ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Η Αναστολή του Θεσμού Παροχής Κοινωφελούς Εργασίας

Στυλιανή Καπούλα

Ο θεσμός της μετατροπής της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας  εισήχθη για πρώτη φορά στη χώρα μας με το άρθρο 2 του ν. 1941/1991 ως εναλλακτικός τρόπος έκτισης της στερητικής ελευθερίας ποινής. 

Α) Μελανά σημεία στην εφαρμογή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας

Ο θεσμός αντιμετώπισε αρχικά  στην εφαρμογή του μείζονες δυσκολίες. Ακριβώς, για τον λόγο αυτό, υπήρξαν αλλεπάλληλες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, ο οποίες   οφείλονταν αφενός  στο γεγονός ότι ο νομοθέτης παρέπεμπε σε έκδοση υπουργικών αποφάσεων για την  πρόβλεψη των εκτελεστικών προδιαγραφών του εν λόγω θεσμού, αφετέρου στο ότι οι ελλείψεις  σε επίπεδο πρακτικής του εφαρμογής ήταν συνεχιζόμενες καθώς και στο ότι δεν υπήρχαν κριτήρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον δικαστή γι΄ αυτή τη μορφή μετατροπής και να εδραιώσουν την ασφάλεια δικαίου αναφορικά με τον νέο θεσμό.   

Ήδη με τον νόμο που εισήγαγε τον υπό κρίση θεσμό, ως βασική προϋπόθεση είχε τεθεί η ύπαρξη σχετικού αιτήματος του καταδικασθέντος για τη συγκεκριμένη μορφή μετατροπής ή η αποδοχή του γι΄ αυτήν, η οποία σχετίζεται με το γεγονός ότι από το Σύνταγμα απαγορεύεται απόλυτα η αναγκαστική εργασία. (άρθρο 22 παρ. 4 εδ. α). 2 Συνεπώς, η προϋπόθεση αυτή τέθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί  και να προστατευτεί η συνταγματικότητα του θεσμού. 

Αμφίβολο, όμως, είναι αν πράγματι από την φύση του ο θεσμός αυτός δύναται να είναι καθόλα συνταγματικός. Το δικαίωμα στην εργασία είναι συνυφασμένο άρρηκτα με το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Υπό το πρίσμα αυτό, το άτομο είναι απολύτως ελεύθερο να αποφασίσει αν θα εργαστεί ή όχι καθώς επίσης και να επιλέξει ποια συγκεκριμένη θέση εργασίας θα διεκδικήσει. Τέτοια περιθώρια επιλογών ουδόλως εγκαταλείπονται από τον  θεσμό της παροχής κοινωφελούς εργασίας. Ουσιαστικά, ο καταδικασθείς προκειμένου να αποφύγει το εγκλεισμό σε  κατάστημα κράτησης αναγκάζεται να παρέχει την εργασία του αμισθί σε όποιον φορέα την δέχεται.

Επιπρόσθετος  περιορισμός επήλθε, ιδίως κατά τα  πρώτα χρόνια εφαρμογής του θεσμού, στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας στο μέτρο που μέχρι την οργάνωση του σώματος επιμελητών κοινωνικής αρωγής ή όπου δεν υπήρχε επαρκής αριθμός τους ή δεν ήταν αναγκαία η επίβλεψη από ειδικό επιμελητή, ο νόμος πρόβλεψε την ανάθεση της εκτέλεσης της κοινωφελούς εργασίας σε όργανα της διοίκησης ή σε υπαλλήλους των υπηρεσιών ή των νομικών προσώπων, όπου παρέχεται η κοινωφελής εργασίας, υπό την επίβλεψη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου παροχής της εργασίας. 

