ΤΕΥΧΟΣ #12 Απρίλιος 2020

“Έχουμε καθήκον να αναλάβουμε σημαντικές πρωτοβουλίες για την ανανέωση της επιστήμης μας”

Δρ. Ιωάννα Τσίγκανου, Διευθύντρια Ερευνών Ε.Κ.Κ.Ε.

Προς μεγάλη τιμή του CrimeTimes, η Διευθύντρια Ερευνών του Ε.Κ.Κ.Ε. Δρ. Ιωάννα Τσίγκανου συνομιλεί με την Αναστασία Χαλκιά και την Μάρθα Λεμπέση για την κοινωνιολογική έρευνα στην Ελλάδα, την κοινωνιολογία του εγκλήματος και της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς και την εγκληματολογία που σύμφωνα με τα λεγόμενά της βρίσκεται για μια ακόμη φορά στη σύντομη ιστορία της και στην αυτόνομη επιστημονική της πορεία, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι και μας καλεί όλους/όλες να στρωθούμε στη δουλειά! Δράστες και θύματα μας έχουν ανάγκη. Η Πολιτεία επίσης, και να πορευτούμε σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς χωρίς να χάσουμε ούτε το προσωπικό μας animus ούτε το animus της επιστήμης μας. Την ευχαριστούμε από καρδιάς!

«Φοβάμαι ότι η επιστήμη μας βρίσκεται για μια ακόμη φορά στη σύντομη ιστορία της και στην αυτόνομη επιστημονική της πορεία, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι: από τη μία πλευρά ανοίγεται ξανά ο δρόμος της  επιστροφής σε κλασικές προσλήψεις για το έγκλημα και τον εγκληματία, ένας δρόμος σπαρμένος με το DNA της ατομικής παθολογίας. Τα κελεύσματα των καιρών, μάλιστα ενισχύουν με ισχυρό και ηχηρό τρόπο μια τέτοια διαδρομή. Από την άλλη πλευρά η επιστήμη μας από πολύ νωρίς μας έχει διδάξει πως το κοινωνικό (όπου το έγκλημα αναγνωρίζεται ως φυσιολογική και οπωσδήποτε κοινωνική παθολογία) συνιστά αναντίρρητη συνθήκη. Το θέμα είναι πως μπροστά σ’ αυτό το σταυροδρόμι η δημιουργικότητα του πνεύματος φαίνεται να βρίσκεται σε λήθαργο! Σπάνια ακούμε ή διαβάζουμε κάτι καινούργιο στην επιστήμη μας!  Σε αυτό ευθύνεται εν μέρει και η τάση να αποφεύγονται δύσκολα ερευνητικά θέματα όπως η μη συμμετοχική αλλά κυρίως η συμμετοχική παρατήρηση των παραβατών του νόμου, η ανθρωπολογική ματιά που λείπει, όπως λέει και η Douglas από την Εγκληματολογία και η συρρίκνωση του ερευνητικού πεδίου. Πρέπει να αντιστραφεί η ολοένα διευρυνόμενη τάση η έρευνα να διεξάγεται από το...γραφείο! Εμείς, λοιπόν, έχουμε καθήκον να αναλάβουμε σημαντικές πρωτοβουλίες για την ανανέωση της επιστήμης μας και να μην την αφήσουμε να γηράσκει, αξιοποιώντας τις φρέσκες ιδέες που διατυπώνονται κατά καιρούς σε άλλα πεδία των κοινωνικών επιστημών. Ας στρωθούμε λοιπόν στη δουλειά! Δράστες και θύματα μας έχουν ανάγκη. Η Πολιτεία επίσης.»

