ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

Ευθανασία: Παρουσίαση Πορισμάτων Έρευνας του Ε.Π.Ε.Ε. Νομικής Παν/μίου Αθηνών

Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος, Ιωάννα Καρναχωρίτη

Ευθανασία: Παρουσίαση πορισμάτων έρευνας του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών,

υπό την επιστημονική ευθύνη του Ομ. Καθηγητή Νέστορα Κουράκη

 

Εισαγωγική και ιστορική προσέγγιση της ευθανασίας

Η ευθανασία, δηλαδή η ανώδυνη σκοπούμενη θανάτωση, άλλως η επιτάχυνση του τερματισμού της ζωής, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ηθικά ζητήματα στις σύγχρονες κοινωνίες. Το ηθικό αυτό δίλημμα προκύπτει από την ύπαρξη της θεώρησης ότι η ευθανασία δεν είναι μια παράνομη ή ηθικά αποδοκιμαστέα πράξη αλλά μια λυτρωτική διαδικασία στην περίπτωση ύπαρξης αποδεδειγμένης ανίατης πάθησης που καθιστά τη ζωή ένα δυσβάστακτο μαρτύριο έρχεται σε αντίθεση με τη θεώρηση ότι η ζωή πρέπει να προστατεύεται ως υπέρτατο αγαθό υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η λέξη «ευθανασία» προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και συνίσταται στο πρόθεμα «ευ» που σημαίνει «καλός, ωραίος, γενναίος, ευγενής» και τη λέξη «θάνατος», που στα αρχαία ελληνικά σήμαινε, βέβαια, τον φυσικό θάνατο[1].

Οι σχετικές προβληματικές έχουν η βάση τους στην αρχαία ελληνική σκέψη και ήδη για την αρχαία ελληνική εποχή διατυπώνονται διαφορετικές απόψεις αναφορικά με την αντιμετώπιση του θέματος. Σύμφωνα με την πρώτη[2], εφαρμοζόταν η ενεργητική ευθανασία, δηλαδή ο ιατρός βοηθούσε την επιτάχυνση του θανάτου, ως ιατρική υποστήριξη στην αυτοκτονία. Οι ιατροί σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν τα άπολυτικά, ήτοι φάρμακα, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ευθανασία, όπως π. χ. το κώνειο.[3]  Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, οι αρχαίοι ιατροί μπορεί να εφάρμοζαν την παθητική ευθανασία ως ελάφρυνση θανάτου, χωρίς όμως την επιτάχυνση ή την πρόκληση του[4], καθώς εάν ο αρχαίος γιατρός σκότωνε ηθελημένα άνθρωπο θα διέπραττε ύβριν, που θα επέσυρε την εκδίκηση των θεών.[5]

Στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, σε ευθανασία υποστηρίζεται ότι προχωρούσαν οι στωικοί φιλόσοφοι (μέσω της αυτοκτονίας) για να απαλλαγούν από τους πόνους ασθένειας ή σε περίπτωση αναπηρίας ή ψυχασθένειας ενώ ο Βαλέριος Μάξιμος κάνει αναφορά στη λειτουργία ενός κέντρου στη Μασσαλία, που διατηρούσε κώνειο, για να χορηγείται σε ασθενείς οι οποίοι επιθυμούσαν να τερματίσουν τη ζωή τους[6].

Σε κάθε περίπτωση ενεργητικής ή παθητικής ευθανασίας, ο πυρήνας του αξιώματος του Ιπποκράτη «ώφελεϊν ή μηδέν βλάπτειν» δεν θα λειτουργούσε ανασχετικά για τον ιατρό όταν ερχόταν αντιμέτωπος με εκείνον που πίστευε ότι μάλλον θα βοηθηθεί παρά θα βλαπτόταν με τον θάνατο, δηλαδή για όσους έπασχαν από ανίατες ασθένειες ή βρίσκοταν για άλλο λόγο στο τέλος της ζωής τους.