Η επίβλεψη από φορέα κοινωνικής  αρωγής  προβλέφθηκε ως υποχρεωτική προκειμένου ο θεσμός αυτός να αναχθεί σε μέσω υλοποίησης του στόχου της ειδικής πρόληψης. Η επίβλεψη, ωστόσο, από προσωπικό μη ενταγμένο σε φορέα κοινωνικής αρωγής αυτόματα αναιρεί την προσπάθεια επίτευξης σωφρονισμού του καταδικασθέντα και μετατρέπεται σε στείρο έλεγχο του τρόπου που αυτός παρέχει την εργασία του.

 Β) Θετική διάσταση του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας

Τα μελανά αυτά σημεία, ωστόσο, δεν στάθηκαν εμπόδιο να αναδειχθεί με τον χρόνο και να επιτευχθεί ο πραγματικός στόχος του συγκεκριμένου τρόπου έκτισης ποινής, ο οποίος είναι η αποκατάσταση «της διαρραγείσης σχέσης μεταξύ του δράστη και της κοινότητας».4 Με την παροχή αμισθί εργασίας σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας ή ακόμη και στο ίδιο θύμα, ο καταδικασθείς έρχεται να αποκαταστήσει την διατάραξη που προκάλεσε στη σχέση του με την κοινωνία ή ακόμα και με τον φορέα του εννόμου αγαθού το οποίο εβλάβη ή ετέθη σε διακινδύνευση. Το κομβικό στοιχείο στην εναλλακτική αυτή έκτιση ποινής είναι το γεγονός ότι ο καταδικασθείς καταφέρνει να αναδομήσει την σχέση του με την κοινωνία, χωρίς να απομονώνεται από αυτήν. Πρόκειται δηλαδή για μία μορφή εναλλακτικής ποινής «εντός της κοινότητας» (community sentence).5

Συγκεκριμένα, όταν ο καταδικασθείς εκτίει την ποινή φυλάκισης που του επεβλήθη εντός  καταστήματος κράτησης, απομονώνεται από τον κοινωνικό ιστό, και συνεπώς, είναι αδύνατο να προβλεφθεί πως θα λειτουργήσει, όταν ενσωματωθεί εκ νέου στους κόλπους της κοινωνίας. Συνεπώς, είναι πιθανόν, η διαδικασία του εγκλεισμού θεωρητικά να έχει νουθετήσει  τον καταδικασθέντα, όταν όμως αυτός επανέλθει στην κοινωνική πραγματικότητα να μην μπορεί εν τοις πράγμασι να επιδείξει νομοταγή συμπεριφορά. 

Αντιθέτως, με τον θεσμό της παροχής κοινωφελούς εργασίας, ο καταδικασθείς συνεχίζει να αγωνίζεται μέσα στα κοινωνικά πλαίσια, να δοκιμάζει  αν μπορεί να τηρήσει μία νομοταγή συμπεριφορά ενώ ταυτοχρόνως, βιώνει τις έννομες συνέπειες της παράνομης πράξης του με το να συνεχίζει να εκτίει  την ποινή που του επεβλήθη μέσω της παροχής κοινωφελούς εργασίας.

Πολύ περισσότερο  ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται από την στιγμή που η παροχή κοινωφελούς εργασίας γίνεται υπό τον έλεγχο φορέα κοινωνικής αρωγής. Η έκτιση, δηλαδή, της ποινής γίνεται με ταυτόχρονη επίβλεψη από ειδήμονες που είναι σε θέση να κατευθύνουν τον καταδικασθέντα ώστε πράγματι συστηματικά και οργανωμένα να γίνεται προσπάθεια προς την κατεύθυνση της υλοποίησης του στόχου του σωφρονισμού.

Επιπροσθέτως, πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν  ότι στόχος της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής είναι η αποσυμφόρηση των σωφρονιστικών καταστημάτων προκειμένου το σωφρονιστικό σύστημα να υπακούει και να σέβεται την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο στόχος αυτός δύναται να επιτευχθεί μέσω του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας.

 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: 

« Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς».