Η Ιωάννα Τσίγκανου είναι Νομικός, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Εγκλήματος και της Παρεκκλίνουσας Συμπεριφοράς (1988 – University of London, London School of Economics). Εργάζεται ως Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). Κατά τη διάρκεια της επιστημονικής της πορείας έχει συμμετάσχει στην υλοποίηση εθνικών και διεθνών ερευνητικών προγραμμάτων, έχει συγγράψει περισσότερες από 80 μελέτες άρθρα και μονογραφίες αυτόνομα και με άλλους επιστήμονες, που έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους και έχει συμμετάσχει στην έκδοση και επιμέλεια 14 βιβλίων από κοινού με συναδέλφους και αυτόνομα. Επίσης έχει συμμετάσχει στα όργανα διοίκησης του ΕΚΚΕ και τέλος, επιτελεί επί σειρά ετών διδακτικό έργο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και συμμετέχει ως εμπειρογνώμονας α) σε διεθνή - ευρωπαϊκά επιστημονικά δίκτυα εμπειρογνωμόνων, β) σε αξιολογήσεις ερευνητικών δράσεων και προγραμμάτων βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας και γ) σε επιστημονικές επιτροπές επιστημονικών εκδόσεων, εφημερίδων και περιοδικών.

Περισσότερα στην επίσημη ιστοσελίδα του ΕΚΚΕ: https://www.ekke.gr/centre/personnel/tsigkanou-ioanna

Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη με ερώτηση που αφορά τις βασικές σπουδές σας, οι οποίες είναι αυτές που συνήθως συγκροτούν την επιστημονική μας ταυτότητα. Τι ήταν αυτό λοιπόν που σας ώθησε να σπουδάσετε Νομικά και στη συνέχεια να ασχοληθείτε με έναν τόσο διαφορετικό πεδίο όπως είναι η κοινωνιολογική έρευνα;

Αρχικά να σας ευχαριστήσω που μου δίνετε την ευκαιρία μέσα από τη συνέντευξη αυτή, αξιοποιώντας την προσωπική μου εμπειρία, ως μια μελέτη περίπτωσης, να αναφερθώ ευρύτερα σε θέματα που απασχολούν την επιστήμη μας, όπως, η κοινωνική παραγωγή και αναπαραγωγή των επαγγελμάτων στη χώρα μας, η σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου σ’ αυτήν την διαδικασία, η συμβολή της ιστορικής παραμέτρου στη διαμόρφωση της ταυτότητας των κοινωνικών υποκειμένων κ.λπ.

Εισαγωγικά θα σας πω ότι, έχω διαμορφώσει πλέον την πεποίθηση πως οι ατομικές τροχιές ζωής των κοινωνικών υποκειμένων συντελούνται εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικο-ιστορικού και πολιτικού πλαισίου που κατά πρώτο λόγο οριοθετεί και καθορίζει τις ατομικές επιλογές, οι οποίες βέβαια συν-καθορίζονται από τη συγκυρία και την ατομική προδιάθεση (με την έννοια του habitus και όχι της ροπής). Αλλά είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το πλαίσιο.

