ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

«Απελευθερώνοντας τη φωνή» των Θυμάτων Σεξουαλικής Βίας: Η υπόθεση της Adèle Haenel υπό το πρίσμα της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

Κατερίνα Σούλου

«Απελευθερώνοντας τη φωνή»[1] των θυμάτων σεξουαλικής βίας: Η υπόθεση της Adèle Haenel υπό το πρίσμα της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

 « …Il faut passer d’un regard qui dévisage à un regard qui envisage »

Jean Cocteau

Εισαγωγή

Ι. Η σημασία της απελευθέρωσης της «φωνής» των θυμάτων σεξουαλικής βίας

Α. Η ιδιαιτερότητα της σεξουαλικής βίας

Β. Σεξουαλική βία και Ποινική Δικαιοσύνη

ΙΙ. Τα όρια στην απελευθέρωση της «φωνής» των θυμάτων σεξουαλικής βίας

Α. Το πλαίσιο αρχών και αξιών της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

Β. Οι κίνδυνοι της μονόπλευρης απελευθέρωσης της φωνής των θυμάτων

 

Εισαγωγή

Στις 3 Νοεμβρίου 2019, η 31άχρονη Γαλλίδα ηθοποιός Adèle Haenel εμφανίζεται στο τηλεοπτικό πλατό του Médiapart [2] και σπάει τη σιωπή της μετά από χρόνια, καταγγέλλοντας δημόσια σεξουαλική παρενόχληση εκ μέρους του σκηνοθέτη Christophe Ruggia εις βάρος της, ενόσω εκείνη ήταν ηλικίας μεταξύ 12 και 15 ετών, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας αλλά και των γυρισμάτων της ταινίας «Les Diables». Πιο συγκεκριμένα, εξομολογείται ότι εκείνη την περίοδο ο σκηνοθέτης κατ’ επανάληψη και παρά τη θέλησή της την άγγιζε άσεμνα, την φιλούσε σε διάφορα σημεία του σώματός της, της έγραφε γράμματα ερωτικού περιεχομένου και συχνά την απομόνωνε στο διαμέρισμα του αλλά και σε διάφορα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Παράλληλα, εξηγεί τους λόγους που την οδήγησαν να επιλέξει να επικοινωνήσει την τραυματική αυτή εμπειρία μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, απορρίπτοντας την οδό της Ποινικής Δικαιοσύνης, την οποία θεωρεί ακατάλληλη και μεροληπτική σε τέτοιες υποθέσεις. Μεταξύ άλλων, μιλάει για την ευθύνη της κοινωνίας στο σύνολό της, τόσο για τη καλλιέργεια νοοτροπιών που ενδέχεται να οδηγήσουν στην διάπραξη ασελγών συμπεριφορών, όσο και για τη «σιωπή» των θυμάτων της σεξουαλικής βίας.

Η υπόθεση της Adèle Haenel ως θύμα σεξουαλικής βίας μοιάζει λίγο πολύ με πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Αυτό που τη διαφοροποιεί ωστόσο είναι το θάρρος να ανέβει σε «δημόσιο βήμα» και να θίξει ένα ζήτημα-ταμπού, για πρώτη φορά στη Γαλλία. Πέρα από τον κόσμο του σινεμά και τις προφανείς συνδέσεις με το παγκόσμιο κίνημα #MeToo[3], το γεγονός συγκλονίζει ολόκληρη τη γαλλική κοινωνία. Μετά τη δική της αποκάλυψη, πολλές άλλες γυναίκες[4] βρήκαν το θάρρος να προβούν σε αντίστοιχες αποκαλύψεις[5]. Οι δηλώσεις της δεν μένουν χωρίς αντίκτυπο και στον πολιτικό και νομικό κόσμο. Στις 25 Νοεμβρίου 2019[6] η γαλλική κυβέρνηση δημοσιεύει τριάντα νέα μέτρα καταπολέμησης αυτού του φαινομένου[7] και μπαίνει σε διαδικασία επαναξιολόγησης της σχετικής αντεγκληματικής της πολιτικής.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε μια σύντομη κριτική ανάλυση της υπόθεσης Haenel, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές και τις αξίες της αποκαταστατικής προσέγγισης της εγκληματικότητας. Πράγματι, με βάση την προσέγγιση αυτή, το έγκλημα δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή νομο-παραβίαση, αλλά ως πράξη προκαλούσα βλάβη και ανθρώπινο πόνο σε επίπεδο προσωπικό, διαπροσωπικό και κοινωνικό. Η αποκαταστατική προσέγγιση, μεταξύ άλλων, προσφέρει τη δυνατότητα στα θύματα[8] να έχουν πρωταγωνιστική θέση, «απελευθερώνοντας τη φωνή τους», δίνοντάς τους δηλαδή την ευκαιρία να εκφράσουν την ιστορία τους, τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους, να μην μένουν στο περιθώριο. Παρότι λοιπόν η υπόθεση Haenel φαινομενικά συντάσσεται με τη προσέγγιση αυτή (Ι), θα ισχυριστούμε πως τελικά απέχει αρκετά από τις αξίες και τις βασικές αρχές του αποκαταστατικού κινήματος, ελλοχεύοντας μάλιστα κινδύνους (ΙΙ).