Το ΕΔΔΑ έχει αναπτύξει πλούσια νομολογία αναφορικά με το ποιές είναι οι προϋποθέσεις που συγκροτούν εκείνες τις συνθήκες κράτησης που είναι ευπρεπείς και σέβονται τον άνθρωπο. Σαφής είναι η θέση του ΕΔΔΑ ότι στην έννοια της εξευτελιστικής μεταχείρισης, υπάγεται  και ο υπερβολικός αριθμός κρατουμένων σε ένα κελί  που συνεπάγεται και την έλλειψη στοιχειώδους υγιεινής σε συνδυασμό με την μακρά περίοδο κράτησης.6 Η χώρα μας, μάλιστα, έχει υποστεί αρκετές καταδίκες ακριβώς για τον λόγω του υπερπληθυσμού στις φυλακές.  

Γ) Αναθεώρηση του θεσμού με το Νόμο 4619/2019

Στο πέρασμα των χρόνων η παροχή κοινωφελούς εργασίας έχει αναδειχθεί σε έναν θεσμό πρωτοπόρο και εναλλακτικό που με την κατάλληλη οργάνωση δύναται να συμβάλλει ουσιαστικά στον σωφρονισμό του καταδικασθέντα και, ταυτοχρόνως, στη μείωση του υπερπληθυσμού των φυλακών που έχει καταστήσει τις συνθήκες κράτησης απάνθρωπες.

Οι θετικές αυτές διαστάσεις του θεσμού  ελήφθησαν υπ΄όψιν και στην αναθεώρηση του θεσμού με τον νόμο 4619/2019, ο οποίος ανήγαγε την κοινωφελή εργασία σε κύρια ποινή βάσει του άρθρου 50 ΠΚ μαζί με τις ποινές στερητικές της ελευθερίας και την χρηματική ποινή. 

 Επιπλέον, σε αδικήματα ήσσονος βαρύτητας η παροχή κοινωφελούς εργασίας αποτελεί πλέον την μοναδική ποινή που απειλείται από τον νομό. Η παροχή κοινωφελούς εργασίας ως κύρια ποινή, προβλέπεται σε αδικήματα όπως η έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων από αμέλεια, η προσβολή συμβόλων άλλου κράτους, η αντιποίηση δημόσιας υπηρεσίας, η πρόκληση και προσφορά στην τέλεση πλημμελήματος, η διασπορά ψευδών ειδήσεων από αμέλεια, η πλαστογραφία πιστοποιητικών, η παρακώλυση συγκοινωνιών από αμέλεια, η παρακώλυση τηλεπικοινωνιών από αμέλεια, η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, η σωματική βλάβη από αμέλεια, η αυτοδικία, η προσβολή γενετήσιας ευπρέπειας, η προσβολή μνήμης νεκρού, η χωρίς δικαίωμα αντιγραφή ή χρήση προγραμμάτων υπολογιστών, η κλοπή και η υπεξαίρεση μικρής αξίας.

Πριν τις αλλαγές που επέφερε ο νόμος 4619/2019, σε περίπτωση μη συνδρομής των προϋποθέσεων για χορήγηση αναστολής,  η στερητική της ελευθερίας ποινής μετατρεπόταν αρχικά σε χρηματική και, εφόσον, ο καταδικασθείς βρισκόταν σε αδυναμία καταβολής του ποσού, τότε μόνο η στερητική της ελευθερίας ποινή εκτιόταν εναλλακτικά με την μορφή της παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αντιθέτως, υπό το πρίσμα του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της αναστολής, η ποινή μετατρέπεται απευθείας σε ποινή στερητική της ελευθερίας (άρθρο 100Α ΠΚ).

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας, έδωσε σαφή προτεραιότητα στην αναβάθμιση του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας και διαφάνηκε η πραγματική πίστη του ποινικού νομοθέτη ότι η κοινωφελής εργασία ως κύρια ποινή θα μπορέσει να υλοποιήσει τους στόχους του σωφρονιστικού μας συστήματος.