Κατά τον Μεσαίωνα, ο όρος της ευθανασίας χρησιμοποιήθηκε από τον Άγγλο φιλόσοφο Roger Bacon (1219-1294 μ.Χ.), για να περιγράψει την προσπάθεια ανακούφισης από τους πόνους κάποιου που πεθαίνει με επώδυνο τρόπο[7].

Στα τέλη του 19ου αιώνα η έννοια της ευθανασίας διευρύνεται περιλαμβάνοντας, εκτός από την ανακούφιση από τους πόνους, την ανώδυνη θανάτωση τόσο εκείνων που πεθαίνουν με πόνο, όσο και αυτών που πάσχουν από κάποιο ψυχική νόσο ή έχουν κάποιου είδους αναπηρία. Στην πρώτη περίπτωση, μάλιστα, οι Binding και Hoche στη Γερμανία υποστήριξαν ότι η θανάτωση κάποιου που πάσχει από φοβερή ασθένεια μετά από αίτημα του δεν είναι άδικη[8] και αντίθετα, αποτελεί υποχρέωση απέναντι σ’ αυτόν, διότι η ζωή του σε μία τέτοια κατάσταση δεν θεωρείται πλέον έννομο αγαθό άξιο προστασίας.

Η προβληματική γύρω από την ευθανασία είναι, και σήμερα, σημαντική καθώς οι ως άνω θεάσεις επηρεάζονται από ποικίλους παράγοντες, όπως είναι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι εξελίξεις στον τομέα της ιατρικής καθώς και οι πολιτισμικές και κοινωνικές καταβολές. Άρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι νομικές προεκτάσεις της ευθανασίας, αφού η αντιμετώπισή της αποτελεί υπόθεση μείζονος σημασίας για την πλειονότητα των ποινικών και συνταγματικών δικαίων παγκοσμίως και επηρεάζεται από τον αξιακό κώδικα και το νομικό πολιτισμό κάθε χώρας. Σε αρκετές έννομες τάξεις έχει ανοίξει η συζήτηση για το «δικαίωμα στον «αξιοπρεπή θάνατο». Ενδεικτικά και σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, ήδη από το έτος 1994 η πολιτεία του Όρεγκον θεμελίωσε αυτό το δικαίωμα[9] και τα επόμενα έτη ακολούθησαν και οι πολιτείες της Ουάσινγκτον, του Βερμόντ, του Κολοράντο, της Καλιφόρνια, του Νιου Τζέρσεϊ, του Μέιν, του Όρεγκον, της Χαβάης κ.α.[10]. Στη γερμανική έννομη τάξη, το έτος 2015 εισήχθη στον γερμανικό ποινικό κώδικα μία νέα διάταξη (το άρθρο 217 γερμ.Π.Κ.) με την οποία κατέστη αξιόποινη η υποστήριξη του αυτοχειριασμού στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, «όποιος με σκοπό να υποστηρίξει τον αυτοχειριασμό άλλου, παρέχει σε αυτόν αμέσως ή εμμέσως την ευκαιρία για αυτοχειριασμό ή μεσολαβεί γι’ αυτήν στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών ή με χρηματική ποινή»(παρ.1). Ωστόσο, κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, δεν τιμωρείται εκείνος που συμμετέχει στην πράξη της παραγράφου 1, εφόσον ενεργεί εκτός πλαισίου επιχειρηματικής δραστηριότητας και είναι συγγενής ή κοντινό πρόσωπο του θύματος[11].

Σημαντικά, σε κάθε περίπτωση, κριτήρια, που επηρεάζουν ακόμα περισσότερο την αντιμετώπιση της ευθανασίας, σε νομικό και κοινωνικό επίπεδο, αποτελούν η κατάσταση του εκάστοτε ασθενούς (αν π.χ. βρίσκεται σε κώμα), αλλά και η βούλησή του στην περίπτωση που έχει επικοινωνία με το περιβάλλον.