 

Ι. Η σημασία της απελευθέρωσης της «φωνής» των θυμάτων σεξουαλικής βίας

 Η υπό εξέταση υπόθεσή δίνει αφορμή για συζήτηση γύρω από τη σημασία[9] παροχής της ευκαιρίας έκφρασης και λόγου στα θύματα σεξουαλικής βίας[10]. Για να προσεγγίσουμε το ζήτημα, χρειάζεται να αναδείξουμε συνοπτικά αφενός την ιδιαιτερότητα της σεξουαλικής βίας (Α). Η ανάλυση μας θα γίνει από τη σκοπιά της αποκαταστατικής δικαιοσύνης η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε εισαγωγικά, προσεγγίζει την εγκληματική πράξη με σημεία αναφοράς τη βλάβη, το πόνο και τις ανάγκες που αυτή προκαλεί[11]. Αφετέρου, θα θίξουμε ζητήματα αντιμετώπισης της σεξουαλική βίας τόσο σε κοινωνικοπολιτικό όσο και σε νομικό επίπεδο (Β).

Α. Η ιδιαιτερότητα της σεξουαλικής βίας

Η σεξουαλική βία είναι μια επίθεση σε μέρη του σώματος που θεωρούνται ιδιωτικά, οικεία και ευαίσθητα.  Πολλές μελέτες[12] πάνω στην αποκαταστατική προσέγγιση σεξουαλικών εγκλημάτων αναδεικνύουν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της μορφής βίας, κυρίως με γνώμονα το πως αυτή βιώθηκε από τα θύματα. Ωστόσο, πρόκειται για μια περίπλοκη μορφή βίας που ποικίλει ανά περίπτωση. Περιλαμβάνει συμπεριφορές που περιέχουν επαφή ή γίνονται χωρίς επαφή, συμπεριφορές διεισδυτικές και μη. Το προφίλ των θυμάτων ποικίλει επίσης. Συνεπώς, κάθε θύμα έχει μια μοναδική εμπειρία σχετικά με το πώς βιώνει την κατάσταση αυτή, τόσο κατά τη διάρκεια τέλεσής της όσο και μετέπειτα[13]. Αυτό μεταξύ άλλων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως η ηλικία[14] η σχέση με τον δράστη, η φύση και η μορφή της σεξουαλικής βίας[15]. Ωστόσο, κοινό γνώρισμα των περισσότερων θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης είναι η αίσθηση της «ντροπής», του «βρώμικου», του «λερωμένου» από την αφή ή τη διείσδυση του δράστη, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη προσωπική και κοινωνική τους ζωή.

Η πλειοψηφία των περιπτώσεων σεξουαλικής βίας αφορά ήδη υπάρχουσες σχέσεις, δηλαδή η επίθεση συνήθως διαπράττεται από κάποιον που είναι γνωστός στο θύμα από το περιβάλλον του[16]. Αυτό συχνά σημαίνει ότι η κακοποίηση ενδέχεται να μη γίνεται αμέσως αντιληπτή από το θύμα ή και από τον ίδιο τον δράστη, καθώς τα όρια μεταξύ της οικειότητας που συνεπάγεται η σχέση και της πράξης της κακοποίησης μπορεί να είναι πολύ ρευστά. Ακόμα, πολλά θύματα βιώνουν το συμβάν ως κατάχρηση εξουσίας επάνω τους, ως παραβίαση εκ μέρους του δράστη της εμπιστοσύνης που προϋποθέτει μια σχέση. Τέλος, συχνά θέτουν υπό αμφισβήτηση την εμπιστοσύνη στον ίδιο τον εαυτό τους.