Έτσι, η δική μας γενιά (όπως αυτή ορίζεται και κωδικοποιείται από την ΕΛΣΤΑΤ ως άτομα παραγωγικής ηλικίας 55-65 ετών - οι σημερινοί εξηντάρηδες δηλαδή), αφενός είχε την ‘ατυχία’, ως η αμέσως επόμενη γενιά της «γενιάς του Πολυτεχνείου»,  να έχει μόλις ‘χάσει’ τη σημαντική πολιτική, κοινωνικο-ιστορική στιγμή της εξέγερσης στη Νομική και το Πολυτεχνείο, το 1973, αφετέρου όμως είχε την ευκαιρία να βιώσει την αναζωογόνηση του φοιτητικού κινήματος και της πρωτοποριακής του συμμετοχής στο κοινωνικό ζήτημα της δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας την επαύριο της δικτατορίας. Είχαμε επίσης την ευτυχία να βιώσουμε ως μαθητές και φοιτητές μια αναζωογονητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα η οποία σημαινόταν από μια έκρηξη στην διακίνηση ιδεών και ιδεολογιών καθώς και στην εκδοτική παραγωγή των απαγορευμένων από την δικτατορία βιβλίων. Όλα αυτά είχαν δημιουργήσει πολλαπλά βήματα σκέψης, διαλόγου και δράσης. Υπήρχε μια δίψα για γνώση, μια διάθεση πλήρωσης «του χαμένου χρόνου».  Τα Πανεπιστήμια, μετά από τον επταετή ασφυκτικό έλεγχο της διακίνησης των ιδεών από τη δικτατορία, σχεδόν άμεσα, μετατράπηκαν σε εργαστήρια σκέψης υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση  καθηγητών οι οποίοι μπορούσαν πλέον να διδάσκουν ελεύθερα .Να σημειώσω ότι πολλοί πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι είχαν φυλακιστεί ή διωχθεί για τις ιδέες τους. Έτσι, η γενιά μας είχε την τύχη και την ευκαιρία να μυηθεί στον κόσμο της επιστημονικής γνώσης από μέντορες οι οποίοι μεταλαμπάδευαν μια μετουσιωμένη και αναβαπτισμένη επιστημονική γνώση μέσα από μια βιωμένη πολιτική εμπειρία. Θυμάμαι ακόμη τα αμφιθέατρα της Νομικής γεμάτα με εκατοντάδες φοιτητές όλων των πεδίων και των επιστημών, οι οποίοι πραγματικά συνέρρεαν για να παρακολουθήσουν μαθήματα εμπνευσμένων δασκάλων ή για να συμμετάσχουν στις φοιτητικές συνελεύσεις. Η στεγνή σήμερα Σόλωνος, έσφυζε από ζωή, υπό τον θόρυβο και του τάβλι φυσικά, καθώς φιλοξενούσε και σχολές των θετικών επιστημών. Θυμάμαι ακόμη τα τραπεζάκια στην κεντρική είσοδο του κτηρίου της Νομικής Αθήνας, ως ένα διαρκή τόπο πολιτικών αντιπαραθέσεων και διαλόγου. Επιπλέον, στην εποχή μας, η επιστήμη ήταν αδιαμφισβήτητα δεμένη εκτός από τις πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις και με την τέχνη, τον πολιτισμό, όπου επίσης σημειώθηκε μια πολύχρωμη έκρηξη. Η ζωή μας ένα καλειδοσκόπιο γνώσεων και χρωμάτων!

Μέσα στο κλίμα αυτό, για εμένα προσωπικά, η Νομική, φάνταζε η ιδανική επιλογή ! Επίσης, πιστεύω πως στην επιλογή μου βάρυνε η δημόσια συζήτηση που διεξαγόταν τόσο εξ αφορμής του Συντάγματος του 1975 όσο και εξ αφορμής της Δίκης των συνταγματαρχών, δύο κομβικά ιστορικά γεγονότα τα οποία συνέβησαν ταυτόχρονα και διηθήθηκαν μέσα από σχετικές ατέρμονες συζητήσεις. Αποφάσισα λοιπόν ότι εγώ με τα ζητήματα αυτά θα ήθελα να ασχοληθώ επιστημονικά. Από περιέργεια, λοιπόν, και μια διάθεση αναζήτησης απαντήσεων σε πλήθος ερωτημάτων σχετικά με το πολιτικό και το κοινωνικό ζήτημα, επέλεξα τη Νομική. Βέβαια, τόσο ο Κωνσταντίνος  Τσουκαλάς, όσο και η Ιωάννα  Λαμπίρη – Δημάκη έχουν ασχοληθεί με την κοινωνική παραγωγή και αναπαραγωγή του επαγγέλματος και είναι γεγονός ότι οι σπουδές στη Νομική, την Ιατρική, την Αρχιτεκτονική και το Πολυτεχνείο, και στην εποχή μου, επενεργούσαν κυρίαρχα προς την κατεύθυνση αυτή. Στην περίπτωσή μου νομίζω πως καθοριστική στην επιλογή μου ήταν η συνδρομή της συγκυρίας.