Το βέβαιο είναι ότι τα ζητήματα που εγείρονται γύρω από την ευθανασία είναι πολλαπλά και τα επιχειρήματα υπέρ και κατά αυτής θα βρίσκουν πάντα υποστηρικτές και αντιπάλους αντίστοιχα. Η, δε, ρύθμιση των θεμάτων αυτών αποτελεί πάντοτε πρόκληση για την έννομη τάξη.

Η ταυτότητα της έρευνας

Με βάση σε αδρές γραμμές τον προβληματισμό αυτόν και στο πλαίσιο αναζήτησης απαντήσεων μέσα από την έρευνα, παρουσιάζονται τα ευρήματα έρευνας με θέμα «Η σύγχρονη προβληματική της ευθανασίας»[12], η οποία πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 2005 – 2006 από το Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών (ΕΠΕΕ) του τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών[13].  Η έρευνα διεξήχθη υπό την επιστημονική ευθύνη του Διευθυντή του ΕΠΕΕ κατά την δημιουργικότατη εκείνη περίοδο Ομ. Καθηγητή Νέστορα Κουράκη. Πρωταγωνιστικό ρόλο διεδραμάτισε η Ομ. Καθηγήτρια Καλλιόπη Σπινέλλη και σημαντική ήταν και η συμβολή του Επιστημονικού Συμβουλίου της έρευνας από καταξιωμένους επιστήμονες, όπως ο ακαδημαϊκός και Καθηγητής Απόστολος Γεωργιάδης, ο αείμνηστος Αντιπρόεδρος επί τιμή του Αρείου Πάγου Πέτρος Κακκαλής, ο Επ. Αρεοπαγίτης Μιχάλης Μαργαρίτης και ο άμ. Επίκουρος Καθηγητής Εμμανουήλ Παναγόπουλος. Η έρευνα διεξήχθη με τη συντονιστική φροντίδα μελών του Εργαστηρίου όπως η Δρ. Μαρία Γαλανού, δικηγόρος – ΜΔΕ και συνεργάτις του Τομέα Ποινικών Επιστημών, η Ρόδη Καγγελάρη, ψυχολόγος-εγκληματολόγος καθώς και ο -ένας από τους γράφοντες- Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος, συνεργάτης κατά την περίοδο εκείνη του Τομέα Ποινικών Επιστημών και νυν Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω (ΔΣΑ) - Οικονομολόγος (ΟΕΕ), Διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, επιστημονικός υπεύθυνος έρευνας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Διδάκτωρ στο ποινικό Δίκαιο και την Εγκληματολογία στο Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ποινικολόγος (ΜΔΕ) - Εγκληματολόγος (ΜΔΕ) και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.).

Σκοπός της έρευνας ήταν η καταγραφή της θέσης των ειδικών και σε μικρότερη κλίμακα και άλλων πολιτών ως προς το εν λόγω ζήτημα. Ο στόχος είναι να υπάρχει μια διεπιστημονική και σύγχρονη αντιμετώπιση του συγκεκριμένου θέματος ούτως ώστε να είναι εφικτή η ύπαρξη ενός ανοικτού και πολυεπίπεδου διαλόγου.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 914 συμμετέχοντες, η πλειονότητα των οποίων απασχολούταν σε δημόσια νοσοκομεία και σε ιδιωτικές κλινικές. Επιπλέον, συμμετείχαν και ιδιώτες ιατροί, ιδιώτες διαφόρων επαγγελμάτων και φοιτητές τόσο στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, όπως και σε έξι πόλεις της επαρχία (Πάτρα, Κόρινθος, Καλαμάτα, Σύρος. Ηράκλειο και Χανιά Κρήτης). Από τα 914 ερωτηματολόγια, τα οποία δόθηκαν προς συμπλήρωση κατά τη χρονική περίοδο από το Φεβρουάριο μέχρι το Μάιο του έτους 2006, συμπληρώθηκαν τελικά πλήρως τα 903 (στα υπόλοιπα δεν δόθηκε απάντηση σε κάποιες από τις ερωτήσεις) και άρα 11 ερωτηματολόγια εξαιρέθηκαν από την ανάλυση. Από τα 903 πλήρως συμπληρωθέντα ερωτηματολόγια, τα 703 απαντήθηκαν από ιατρούς με μέσο όρο ηλικίας τα 41 έτη.