Στην υπό εξέταση υπόθεση, η κακοποίηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας ήδη υπάρχουσας επαγγελματικής σχέσης. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο σχέσης μέντορα και εκκολαπτόμενης καλλιτέχνιδος, στην οποία τα όρια της επαφής του σκηνοθέτη και της ηθοποιού ήταν δυσδιάκριτα και το παιχνίδι της εξουσίας εμφανές. Η ίδια η Adèleομολογεί: « [ο σκηνοθέτης] θεωρούσε ότι ήταν μια ιστορία αγάπης και ήταν αμοιβαία, ότι του χρωστούσα κάτι, ότι ήμουν σκύλα που δεν έπαιζα αυτό το παιχνίδι του έρωτα έπειτα από όλα όσα μου είχε δώσει. Κάθε φορά ήξερα ότι επρόκειτο να συμβεί. Δεν ήθελα να πάω [στο σπίτι του], ένιωθα πάρα πολύ άσχημα, τόσο βρώμικη που ήθελα να πεθάνω. Αλλά έπρεπε να πάω, αισθανόμουν υποχρεωμένη » [17]. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση δεν είχε περάσει απαρατήρητη στον κόσμο του σινεμά[18].

Β. Σεξουαλική βία, Κοινωνία και Ποινική Δικαιοσύνη

Η Adèle θεωρώντας ότι η εμπειρία της δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση αλλά άκρως πολιτική, καταγγέλλει την ευθύνη της κοινωνίας για τη βία κατά των γυναικών. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει « δεν υπάρχουν τέρατα. Είναι η κοινωνία μας. Είμαστε εμείς, οι φίλοι μας, οι πατεράδες μας. Δεν είμαστε εδώ για να τους περιορίσουμε, αλλά για να τους αλλάξουμε. Όμως πρέπει να το δούμε αυτό….[σε μια] κοινωνία στην οποία μία στις πέντε γυναίκες είναι θύμα σεξουαλικής βίας»[19]. Ο ίδιος ο Emmanuel Macron παραδέχτηκε ότι η γαλλική κοινωνία είναι «άρρωστη από σεξισμό»[20], ενώ η γυναίκα του Γάλλου προέδρου Brigitte Macron, δήλωσε πως η Adèle Haenel αξίζει «τεράστιο σεβασμό»[21] λόγω του θάρρος της όχι μόνο να μιλήσει για την προσωπική της εμπειρία, αλλά να θίξει ανοιχτά και την κοινωνικοπολιτική διάσταση του φαινομένου.

Σχετικά με την Ποινική Δικαιοσύνη, η ηθοποιός δηλώνει «ποτέ δεν σκέφτηκα πραγματικά τη δικαιοσύνη, επειδή υπάρχει βία κατά των γυναικών, συστηματική στο σύστημα δικαιοσύνης.. [μόνο] ένας στους δέκα βιασμούς οδηγεί σε καταδίκη! (...), [αυτό φαίνεται ακόμα και] από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι καταγγελίες (...). Η δικαιοσύνη δεν είναι αντιπροσωπευτική της κοινωνίας»[22]. Για την ηθοποιό, οι ποινικές διαδικασίες είναι αποτρεπτικές, επειδή προκαλούν επιπρόσθετη ψυχολογική βλάβη. Ακόμα, επειδή αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψιν τη γενικότερη κουλτούρα καθώς και τη κοινωνική διάστασης που κρύβεται πίσω από την σεξουαλική βία, όπως και τον πραγματικό αντίκτυπο στις ζωές των θυμάτων. Η κριτική αυτή συγκλίνει με εκείνη του αποκαταστατικού κινήματος, βάσει του οποίου οι κατασταλτικοί μηχανισμοί δεν είναι σε θέση να λαμβάνουν υπόψη τις πολύπλευρες διαστάσεις του φαινομένου της σεξουαλικής βίας αλλά και τις ανάγκες των θυμάτων[23].