Στη συνέχεια, μέσα και στο κλίμα της εποχής που σας περιέγραψα απήλαυσα κάθε στιγμή των σπουδών μου. Η Κοινωνιολογία την εποχή εκείνη ήταν ένα πεδίο που μόλις αποκτούσε έναν ευρύ αντίκτυπο. Σχολή ειδική δεν υπήρχε, η πορεία της πειθαρχίας στη χώρα παρέμενε ισχνή και κάποιοι κλάδοι διδάσκονταν ως μαθήματα εντός άλλων πειθαρχιών. Στο πλαίσιο ενός ειδικού τριετούς σεμιναρίου για τις «Διαδρομές των Κοινωνικών Επιστημών» στη χώρα το οποίο διοργανώσαμε στο ΕΚΚΕ (2016-2019) μας δόθηκε η ευκαιρία να εντρυφήσουμε στους λόγους που οι δύο πρώτες έδρες Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα ιδρύθηκαν στις Νομικές σχολές της χώρας (Θεσσαλονίκης αρχικά και Αθήνας εκ των υστέρων, κατά τον μεσοπόλεμο, ένα εγχείρημα που διακόπηκε σχετικά σύντομα λόγω της τότε ιστορικής συγκυρίας και άργησε να επαναληφθεί).

Η ζωή μας ένα καλειδοσκόπιο γνώσεων και χρωμάτων!

Η αρχική μου επαφή με την Κοινωνιολογία ήταν μέσω ενός και μόνο μαθήματος, το οποίο δίδασκε ο Καθηγητής Γιώργος Καββαδίας στη Νομική Αθηνών. Το μάθημα τράβηξε την προσοχή μου. Και επειδή, όπως είπαμε, η παράμετρος της συγκυρίας είναι σημαντική για τις τροχιές ζωής των κοινωνικών υποκειμένων, ο κ. Καββαδίας ήταν ταυτόχρονα και επιστημονικός Διευθυντής του ΕΚΚΕ. Ως εκπρόσωπος της γαλλικής σχολής της Κοινωνιολογίας, μιας ευρωπαϊκής σχολής, που όπως και οι λοιπές διεθνείς σχολές και τάσεις, είχε παράδοση στην κοινωνική έρευνα, αποφάσισε, στο πλαίσιο του μαθήματος, να μας μυήσει σε έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και διαφορετικό για τους νομικούς κόσμο, όπως έλεγε. Έτσι, το 1978 ξεκίνησα την πρώτη μου επαφή με την κοινωνική έρευνα, στο ΕΚΚΕ, με μια πρωτόλεια ερευνητική προσπάθεια για τη Διάθεση του ελεύθερου χρόνου των Αθηναίων, υπό την καθοδήγηση των κ. Γιώργου Καββαδία και Νίκου Τάτση  (Καθηγητή Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ αργότερα).Αυτή η εμπειρία ήταν καθοριστική θα έλεγα, καθώς ήδη από το 2ο έτος των σπουδών μου στη νομική, κόλλησα το μικρόβιο της ενασχόλησης με την κοινωνική έρευνα. Έτσι, άρχισα να παρακολουθώ συστηματικά διάφορους κύκλους σεμιναρίων Κοινωνιολογίας που διοργανώνονταν από το ΕΚΚΕ και εκεί ήρθα σε επαφή και με το ειδικότερο πεδίο της Κοινωνιολογίας του Εγκλήματος. Το πεδίο αυτό τράβηξε το ενδιαφέρον μου καθώς είναι ένα πεδίο συνδυασμού αντικειμένων και γνώσεων, τόσο νομικών όσο και κοινωνιολογικών. Έτσι, άρχισα σταδιακά να προετοιμάζομαι για μια light μεταστροφή από τις νομικές σπουδές στην κοινωνιολογία.