Με δεδομένο ότι έρευνες τέτοιας έκτασης για εγκληματολογικά ζητήματα σπανίζουν στην Ελλάδα, η συγκεκριμένη ερευνητική προσπάθεια είναι πολύ σημαντικό εγχείρημα το οποίο υλοποιήθηκε με τις φροντίδες των ανωτέρω και αποτελεί το δίχως άλλο παράδειγμα για επόμενες ερευνες.

Τα ερευνητικά αποτελέσματα

Οι είκοσι δύο κλειστές ερωτήσεις του ερηματολογίου, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε ουδέτερη ορολογία, χωρίστηκαν σε δύο τμήματα. Στο πρώτο μέρος, οι ερωτήσεις αποσκοπούσαν στη διαπίστωση του βαθμού συμφωνίας ή διαφωνίας των ερωτηθέντων με τις πρακτικές ευθανασίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στη συνέχεια, οι ερωτήσεις κινήθηκαν γύρω από την έκταση των πρακτικών ευθανασίας στην Ελλάδα καθώς και τις προσωπικές επιλογές των ερωτηθέντων αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Στα παρακάτω γραφήματα[14] παρουσιάζονται τα αποτελέσματα σύμφωνα με τις απαντήσεις των ερωτηθέντων:

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων επιδοκιμάζει τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για την καταπολέμηση των αφόρητων και διαρκών πόνων ενός ανιάτως πάσχοντα ασθενούς, έστω και αν αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κατάληξή του. Αντιθέτως, υπάρχει έντονη διχογνωμία στην περίπτωση που η επέλευση του μοιραίου είναι βέβαιη λόγω ενεργειών των ιατρών. Ως προς την παθητική ευθανασία, δηλαδή τη διακοπή ή παράλειψη χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής με σκοπό την επέλευση του μοιραίου, είναι σαφής η αρνητική διάθεση των ερωτηθέντων.

 

Αναφορικά με τη στάση των ερωτηθέντων απέναντι στην ευθανασία με απαίτηση του ασθενούς, και ύστερα από σταθμισμένη και επίμονη έκκληση, παρατηρείται και πάλι η αρνητική στάση των ερωτηθέντων, με μικρότερη, ωστόσο, απόκλιση.

Επτά στους δέκα ερωτηθέντες αποδοκιμάζουν την πρώιμη ευθανασία, ήτοι αυτή που αφορά σε νεογέννητα ή παιδιά ηλικίας μέχρι τριών ετών.

Οι απόψεις των ερωτηθέντων σχετικά με την περίπτωση κατά την οποία ο ιατρός ανταποκρίνεται σε έκκληση στενών συγγενών προκειμένου να προχωρήσει σε παθητική ευθανασία σε ανιάτως πάσχοντα ασθενή σε κώμα είναι αρκετά διχασμένες. Ενδέχεται, δε, οι αρνητικές απαντήσεις να επηρεάζονται από τη θέση των ερωτώμενων ότι, σε περίπτωση που βρίσκονταν οι ίδιοι σε αντίστοιχες θέσεις δεν θα ήθελαν να αποφασίσουν άλλοι για τον τερματισμό της ζωής τους.

Μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος ήταν ιατροί, δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν περιπτώσεις ευθανασίας μέσω παρέμβασης ιατρού ή μέσω άλλης παρέμβασης. Η συντριπτική πλειονότητα έδωσε αρνητική απάντηση και στην ερώτηση εάν γνωρίζει δεύτερη περίπτωση ευθανασίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μισοί σχεδόν εκ των ερωτηθέντων γνωρίζουν περίπτωση σοβαρά πάσχοντος από ανίατη ασθένεια ατόμου που έχει εκφράσει την επιθυμία να επέλθει το μοιραίο με ιατρική παρέμβαση. Αντιθέτως, το 88,2% των ερωτηθέντων θεωρούν «σπάνιο» ή «μάλλον σπάνιο» το φαινόμενο να επιχειρείται ιατρική παρέμβαση για την επέλευση του μοιραίου μετά από έκκληση του ίδιου του ασθενούς.