Τίθεται λοιπόν το ζήτημα του κατά πόσο η Ποινική Δικαιοσύνη είναι «σχεδιασμένη» για το χειρισμό τέτοιων «ευαίσθητων» υποθέσεων. Διαβάζουμε στο άρθρο 222-22[24] του γαλλικού Ποινικού κώδικα ότι η σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται ως «σεξουαλική επίθεση που διαπράττεται με μέσο τη βία, την έκπληξη ή τον εξαναγκασμό». Από την σύνταξη της εν λόγω διάταξης συμπεραίνεται ότι ο νομοθέτης επικεντρώνεται περισσότερο στην τεχνική που χρησιμοποιεί ο επιτιθέμενος, όχι όμως στην απουσία συγκατάθεσης του θύματος, θέτει δηλαδή ερωτήματα που αφορούν κατά κύριο λόγο τη συμπεριφορά του δράστη, παραλείποντας να δώσει εξίσου βάρος στη πλευρά του θύματος[25]. Επιπλέον, έχει συχνά παρατηρηθεί ότι τα θύματα που καταγγέλλουν τέτοιες περιπτώσεις ενδέχεται να βιώσουν τραυματικά την αλληλεπίδραση με την αστυνομία[26]. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, στις οποίες η καταγγελία στην αστυνομία συχνά λαμβάνει τη μορφή ανάκρισης, δεδομένου ότι ο σκοπός είναι η συγκέντρωση «αποδεικτικών στοιχείων». Παραλείπεται όμως να ληφθεί υπόψιν ότι σχεδόν πάντα η σεξουαλική κακοποίηση λαμβάνει χώρα χωρίς μάρτυρες, πίσω από κλειστές πόρτες και συνεπώς χωρίς «αποδείξεις». Περεταίρω, σε ένα τέτοιο κλίμα δεν είναι σπάνια η σύγχυση και η αμφιβολία των θυμάτων σχετικά με αυτό που βίωσαν. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι στη Γαλλία μόνο το 27% των αναφερθέντων στην αστυνομία περιπτώσεων σεξουαλικής βίας παραπέμπονται σε ποινικό δικαστήριο και από αυτές, μόνο το 1/3 έχει καταλήγουν σε καταδικαστική απόφαση[27].

ΙΙ. Τα όρια στην απελευθέρωση της «φωνής» των θυμάτων σεξουαλικής βίας

Έπειτα από τη δημοσιότητα και την έκταση που έλαβε το ζήτημα στη Γαλλία μετά τις αποκαλύψεις της Adèle Haenel, η Γαλλίδα υπουργός Δικαιοσύνης Nicole Belloubet, αναγνωρίζοντας μεν το θάρρος της νεαρής ηθοποιού, την παρότρυνε δημόσια να κινηθεί μέσω την δικαστικής οδού σχετικά με την υπόθεσή της[28]. Πράγματι, στις 26 Νοεμβρίου 2019, η Adèle Haenel, λαμβάνοντας υπόψη και την θέση της ως δημόσιο πρόσωπο προσφεύγει τελικά στην ποινική δικαιοσύνη, καταθέτοντας καταγγελία κατά του σκηνοθέτη[29]. Μάλιστα δηλώνει «τώρα που η δικαιοσύνη έχει ξεκινήσει έρευνα, δεν κρύβομαι, και θέλω να κάνω ό, τι μπορώ για να προχωρήσει ως το τέλος η ποινική διαδικασία. Αυτό που περιμένω προσωπικά από το δικαστικό σύστημα είναι η στήριξη και η αποκατάσταση»[30]. Η δήλωσή της υπονοεί πως η ίδια βρίσκεται ακόμα σε αναζήτηση «αποκατάστασης», παρά την προηγούμενη δημόσια εξομολόγηση και την παρρησία της στο πλατό του Médiapart. Εγείρεται συνεπώς το ερώτημα του κατά πόσο ο τρόπος που αρχικά η ίδια επέλεξε ως θύμα να «απελευθερώσει τη φωνή» της δύναται να της εξασφαλίσει ουσιαστική «αποκατάσταση».

Θα υποστηρίξουμε ότι η υπόθεση της Adèle Haenel κρύβει αρκετές αντιφάσεις. Χωρίς να παραβλέπουμε τα θετικά κυρίως σε επίπεδο ευαισθητοποίησης και αφύπνισης τόσο της κοινωνίας όσο και του πολιτικού κόσμου, η μονόπλευρη και χωρίς πλαίσιο «απελευθέρωση της φωνής» της αφενός βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές και τις αξίες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης (Α). Αφετέρου, αντί να αμβλύνει τον πόνο και το αίσθημα αδικίας που συνεπάγεται η σεξουαλική βία, δημιουργεί την αίσθηση ενός «φαύλου κύκλου» (Β).