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι το διδακτορικό σας εμπίπτει στην Κοινωνιολογία  του Εγκλήματος. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο και εν γένει να μοιραστείτε μαζί μας την εμπειρία σας από τις σπουδές στο εξωτερικό και από τους δασκάλους σας εκεί;

Η επαφή μου με την Εγκληματολογία ήρθε αργά –καθώς διδασκόταν στο 4ο έτος και υπό  κυρίαρχο ακόμη το επιστημονικό βάρος του Καθηγητή Γαρδίκα, (Καθηγητή Εγκληματολογίας στη Νομική). Μέχρι τη στιγμή εκείνη όμως, είχα ήδη αποφασίσει πως, ενώ το κεφάλαιο «έγκλημα», ήταν στο επίκεντρο των επιστημονικών μου ανησυχιών, με ενδιέφερε η μελέτη του εγκληματικού φαινομένου υπό το πρίσμα της κοινωνιολογικής θεωρίας και όχι του νομικο-ποινικού πεδίου. Στο σημείο αυτό να πω ότι την εποχή εκείνη η εγκληματολογία διδασκόταν διεθνώς τόσο σε Τμήματα Νομικής όσο και σε Τμήματα Κοινωνιολογίας. Η επιθυμία να μάθω περισσότερα για την κοινωνιολογία του εγκλήματος λοιπόν καθόρισε και την αναζήτηση σχετικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών στο εξωτερικό καθώς σχετική δυνατότητα στη χώρα, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε. Η επιλογή πανεπιστημίου επηρεάστηκε, φυσικά, από το ακαδημαϊκό status και το ενδιαφέρον μου για το ειδικότερο πεδίο της «κοινωνιολογίας του εγκλήματος και της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς» - όπως είναι ο πλήρης τίτλος του ειδικού αυτού κλάδου - οπότε η σχετική αναζήτηση κατευθυνόταν σε ακαδημαϊκά ιδρύματα με κύρος, που προσέφεραν σχετικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Το L.S.E. ήταν από τα λίγα πανεπιστήμια που προσέφερε σχετικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών τότε και επιπλέον ήταν ένα από τα ιδρύματα που βρισκόταν στην πρωτοπορία όχι μόνο της επιστήμης αλλά και της πολιτικής, συμμετέχοντας σε μείζονα γεγονότα, όπως ενδεικτικά ο Μάης του 1968 κ.λπ. Έτσι, αρχικά απευθύνθηκα στο L.S.E. και πολύ γρήγορα βρέθηκα στο φοιτητικό δυναμικό ενός σχολείου (για μένα και όχι Σχολής) που από το moto του δηλώνεται πως υπηρετεί την κατηγορική επιταγή «rerum cognoscere causas» - να αναζητούμε τις αιτίες, τις ρίζες, την αλήθεια των πραγμάτων. Το πρόταγμα, σε ελεύθερη μετάφραση, δηλαδή να αναζητούμε την ουσία των πραγμάτων, μιλούσε στην ψυχή μου. Αναφορικά με την ενασχόλησή μας με το έγκλημα, και η Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου διακατεχόταν από την ίδια αντίληψη.

Στο σημείο αυτό να πω ότι ο τρόπος οργάνωσης των μεταπτυχιακών σπουδών σε επίπεδο Masters, προσέφερε τη δυνατότητα σε επιστήμονες όλων των επιστημονικών πεδίων είτε να εμβαθύνουν στην επιστήμη του 1ου κύκλου σπουδών τους ή κάποιο κλάδο της είτε να αλλάξουν επιστημονικό πεδίο. Εγώ είχα συμφοιτητές μηχανικούς που αποφάσισαν να συνεχίσουν σπουδές στην κοινωνιολογία. Γνωρίζω αρκετές περιπτώσεις θετικών επιστημόνων, οι οποίοι ακολουθώντας μια τέτοια πορεία, τελικά διδάσκουν κοινωνιολογία ή πολιτική επιστήμη, στα παν/μια της χώρας μας. Για μένα η στροφή δεν ήταν μεγάλη. Μάλιστα, την εποχή εκείνη στο L.S.E. μπορούσε κάποιος να ακολουθήσει την Εγκληματολογία στο Νομικό Τμήμα ή την Κοινωνιολογία του Εγκλήματος στο Τμήμα Κοινωνιολογίας. Εγώ ακολούθησα το δεύτερο, αν και παρακολούθησα κάποια μαθήματα και στην Εγκληματολογία του Νομικού τμήματος, όπως και μαθήματα Στατιστικής και Πολιτικής Επιστήμης. Αυτό ήταν ένα πολύ θετικό στοιχείο του τρόπου οργάνωσης σπουδών, η κινητικότητα και η ευελιξία, να επιτρέπεται δηλαδή η παρακολούθηση μαθημάτων σε διάφορα τμήματα, πέραν φυσικά των υποχρεωτικών μαθημάτων ενός εκάστου προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών.