 

Στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις διερευνήθηκε αρχικά η πιθανότητα διενέργειας ιατρικής παρέμβασης μετά από έκκληση των στενών συγγενών του πάσχοντα με τον πρόσθετο λόγο ότι θα υπάρξουν οικονομικά οφέλη για αυτούς, με τους περισσότερους ερωτηθέντες να θεωρούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο «σπάνιο» ή «μάλλον σπάνιο». Στην αντίστοιχη περίπτωση, όπου ιατρός αποκομίζει οικονομικά οφέλη, παρατηρείται εντονότερη διχογνωμία, αφού με ελάχιστη διαφορά θεωρήθηκε απίθανο ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

 

Τρείς περίπου στους πέντε ερωτηθέντες στην προσωπική ερώτηση εάν θα αναλάμβαναν την πρωτοβουλία να αποσυνδέσουν τη μηχανική υποστήριξη ενός ασθενούς με ανίατη ασθένεια, δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δε θα το έπρατταν. Ωστόσο, αξιοσημείωτα είναι και τα ποσοστά αυτών που παραδέχτηκαν ότι θα προέβαιναν σε μια τέτοια ενέργεια εάν ο ανιάτως πάσχων το είχε ζητήσει παλαιότερα ή είναι στενός συγγενής. Στην ερώτηση εάν θα ζητούσαν οι ερωτηθέντες ευθανασία για τους ίδιους στην περίπτωση που η κατάσταση της υγείας τους ήταν μη αναστρέψιμη, οι 4 περίπου στους δέκα απάντησαν αρνητικά. Ωστόσο, σημαντικό ποσοστό δήλωσε ότι θα ζητούσε τη χορήγηση ουσίας ή φαρμάκου για την επίσπευση του μοιραίου, ενώ ένας στους πέντε και ένας στους δέκα θα ζητούσε τον περιορισμό και τη διακοπή της θεραπείας του αντίστοιχα.

Στην ερώτηση που αφορά και πάλι στους ίδιους τους ερωτώμενους στην περίπτωση που βρίσκονται σε κώμα και η κατάσταση της υγείας τους ήταν μη αναστρέψιμη, οι μισοί περίπου δήλωσαν ότι σε μια τέτοια συνθήκη θα ήθελαν η απόφαση για την επέλευση του μοιραίου να ληφθεί από τους στενούς συγγενείς από κοινού με τους θεράποντες ιατρούς προκειμένου η απόφαση να είναι κατά τεκμήριο ορθή. Σχεδόν ένας στους πέντε απάντησε ότι δε θα ήθελε κανείς να λάβει μια τέτοια απόφαση για λογαριασμό του, ακόμα λιγότεροι θέλουν η απόφαση να ληφθεί μόνο από θεράποντες ιατρούς και τέλος, ένας στους δέκα επιλέγει μόνο τους στενούς συγγενείς.

Στην ερώτηση για ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση για το θέμα της ευθανασίας, τις περισσότερες σύμφωνες γνώμες συγκέντρωσε η ρύθμιση για την παθητική ευθανασία, ενδεχομένως επειδή δε συνδέεται με κάποια άμεση ενέργεια αφαίρεσης ζωής. Κοντινή απόκλιση θετικών και αρνητικών γνωμών φαίνεται στην περίπτωση της ενεργητικής ευθανασίας, όπου δηλαδή χορηγούνται φάρμακα από τον ιατρό και τέλος, τη μικρότερη αποδοχή (αν και με σημαντικό ποσοστό επιδοκιμασίας) είχε η περίπτωση χορήγησης φαρμάκων από τον ιατρό στον ασθενή για να τα λάβει ο ίδιος ο ασθενής.

