παρ 52

[30] ΕΔΔΑ Σταυρινουδάκης κατά Ελλάδας 29 η Οκτωβρίου 2009

[31] Arap Yalgin and others v. Turkey, 25 Sept. 2001, παρ27

[32] Neumeister v. Austria, 27 June 1968

[33] Milasi v. Italy, 25 June 1987, παρ16

[34] Scopelliti v. Italy, 23 Nov. 1993, παρ23.

[35] Pretto and others v. Italy, 8 Dec. 1983, παρ32.

[36] Baraona v. Portugal, 8 July 1987, παρ50.

[37] Manzoni v. Italy, 19 Feb. 1991, παρ18.

[38] Stran Greek Refineries and Stratis Andreadis v. Greece, 9 Dec. 1994, παρ55

[39] βλ σε  Γαλανού Μ. σε Κοτσαλή Λ., Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο Ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, 2014, σ. 459 επ.

[40] Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδος της 3.4.2012,παρ. 43

[41] G.K. κατά Πολωνίας της 20.1.2004 (παρ. 102).

[42] Βλ. Γκιόκα κατά Ελλάδος της 16.4.2009 (παρ. 23-25).

[43] ΕΔΔΑ Karakaya κ. Γαλλίας, 26.8.1994,παρ 43

[44] ΕΔΔΑ Caloc κ. Γαλλίας, 20.7.2000, παρ.120

[45] Βλ προγενέστερη νομολογία ΑΠ 1454/1997 όπου δέχτηκε ότι η υπερβολική διάρκεια της δίκης θεμελιώνει ελαφρυντική περίσταση

[46] Πρόκειται για την υπ’αριθμόν  1304/2020 της 5ης-3-2020  απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (δεν έχει καθαρογραφεί)