Η συνομιλία ανάμεσα στις επιστήμες έχει περιοριστεί στο είδος, και όχι στο γένος. Για να αποφύγει όμως ένας επιστημονικός κλάδος τον μαρασμό, κατά τη γνώμη μου,  πρέπει να συνομιλεί με τους λοιπούς κλάδους, εγκυκλοπαιδικά και σφαιρικά.

Στη συνέχεια ακολούθησα την πορεία εκπόνησης διδακτορικής διατριβής σε μια επιστημονική ατμόσφαιρα, κουλτούρα και ηθική όχι μόνο μετάδοσης της γνώσης αλλά μιας δημιουργικής καθοδήγησης στην πορεία προς την πρωτογενή ανακάλυψη της γνώσης. Επιπλέον μας δίδασκαν πώς να έχουμε τα μάτια μας ανοικτά στις εξελίξεις. Την εποχή εκείνη (δεκαετία του 1980) στο L.S.E. Διευθυντής ήταν ο διάσημος κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και πολιτικός επιστήμονας Ralf Dahrendorf. Η αντίληψη ήταν άνοιγμα σε κάθε παράθυρο γνώσης κι εμπειρίας, στο μέγιστο. Κόσμος (διακεκριμένοι επιστήμονες από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, διευθυντές διεθνών οργανισμών, πολιτικοί και ακτιβιστές κ.ά.) πήγαινε κι ερχόταν δίνοντας διαλέξεις σε σημαντικά ζητήματα από την κατοχή της Κύπρου, το μέλλον του μαρξισμού, τις διδαχές του Φουκώ, τον αντιαμερικανισμό, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τον Μαντέλα και το apartheid, την διαγενεακή ενοχική κρίση στη Γερμανία για τις ακρότητες του τελευταίου πολέμου, την ανεξαρτησία του Χονκ-Κονγκ από την Βρεττανική επικυριαρχία, κ.λπ. Ιδεολογίες και ιμπεριαλισμοί βρίσκονταν στο μικροσκόπιο! Το Sociology Department  - εκτός από τον καθηγητή μου (Paul Rock), πλαισιωνόταν και από άλλες σημαντικές επιστημονικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Michael Mann, ο Νίκος Μουζέλης, ο Albert Cohen, o Leslie Sklair, ο Danid Downess, ο Terrence Morris κ. ά. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η εκπόνηση μιας διδακτορικής διατριβής δεν ήταν μια μοναχική και μονοδιάστατη διαδικασία. Αντίθετα επρόκειτο για μια επιπλέον ευκαιρία κατανόησης του κτισίματος μιας εγκυκλοπαιδικής θα έλεγα γνώσης και επιστημονικής εμπειρίας μακριά από στεγανά μιας και μοναδικής επιστήμης.