Η τελευταία ερώτηση στρεφόταν γύρω από το ζήτημα της διατήρησης με κάθε μέσο της ζωής ενός ασθενή με ανίατη ασθένεια, ο οποίος απευθύνει επίμονη και σταθμισμένη έκκληση για την πραγματοποίηση της ευθανασίας. Με πολύ μικρή διαφορά, της τάξης του 1,6%, υπερτερεί η άποψη υπέρ της διατήρησης της ζωής, ενώ σχεδόν οι μισοί από τους απαντώντες υιοθετούν την αντίθετη άποψη. Στην περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής βρίσκεται σε κώμα, το ποσοστό που τάσσεται υπέρ της διατήρησης της ζωής είναι μικρότερο σε σχέση με την προηγούμενη συνθήκη και μεγαλύτερο το ποσοστό των ερωτηθέντων που τάσσεται κατά.

Συμπερασματικές από την έρευνα παρατηρήσεις

Οι μικρές αποκλίσεις που παρουσιάστηκαν σε ορισμένες από τις ανωτέρω ερωτήσεις καταδεικνύουν την έντονη διχογνωμία και την επιφυλακτικότητα γύρω από ζητήματα σχετικά με την ευθανασία. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες δήλωσαν ότι είχαν γνώση περίπτωσης ατόμου που έπασχε από ανίατη ασθένεια και είχε εκφράσει την επιθυμία να πραγματοποιηθεί ευθανασία με την παρέμβαση ιατρού. Μεγαλύτερη παρουσιάζεται η αποδοκιμασία πρώιμων ευθανασιών σε ανιάτως πάσχοντα νεογέννητα και σε παιδιά ηλικίας μέχρι τριών ετών, της ευθανασίας μετά από έκκληση των στενών συγγενών ασθενούς που βρίσκεται σε κώμα, καθώς και της χορήγησης ουσιών στους συγγενείς με σκοπό να τις χορηγήσουν αυτοί στους συγγενείς. Αρνητική επίσης ήταν και η στάση απέναντι στην περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής ζητά από τον ιατρό ουσίες ή φάρμακα που θα οδηγήσουν στο θάνατο με σκοπό να τις πάρει ο ίδιος. Το 63% των ερωτηθέντων απέκλεισαν το ενδεχόμενο να αναλάβουν την πρωτοβουλία για αποσύνδεση ενός ανιάτως πάσχοντα ασθενούς, ενώ έξι στους δέκα δήλωσαν ότι θα ζητούσαν την επέλευση του μοιραίου στην περίπτωση που η κατάσταση της υγείας των ίδιων ήταν μη αναστρέψιμη, κυρίως μέσω της χορήγησης φαρμάκων. Σύγκλιση απόψεων παρατηρείται στην πιθανότητα νομοθετικής ρύθμισης ούτως ώστε να είναι επιτρεπτή η ευθανασία υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού οι σύμφωνες γνώμες άγγιξαν το 61,3% των ερωτηθέντων για την περίπτωση της παθητικής ευθανασίας.

Συμπερασματικά, είναι προφανής η ανάγκη επανεξέτασης σε εγχώριο επίπεδο των νομοθετικών προβλέψεων αναφορικά με την ευθανασία, δεδομένου άλλωστε και ότι, σχεδόν δεκαπέντε έτη μετά τη διενέργεια της εν λόγω έρευνας, το νομοθετικό πλαίσιο εξακολουθεί να κινείται στα ίδια επίπεδα με το παρελθόν. Με προαπαιτούμενη την προηγούμενη εκφρασθείσα και πλήρως αποδεδειγμένη σύμφωνη γνώμη ή απαίτηση του ασθενούς για ευθανασία, θα πρέπει να επανεξεταστεί η ποινική μεταχείριση των πράξεων ή παραλείψεων ιατρών προς ανιάτως πασχοντες ή σε ασθενείς που βρίσκονται σε κώμα, με γνώμονα τις σύγχρονες κατευθύνσεις του δικαίου και της επιστήμης. Βεβαίως, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να υπάρξουν συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις προκειμένου να μην γίνει κατάχρηση της καταφυγής σε ευθανασία. Μείζονος σημασίας είναι εξίσου και ο αποκλεισμός του ασθενούς από τη δυνατότητα χορήγησης σχετικών ουσιών και φαρμάκων απευθείας στους ίδιους, ενώ παράλληλα, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο ρόλο των στενών συγγενών του ανιάτως πάσχοντα ασθενούς.