Δ) Αναστολή του θεσμού

Οι προαναφερθείσες καινοτόμες αυτές μεταρρυθμίσεις του νομοθέτη δεν πρόλαβαν να εφαρμοσθούν στην πράξη καθώς ήρθε ο νόμος για το επιτελικό κράτος που πάγωσε την εφαρμογή του θεσμού και, μάλιστα, επ΄ αόριστω.

Η ρύθμιση του άρθρου 98 του ν. 4623/2019 ορίζει τα ακόλουθα: 

«1. Αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 4619/11.6.2019 (Α΄ 95), κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής.

2. Πλημμελήματα, που προβλέπονται σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 4619/11.6.2019 (Α΄ 95), και απειλούνται με μοναδική ποινή την παροχή κοινωφελούς εργασίας, τιμωρούνται με χρηματική ποινή.»

Η συγκεκριμένη αυτή μεταρρύθμιση σηματοδοτεί, χωρίς καμία αμφιβολία, μία πασιφανή οπισθοχώρηση του νομοθετικού μας συστήματος. Από την μία πλευρά με τον νέο Ποινικό Κώδικα προάγεται η κοινωφελής εργασία σε κύρια ποινή και αναμένεται με ενδιαφέρον να δοκιμαστεί η λειτουργία της ενώ σχεδόν ταυτόχρονα έρχεται νέος νόμος που εξαφανίζει από το νομικό προσκήνιο τον συγκεκριμένο θεσμό με αποτέλεσμα αυτός να μην υφίσταται ούτε καν στην προϋφιστάμενη μορφή του. 

Η αναστολή του θεσμού της παροχής της κοινωφελούς εργασίας επιφέρει συγκεκριμένα και τις ακόλουθες συνέπειες: Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση αναστολής, η παροχή κοινωφελούς εργασίας παύει να υφίσταται ως εναλλακτικός τρόπος έκτισης της ποινής. Περαιτέρω δε στις περιπτώσεις που ως ποινική κύρωση προβλέπεται αποκλειστικά η παροχή κοινωφελούς εργασίας, αυτή αντικαθίσταται με χρηματική ποινή. 

Ε) Συμπεράσματα

Έπειτα από είκοσι εννιά σχεδόν χρόνια εφαρμογής του συγκεκριμένου θεσμού, είναι η πρώτη φορά που αυτός τίθεται σε πλήρη αναστολή χωρίς να υπάρχει το παραμικρό περιθώριο αυτός να εφαρμοστεί. Η αναστολή, μάλιστα, εφαρμογής του είναι επ΄ αόριστω και ακόμη μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να γίνονται σοβαρές προσπάθειες για την επαναφορά του.

Σε αρκετές περιπτώσεις, ο συγκεκριμένος θεσμός φαίνεται να είναι ο απόλυτα ενδεδειγμένος και να έχει σαφές προβάδισμα σε σχέση με τις άλλες ποινές. Στις περιπτώσεις πλημμελημάτων ήσσονος βαρύτητας, ο καταδικασθείς δεν έχει υποπέσει σε τέτοιο αδίκημα ώστε να ενδείκνυται ο εγκλεισμός του προκειμένου να προστατευτεί η κοινωνία από την ενδεχόμενη εκ νέου εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς αλλά και προκειμένου να απαιτούνται αυστηρά μέτρα σωφρονισμού του. Εξ’ άλλου, όταν πρόκειται για ποινή στερητική της ελευθερίας βραχείας διάρκειας, ο εγκλεισμός του καταδικασθέντος ενδέχεται να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και να δυναμιτίσει την εκδήλωση έκνομης συμπεριφοράς.

Επιπλέον, όσον αφορά εγκλήματα μικρής βαρύτητας, η πρόκριση μίας χρηματικής ποινής συγκριτικά με την παροχή κοινωφελούς εργασίας, προάγει ανισότητες και δημιουργεί ένα νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο η αποφυγή του εγκλεισμού καθίσταται προνόμιο των οικονομικά εύρωστων στρωμάτων. Φυσικά, μία τέτοια συνθήκη οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της αρχής της ισότητας υπό την έκφανση της ισότητας των πολιτών απέναντι στον νόμο.