Αυτή η λογική έχει υποχωρήσει σήμερα διεθνώς. Έχει επικρατήσει μια υπερβολική έμφαση στην εξειδίκευση αλλά και ένας φετιχισμός των τεχνικών που μας έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μια έμφαση στην ακρίβεια των μετρήσεων, του πώς κάνεις δηλαδή κάτι και όχι στην ακρίβεια και την επιστημολογική συνέπεια των ερωτημάτων, δηλαδή, στο τί ακριβώς κάνεις. Η συνομιλία ανάμεσα στις επιστήμες έχει περιοριστεί στο είδος, και όχι στο γένος. Για να αποφύγει όμως ένας επιστημονικός κλάδος τον μαρασμό, κατά τη γνώμη μου,  πρέπει να συνομιλεί με τους λοιπούς κλάδους, εγκυκλοπαιδικά και σφαιρικά.

Για τους Έλληνες φοιτητές, δεν σας κρύβω ότι σε μια εποχή προ διαδικτύου και δικτύων γενικά, που η πρόσβαση στη γνώση μπορούσε να διενεργηθεί είτε μέσα από παραγγελία και αγορά βιβλίων  - κοστοβόρο ακόμη και τότε hobby - λιγότερο από δανεισμό βιβλίων από συναδέλφους αλλά κυρίως μέσω βιβλιοθηκών, οι οποίες στη χώρα μας ούτε πολλές ούτε οργανωμένες ήταν, ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη των σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού την εποχή εκείνη ήταν η δυνατότητα αξιοποίησης των βιβλιοθηκών! Τεράστιο κέρδος και σημαντική εμπειρία. Παράθυρα στο κόσμο της γνώσης και της επιστήμης. Επίσης, η σχεδόν ταυτόχρονη με την έκδοσή τους μετάφραση σημαντικών βιβλίων στα αγγλικά προσέφερε τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε διαφορετικές σχολές σκέψης γεγονός που προωθούσε σημαντικά την επιστημονική γνώση και τον διάλογο. Επιπρόσθετα, για μένα προσωπικά, ήταν μια ευτυχής συγκυρία το ότι μπόρεσα να θητεύσω υπό την καθοδήγηση των πρωταγωνιστών στην μεταρρύθμιση του πεδίου της εγκληματολογίας με την εισροή ιδεών από το πεδίο της κοινωνιολογίας που σήμαναν αφενός μια στροφή προς την κριτική σκέψη ενώ αφετέρου επέτρεψαν την διήθηση ιδεών και τεχνικών από κλάδους όπως, η φαινομενολογία, η εθνολογία, η ανθρωπολογία, η εθνομεθοδολογία, κ.λπ.

Οι δεκαετίες του 1960 και 1970 μέχρι περίπου τα μισά της δεκαετίας του 1980, προσέδωσαν στο πεδίο της εγκληματολογίας μια σημαντική ένεση κοινωνιολογικής φαντασίας και οπτικής και στις δύο όχθες του Ατλαντικού.  Σας καλώ να αναζητήσετε τα σχετικά με την επιστήμη μας δημοσιεύματα αυτών των δεκαετιών. Πρόκειται για ένα άνοιγμα της επιστήμης μας. Τίτλοι ευφάνταστοι, πλήρεις νοημάτων, περιεχόμενο γεμάτο με καινοτόμες ιδέες. Όλα στην υπηρεσία της κατανόησης του εγκληματικού φαινομένου στο σύνολό του, αλλά και της αντιμετώπισής του. Ο όγκος και η φρεσκάδα όλων των παραπάνω μελετών και ερευνών μας έχει κάνει όλους πιο πλούσιους. Το θέμα είναι να μην ξεχνάμε αυτήν την προίκα και την σημαντική επιστημονική παράδοση που έχει ήδη κτιστεί. Είναι αυτά που μας ενδυναμώνουν ώστε να αντισταθούμε σε μια οπισθοδρόμηση της επιστήμης μας η οποία επιχειρείται παντοιοτρόπως στη σημερινή συγκυρία.