Σε μια χώρα με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο, ο διάλογος για την επανεξέταση του νομοθετικού πλαισίου ως προς την ευθανασία είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα είναι εύκολος, κρίνεται ωστόσο αναγκαίος. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια διαδικασία πρέπει να αποτελέσει προϊόν διαβούλευσης πολλών επιστημονικών κλάδων και αρμόδιων φορέων, υπό το πρίσμα και των αντίστοιχων νομοθετικών προβλέψεων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

 

Δρ. Φώτης Σπυρόπουλος

Διδάκτωρ Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας στο Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ιωάννα Καρναχωρίτη

Δικηγόρος, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου

[1] Αντίθετα, ο πριν της ώρας του, ο αφύσικος και οδυνηρός θάνατος αποδίδεται με την ελληνική λέξη «κήρ». Έτσι Αφροδίτη Α. Αβαγιανου, Ευθάνατος Θάνατος, το "καλώς θανεϊν" στην αρχαία Ελλάδα, Ελένη Γραμματικοπούλου (Ed.), Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ), 2000, σελ. 31-54 (url: http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/13192, προσπελάστηκε στις 06.04.2020)

[2] Karl Deichgräber, Die ärztliche Standesethik des hippokratischen Eides, Quellen und Studien zur Geschichte der Naturwissenschaften und der Medizin III (1932): 36 & Helmut Flashar (εκδ.) Antike Medizin (Ντάρμσταντ 1971): 107- 108.

[3] Danielle Gourevitch, Suicide among the sick in Classical Antiquity, αγγλ. μτφ. από C. Lilian Temkin, στο Bulletin of the History of Medicine 43 (1969): 505 κ. ε., 509,51. 


[4] Fridolf Kudlien, Der antike Arzt vor der Frage des Todes στο Der Grenzbereich zwischen Leben und Tod, έκδ. J. Jungius - Gesell, d. Wiss. Hamburg, (Γκέττινγκεν 1976): 75, 77.

[5] Ch. Lichtenthaeler, Der Eid des Hippokrates. Ursprung und Bedeutung, Κολωνία 1984, σελ. 135- 141

[6] Α. Πετροπούλου, Αρχαίες πρακτικές ευθανασίας: Κέα και Μασσαλία σε Ευθανασία, Η σημαντική του «καλού» θανάτου, 2000, σελ. 27επ.

[7] Π. Βούλτσου, Η Ποινική Προβληματική της Ευθανασίας, 2006, σελ. 26.

[8] Ανάλυση στην Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά της ζωής, εκδ. Σάκκουλα, σελ. 180-182.

[9] Oregon Death With Dignity Act, § 2.01 (§ 127.805): “An adult who is capable, is a resident of Oregon, and has been determined by the attending physician and consulting physician to be suffering from a terminal disease, and who has voluntarily expressed his or her wish to die, may make a written request for medication for the purpose of ending his or her life in a humane and dignified manner in accordance with ORS 127.800 to 127.897”, (url: https://www.deathwithdignity.org/wp-content/uploads/2015/10/1994-OR-Death-with-Dignity-Act.pdf, προσπελάστηκε στις07.04.2020).

[10] https://www.deathwithdignity.org/learn/death-with-dignity-acts/, προσπελάστηκε στις 07.04.2020.