Α. Το πλαίσιο αρχών και αξιών της αποκαταστατικής δικαιοσύνης

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2012/29/ΕΕ σχετικά με την προστασία των θυμάτων της εγκληματικότητας ορίζει ότι «ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται οιεσδήποτε διαδικασίες μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των ζητημάτων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη με τη βοήθεια αμερόληπτου τρίτου ». Η «απελευθέρωση της φωνής» των εμπλεκόμενων σε μια εγκληματική ενέργεια προσώπων, προϋποθέτει λοιπόν τη δημιουργία ενός «ασφαλούς» και αμερόληπτου περιβάλλοντος. Υπακούει δε σε συγκεκριμένες αρχές και αξίες, όπως αυτές ορίζονται τόσο από το ίδιο το κίνημα, όσο και από διεθνή κείμενα. Μερικές από τις βασικές αξίες του αποκαταστατικού κινήματος είναι η ισότιμη και χωρίς διακρίσεις «απελευθέρωση της φωνής» τόσο των θυμάτων αλλά και όλων όσων εμπλέκονται ή επηρεάζονται από μια εγκληματική πράξη, μέσα στα πλαίσια που ορίζουν ο σεβασμός και η προστασία τόσο των ανθρώπινων δικαιωμάτων όσο και του νόμου. Η ενθάρρυνση δηλαδή της ενεργούς συμμετοχής των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αξίες της δικαιοσύνης lato sensu, της αλήθειας, της αλληλεγγύης, της ενεργούς ανάληψης ευθύνης[31], του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κ.α[32]. Το δε εγχειρίδιο αποκαταστατικών προγραμμάτων των Ηνωμένων Εθνών[33]κατατάσσει μεταξύ των βασικών αρχών που διέπουν την αποκαταστατική δικαιοσύνη τόσο τη συναίνεση και την επαρκή ενημέρωση όλων των μερών και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων, όσο και την εμπιστευτικότητα της διαδικασίας.

Τα γενικότερα οφέλη που προσφέρει η αποκαταστατική δικαιοσύνη στα θύματα είναι η δυνατότητα συμμετοχής, η παροχή ασφαλούς περιβάλλοντος για διάλογο, η δυνατότητα έκφρασης της εμπειρίας και της ιστορίας τους, η ακρόασή τους, ο σχεδιασμός συμφωνίας για την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν ή για άλλα μέτρα προστασίας τους, κ.α. Ειδικά στα θύματα σεξουαλικής βίας προσφέρεται η ευκαιρία να «ανακτήσουν τη φωνή τους», όχι ως θύματα, αλλά, όπως συχνά αναφέρεται, ως «επιζώντες» (survivors)[34], να αποβάλλουν την αρνητική αντίληψη για τον εαυτό τους και να δημιουργήσουν μια νέα, θετική εικόνα αυτού. Παράλληλα ωστόσο, λαμβάνεται υπόψη και η μεριά των δραστών, και αυτό αποτελεί πρωτοπόρα πρόταση του κινήματος, δηλαδή την «ισότητα της φωνής» των μερών. Μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η αποκαταστατική προσέγγιση ενθαρρύνει την αποτροπή των δραστών από την τέλεση παρόμοιων πράξεων στο μέλλον[35]. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο μη στιγματιστικό χαρακτήρα των αποκαταστατικών διαδικασιών, στην αίσθηση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, στην ευκαιρία έκφρασης μεταμέλειας, κ.α.

Β. Οι κίνδυνοι της μονόπλευρης απελευθέρωσης της «φωνής» των θυμάτων

Με βάση την αμέσως προηγούμενη πολύ συνοπτική παρουσίαση της γενικής ratio της αποκαταστατικής προσέγγισης, μπορούμε να ισχυριστούμε εύλογα ότι η υπόθεση Haenel απέχει αρκετά από αυτή τη λογική. Παρότι η Adèle Haenel λειτούργησε ως «lanceur d'alerte» για μια κατάσταση η οποία έχρηζε προσοχής σε κοινωνικό, πολιτικό αλλά και νομικό επίπεδο, η συνέντευξη της ηθοποιού στο πλατό του Médiapart αποτελεί μια περίπτωση μονόπλευρης και μεροληπτικής «απελευθέρωσης της φωνής», η οποία μάλιστα ενέχει αντιφάσεις.