Είναι εύλογο ότι η δημιουργία  θέσεων για παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι ιδιαιτέρως δύσκολη ειδικά σε μία εποχή που η ανεργία αποτελεί μάστιγα. Παρ’ όλ΄αυτά, όπως και κάθε άλλο είδος ποινής, ομοίως και η παροχή κοινωφελούς εργασίας προϋποθέτει ισχυρή κρατική βούληση και οργάνωση έτσι ώστε να μπορεί να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με την πλήρη και επ΄ αόριστω αναστολή του θεσμού, λόγω μη επαρκών θέσεων, δεν δίνεται λύση αλλά αντιθέτως εξασθενεί ένας θεσμός που θα μπορούσε  να έχει μείζονα συμβολή στην αντεγκληματική πολιτική για αξιόποινες πράξεις ήσσονος σημασίας.

Στην δεδομένη χρονική περίοδο φαίνεται να υπάρχει πλήρης αποδιοργάνωση του θεσμού. Στην δικαστηριακή πρακτική παρατηρούμε έντονες αντιφάσεις που εύλογα γεννούν προβληματισμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις  γίνεται δεκτή η παροχή κοινωφελούς εργασίας σε καταδικασθέντες που έχουν καταφέρει να λάβουν έγκριση από κάποιο σχετικό φορέα ενώ σε άλλες  το δικαστήριο δεν λαμβάνει καθόλου υπ΄ όψη την έγκριση αυτή και  περιορίζεται στην εφαρμογή του νόμου περί αναστολής του θεσμού. 

Συμπερασματικά, ακόμα και μετά την αναστολή του θεσμού, υπάρχουν φορείς που δέχονται την παροχή κοινωφελούς εργασίας και, συνεπώς, το κράτος μας φαίνεται ότι μπορεί να υποστηρίξει τον θεσμό. Ταυτόχρονα δε, ο ποινικός νομοθέτης με τις πρόσφατες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις επέδωσε στην λειτουργία του θεσμού θετικό πρόσημο. Συνεπώς, με συστηματική οργάνωση και πραγματική βούληση  ενίσχυσης του θεσμού, οι καινοτόμες μεταρρυθμίσεις του ισχύοντος ποινικού κώδικα θα σηματοδοτήσουν πρόοδο στο ελληνικό σύστημα ποινικών κυρώσεων.  

Στυλιανή Ι. Καπούλα, Δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις

 

1. Μ. ΚΑΙΑΦΑ ΓΚΜΠΑΝΤΙ, Ν. ΜΠΙΤΖΙΛΕΚΗΣ, Ε. ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ- ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2008, σελ. 414
2. Μ. ΚΑΙΑΦΑ ΓΚΜΠΑΝΤΙ, Ν. ΜΠΙΤΖΙΛΕΚΗΣ, Ε. ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ- ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2008, σελ. 415
3. Μ. ΚΑΙΑΦΑ ΓΚΜΠΑΝΤΙ, Ν. ΜΠΙΤΖΙΛΕΚΗΣ, Ε. ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ- ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2008, σελ. 417
4. Διαδικτυακό άρθρο: «Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση», Νικόλαος ΔημητράτοςΔιαδικτυακό άρθρο: «Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση», Νικόλαος Δημητράτος
5. Διαδικτυακό άρθρο: «Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση», Νικόλαος ΔημητράτοςΔιαδικτυακό άρθρο: «Ποινή και εναλλακτικοί τρόποι έκτισής της. Μια κριτική επισκόπηση», Νικόλαος Δημητράτος
6. Βλ. υπόθεση Kalashnikov κατά Ρωσίας, 15-7-2002,παρ. 100-103