[11] § 217 StGB Geschäftsmäßige Förderung der Selbsttötung: (1) Wer in der Absicht, dieSelbsttötung eines anderen zu fördern, diesem hierzu geschäftsmäßig die Gelegenheit gewährt,verschafft oder vermittelt, wird mit Freiheitsstrafe bis zu drei Jahren oder mit Geldstrafe bestraft. (2) Als Teilnehmer bleibt straffrei, wer selbst nicht geschäftsmäßig handelt und entweder Angehörigerdes in Absatz 1 genannten anderen ist oder diesem nahesteht.

[12] Η έρευνα είναι δημοσιευμένη εις: Νέστωρ Κουράκης και Κ. Δ. Σπινέλλη (επιμ.) με τη συνεργασία Μαρίας Γαλανού, Γεωργίας Σ. Χατζηθεοδώρου και Ελένης Γκιόκα, Ευθανασία: Ένα ακανθώδες ζήτημα. Πορίσματα Έρευνας και Πρακτικά Ημερίδας (31.07.2007), σειρά Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών) υπ΄αρ. 9, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2008, σελ. 17-62.

[13] Αποφασιστική ήταν η συμβολή της Γεωργίας Χατζηθεοδώρου, δικηγόρου - ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών και του Γεωργίου Φερετζάκη, δικηγόρου, μελών του Εργαστηρίου, καθώς και η συμμετοχή δεκαπενταμελούς ομάδας, μελών του Εργαστηρίου, που αποτελούταν από τους εξής: Κατερίνα Λαζανά, Ελίνα Βλαχαντώνη, Αχιλλέα Παπαδόπουλο, Χρύσα Κοκκόση, Αθηνά Σαμαρά, Μαριάνθη Θεοδορωπούλου, Χριστίνα Δημοπούλου, Πηνελόπη Ταμπακοπούλου, Βασιλική Δασακλή, Νίκο Θεοδωράκη, Μαρία Ματζουρανάκη, Αντιγόνη Μαυραγάνη, Βασιλική Μπακάλη, Ευαγγελία-Μαρία Μασσαλή και Χαράλαμπο Καραμπέλη. Επίσης, στην ολοκλήρωση της έρευνας συνέβαλαν οι κ.κ. Ναταλία Παπανικολάου, υποψήφια διδάκτωρ Νομικής και συνεργάτις του Τομέα Ποινικών Επιστημών και Μιμή Παπαϊωάννου, δικηγόρος και μεταπτυχιακή φοιτήτρια Κοινωνιολογίας του Δικαίου. Την πρωτοβουλία για την έρευνα είχαν ήδη από το 2004 ο νυν Ομότιμος Καθηγητής Νέστωρ Κουράκης, ο αείμνηστος Επίκουρος Καθηγητής Κωνσταντίνος Φελουτζής και η δικηγόρος – διδάκτωρ Μαρία Γαλανού. Τελικά  το Εργαστήριο υιοθέτησε την πρωτοβουλία αυτή και η Διεύθυνσή του (Καθηγ. Νέστωρ Κουράκης και Καθηγ. Κ. Δ. Σπινέλλη), έπειτα από διαβουλεύσεις μηνών, σε πολλές από τις οποίες συμμετείχε και ο ιατρός, άμ. Επίκ. Καθηγητής Εμμανουήλ Παναγόπουλος, κατήρτισε το τελικό ερωτηματολόγιο, ενώ συζητήσεις υπήρξαν επίσης ως προς τη δειγματοληψία και τη γενικότερη μεθοδολογία της έρευνας.

[14] Όλες οι πληροφορίες και τα γραφήματα έχουν αντληθεί από το πόνημα Νέστωρ Κουράκης και Κ. Δ. Σπινέλλη (επιμ.) με τη συνεργασία Μαρίας Γαλανού, Γεωργίας Σ. Χατζηθεοδώρου και Ελένης Γκιόκα, Ευθανασία: Ένα ακανθώδες ζήτημα. Πορίσματα Έρευνας και Πρακτικά Ημερίδας (31.07.2007), όπ. π.