Ενώ η ίδια δηλώνει πως «δεν υπάρχουν τέρατα» και δεν επιθυμεί να «καταδικάσει» τον σκηνοθέτη, αλλά να τον κάνει να καταλάβει, να αλλάξει, επικρίνοντας παράλληλα το σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης για μεροληψία υπέρ των δραστών, η πολυσυζητημένη της συνέντευξη έχει ως αποτέλεσμα τη μεν «ηρωοποίησή» της ίδιας, τη δε «δαιμονοποίηση» του Christophe Ruggia. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν αρκετά άτομα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «συνυπεύθυνα» για την κακοποίηση την οποία καταγγέλλει η νεαρή ηθοποιός. Για παράδειγμα το οικογενειακό της περιβάλλον, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 371-1 του γαλλικού αστικού κώδικα, τη χρονική στιγμή της τέλεσης των συμβάντων υποχρεούτο να εξασφαλίσει το βέλτιστο συμφέρον της ανήλικης Adèle. Εξάλλου, «συνυπεύθυνοι» θα μπορούσαν να θεωρηθούν και διάφοροι συνεργάτες που είχαν παρατηρήσει την «ιδιαιτερότητα» της σχέσης μεταξύ Ruggia και Haenel αλλά δεν αντέδρασαν. Ωστόσο στο στόχαστρο βρίσκεται μόνο ο σκηνοθέτης.

Παράλληλα, η μονόπλευρη και μεροληπτική εξομολόγηση με όπλο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οδηγεί στην δημιουργία κλίματος «λαϊκού δικαστηρίου». Πράγματι, ο Ruggia αμέσως μετά τις δημόσιες αποκαλύψεις της ηθοποιού αποκλείστηκε από την γαλλική Εταιρεία Σκηνοθετών Κινηματογράφου[36]. Πέρα όμως από τον επαγγελματικό, ο κοινωνικός του αποκλεισμός και στιγματισμός ήταν αναπόφευκτος, καθώς κύματα αντιδράσεων του πλήθους, του πολιτικού αλλά και του καλλιτεχνικού χώρου στράφηκαν εναντίον του. Ο ίδιος δηλώνει «ο κοινωνικός αποκλεισμός μου είναι σε εξέλιξη και δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για να το αποφύγω…[…] στο μεσαίωνα είχε εφευρεθεί η τιμωρία δι’ απαγχονισμού αλλά ήταν η τιμωρία ενός ένοχου που είχε καταδικαστεί από τα δικαστήρια. Τώρα, χωρίς καμία διαδικασία δίκης, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης περνάνε την αγχόνη, που είναι εξίσου σταυρωτική και επώδυνη»[37]. Από νομικής πλευράς, λοιπόν, εγείρονται προβληματισμοί σχετικοί με το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης (άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

Μέσω του δικηγόρου του Jean-Pierre Versini ο σκηνοθέτης αρχικά αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε κακοποίηση εις βάρος της Adèle Haenel[38]. Ωστόσο αργότερα παραδέχεται «δεν είχα καταλάβει ότι η προσκόλλησή μου και οι ελπίδες που εναπόθεσα σε εκείνη θα μπορούσαν να της φανούν, δεδομένου του νεαρού της ηλικίας της, επώδυνες…[..] Αν έτσι έχουν τα πράγματα, της ζητάω να με συγχωρήσει»[39]. Στα μέσα Δεκεμβρίου 2019 το περιοδικό Marianne, κρίνοντας σκόπιμο να αποκαταστήσει την μονόπλευρη παρουσίαση των πραγμάτων, τον καλεί σε συνέντευξη-απάντηση[40]. Τον Ιανουάριο του 2020, ο Christophe Ruggia συνελήφθη και οδηγήθηκε στην εισαγγελία της γαλλικής πρωτεύουσας.

Κατερίνα Σούλου, Υποψήφια διδάκτωρ Ποινικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Aix-Marseille, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του European Forum for Restorative Justice

[1] Στο παρόν κείμενο θα χρησιμοποιήσουμε τη συγκεκριμένη έκφραση, ως συνεπή μετάφραση της φράσης liberation de la parole η οποία χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο σε γαλλικές αναφορές πάνω στο ζήτημα.

[2] Ολόκληρη η εκπομπή εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=QFRPci2wK2Y&t=1611s. Επίσης βλ. τη συνέντευξη της ηθοποιού στα αγγλικά που δημοσιεύτηκε στις 24 Φεβρουαρίου στην εφημερίδα NewYorkTimes εδώ: https://www.nytimes.com/2020/02/24/movies/adele-haenel-france-metoo.html

[3] Επίσημη ιστοσελίδα του κινήματος: https://metoomvmt.org/

[4] Από το χώρο της έβδομης τέχνης αλλά και εκτός.

[5] Όπως η φωτογράφος Valentine Monnier, η οποία μίλησε για τον βιασμό της σε ηλικία 18 χρονών το 1975 από τον σκηνοθέτη Roman Polanski.

[6] Παγκόσμια μέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών

[7] https://www.gouvernement.fr/30-nouvelles-mesures-pour-combattre-les-violences-faites-aux-femmes

[8] Τα οποία στη λογική της ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν δευτερεύουσες φιγούρες.

[9] Τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο.

[10] Και φυσικά σε όλα τα θύματα εγκληματικών πράξεων, εφόσον το επιθυμούν. Στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου ωστόσο θα επικεντρωθούμε στην σεξουαλική βία.

[11] Κάθε έγκλημα δύναται να δημιουργήσει διαφορετικές ανάγκες, λόγω των συνθηκών τέλεσής του αλλά και της φύσης του.

[12] Βλ. ενδεικτικά: Hudson, B. (2000). Restorative justice and gendered violence: Diversion or effective justice? British Journal of Criminology 42(3), 616-34 / Mercer, V., Sten Madsen, K., Keenan, M., & Zinsstag, E. (2015). Sexual violence and restorative justice: A practice guide. KU Leuven Institute of Criminology, Belgium. / Pali, B. & Sten Madsen, K. (2011). Dangerous liaisons? A feminist and restorative approach to sexual assault. Temida, 14(1) 49-65 / Zinsstag, E. & Keenan, M. (eds.) (2017). Sexual violence and restorative justice: legal, social and therapeutical dimensions. London: Routledge. / Woessner, G. (2015). Understanding sexual violence: victims, offenders and community. In E. Zinsstag, M. Keenan & I. Aertsen (eds.),Developing integrated responses to sexual violence: An interdisciplinary research project on the potential of restorative justice –Project report. / Keenan, M. & Zinsstag, E. (forthcoming 2020). Working title: When victims want to meet offenders: An international study on restorative practices for sexual violence. Oxford University Press

[13] Πολλά θύματα βιώνουν μετα-τραυματικό στρές.

[14] Και του δράστη και του θύματος

[15] Για παράδειγμα αγγίγματα, λεκτική παρενόχληση, βιασμός, κ.α.

[16] Οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό, κτλ.

[17] https://www.marieclaire.fr/adele-haenel-accuse-le-realisateur-christophe-ruggia-d-attouchements,1328348.asp

[18] Συνεργάτης της ταινίας « Les Diables » παραδέχτηκε ότι « οι σχέσεις του Christophe με την Adèle δεν ήταν φυσιολογικές, είχαμε την εντύπωση ότι ήταν η αρραβωνιαστικιά του [...] ήταν ο μόνος που είχε το δικαίωμα να είναι πραγματικά σε επαφή μαζί της. Νιώθαμε πραγματικά άβολα στην ομάδα », ibid.

[19] https://www.francetvinfo.fr/societe/harcelement-sexuel/video-quelle-est-notre-responsabilite-collective-adele-haenel-explique-pourquoi-elle-a-choisi-de-denoncer-les-agressions-sexuelles-dans-le-cinema_3688767.html

[20] https://www.lesechos.fr/2017/11/emmanuel-macron-se-saisit-de-la-cause-des-femmes-157375

[21] https://www.nytimes.com/fr/2020/02/24/movies/adele-haenel-metoo-francais.html

[22] Απόσπασμα της συνέντευξης της https://www.youtube.com/watch?v=QFRPci2wK2Y&t=1611s  .

[23] Όπως είναι η ασφάλεια, η φροντίδα, η στήριξη, η πληροφόρηση, η έκφραση και ενδυνάμωση (empowerment), η εξασφάλιση ότι η ιστορία τους γίνεται πιστευτή, ότι η θυματοποίησή τους αναγνωρίζεται, κτλ.. Βλ. σχετ. Judah Oudshoorn, Michelle Jackett, and Lorraine S. Amstutz, (2015) The little bookof restorative justice for sexual abuse: hope through trauma, New York: GoodBooks,

[24]https://www.legifrance.gouv.fr/affichCodeArticle.do?idArticle=LEGIARTI000022469961&cidTexte=LEGITEXT000006070719&dateTexte=20100711

[25] Εάν για παράδειγμα ένα θύμα είναι αναισθητοποιημένο κατά τη διάρκεια της επίθεσης, δεν είναι σαφές το πώς η σεξουαλική κακοποίηση εναντίον του μπορεί να καλυφθεί από την εν λόγω διάταξη.

[26] Zinsstag, E. & Keenan, M. (eds.) (2017). Sexual violence and restorative justice: legal, social and therapeutical dimensions. London: Routledge

[27] https://www.lemonde.fr/societe/article/2019/11/06/deux-ans-apres-metoo-le-difficile-traitement-des-plaintes-pour-violences-sexuelles_6018168_3224.html. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με στατιστικά των υποθέσεων που έχουν καταλήξει σε καταδικαστική βλ. εδώ: http://www.justice.gouv.fr/statistiques-10054/infostats-justice-10057/les-condamnations-pour-violences-sexuelles-31757.html

[28] https://www.bfmtv.com/police-justice/accusations-de-violences-sexuelles-pour-belloubet-adele-haenel-devrait-saisir-la-justice-1800462.html#content/contribution/edit

[29] https://www.france24.com/fr/20191126-justice-cin%C3%A9ma-france-adele-haenel-ruggia-attouchements-harc%C3%A8lement-mineur-porte-plainte

[30] « Maintenant que la justice a ouvert une enquête, je ne me dérobe pas, et je souhaite faire tout ce qui est en mon pouvoir pour aller au bout du processus judiciaire. Ce que j’attends maintenant, à titre personnel, de la part de la justice, c’est un accompagnement et une réparation » https://www.lemonde.fr/societe/article/2019/11/26/adele-haenel-porte-plainte-contre-le-realisateur-christophe-ruggia_6020604_3224.html

[31] Στον αντίποδα της παθητικής απόδοσης της ευθύνης που προσιδιάζει στη λογική της ποινής, η ενεργητική ανάληψη αυτής νοείται ως η ενθάρρυνση οποιαδήποτε προσπάθειας εξομάλυνσης, άμβλυνσης της συγκρουσιακής κατάστασης και των συνεπειών της πάνω στις ζωές των εμπλεκόμενων μερών, μέσω ενεργειών ή παραλείψεων ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των εκάστοτε προσώπων. Βλ. περισσότερα: Κατερίνα Σούλου (2018), Η αποκαταστατική μεταχείριση της εγκληματικότητας ως νέα προοπτική στην αντεγκληματική πολιτική, Pro Justitia, τ.1 (2018) http://ejournals.lib.auth.gr/projustitia/article/view/6362/6513

[32] European Forum for Restorative Justice (2017). Effectiveness of restorative justice practices. An overview of empirical research on restorative justice practices in Europe.

[33] UN Handbook on Restorative Justice Programmes, 2006, § 7

[34] Op. cit. υποσημείωση 10

[35] Shapland, J., Robinson, G., & Sorsby, A. (2011). Restorative Justice in Practice: Evaluating what works for victims and offenders. Abingdon, Oxon: Routledge; Morris, A., & Maxwell, G. (2001). Restorative Justice for Juveniles. Oxford: Hart Publishing./ Lauwaert, K., & Aertsen, I. (2015). Desistance and restorative justice. Mechanisms for desisting from crime within restorative justice practices. European Forum of Restorative Justice. Bl.

[36] Société des réalisateurs de films (SRF)

[37] https://www.20minutes.fr/arts-stars/people/2645563-20191106-christophe-ruggia-nie-toute-agression-envers-adele-haenel-reconnait-erreur-demande-pardon

[38] https://www.franceculture.fr/cinema/affaire-adele-haenel-le-realisateur-christophe-ruggia-reconnait-une-erreur-la-justice-ouvre-une

[39] https://www.mediapart.fr/journal/france/061119/temoignage-d-adele-haenel-la-reponse-de-christophe-ruggia

[40] https://www.lepoint.fr/justice/affaire-haenel-christophe-ruggia-place-en-garde-a-vue-14-01-2020-2357627_2386.php