Το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), συμπλήρωσε πέρυσι 60 έτη λειτουργίας  τα οποία και εόρτασε με πολλές και σημαντικές εκδηλώσεις σε όλη χώρα. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια την ιστορία και τη συμβολή του ΕΚΚΕ στην ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών και της κοινωνικής έρευνας στην Ελλάδα;

Για το ΕΚΚΕ θα μπορούσα να μιλάω... ώρες ! Θα προσπαθήσω όμως να περιοριστώ στα θέματα που σχετίζονται με την επιστήμη μας. Ναι, το 2019, το ΕΚΚΕ γιόρτασε τα 60 χρόνια προσφοράς του στην κοινωνική έρευνα στη χώρα. Από το 1959, όταν ιδρύθηκε, υπό την αιγίδα της Ουνέσκο, αποτελεί τον μοναδικό δημόσιο θεσμό για την κοινωνική έρευνα στη χώρα. Το ΕΚΚΕ δραστηριοποιείται σε όλα τα πεδία των κοινωνικών επιστημών, από την κοινωνική ανθρωπολογία, την πολιτική κοινωνιολογία, την κοινωνική πολιτική, την κοινωνική γεωγραφία κ.λπ.

Τα όρια ανοχής και αντοχής της ελληνικής κοινωνίας για το «διαφορετικό», το «παρεκκλίνον», έμπαιναν για πρώτη φορά στο μικροσκόπιο και αναμετρήθηκαν μ’ αυτό το ίδιο το κεφαλαιώδες ζήτημα της κατάργησης της θανατικής ποινής.

Θα ήθελα να σημειώσουμε, συνοπτικά,  κάποιες λεπτομέρειες που αφορούν την ένταξη του ΕΚΚΕ σε μια ερευνητική πρωτοπορία. Στο ΕΚΚΕ, για πρώτη φορά, η κοινωνική έρευνα και ανάλυση υιοθετούν ένα σαφές θεωρητικό σχήμα προαπαιτουμένων που αφορούν κυρίως τη μέθοδο. Η ερευνητική παράδοση που έχει κτιστεί, αντανακλά την αναθεώρηση της κυριαρχίας μιας εμπειρικής θετικιστικής αντιμετώπισης της γνώσης και της επιστήμης, καθώς ολοένα και περισσότερο γινόταν αντιληπτό ότι η οποιαδήποτε ερευνητική επιστημονική διαδικασία ανάγεται σε προβλήματα δομής που προϋποθέτουν μια προσεκτικότατη και θεωρητικά ενσυνείδητη προσπάθεια διατύπωσης ερωτημάτων και υποθέσεων, μια προσπάθεια που καλείται πριν απ’ όλα να κατασκευάσει το αντικείμενό της.Έτσι, ο προγραμματισμός της επιστημονικής έρευνας της περιόδου άρχισε να εμπεριέχει και θεωρητική έρευνα. Στη βάση αυτή, η προβληματική γύρω από την οποία στράφηκε η δραστηριότητα του ΕΚΚΕ βασίστηκε σε μια αρθρωμένη αντίληψη για τις τάσεις εξέλιξης και μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Παράλληλα και σταδιακά, ο ευρωπαϊκός και ο διεθνής προσανατολισμός της έρευνας εδραιώθηκε και ενισχύθηκε.

Στο πλαίσιο αυτό και το δίπολο ενσωμάτωση – περιθωριοποίηση τέθηκαν στο μικροσκόπιο. Η διερεύνηση λοιπών όρων θεσμικής συγκρότησης και οργάνωσης της κοινωνικής ζωής διεκδίκησε σημαντική θέση στην ερευνητική δραστηριότητα του Κέντρου. Με την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Ηλία Δασκαλάκη (Καθηγητή Εγκληματολογίας στο Πάντειο Παν/μιο, η «ομάδα των νομικών» του Κέντρου, κατά τον τότε Διευθυντή του Κέντρου και Καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Παν/μιο Βασίλη Φίλια, (Ανδρίτσου Α., Δασκαλάκη Η, Παραδοπούλου Π., Τσαμπαρλή Δ., Φρονίμου Ε.) επεξεργάστηκε, διατύπωσε και υλοποίησε τα πρωτοποριακά και μέχρι σήμερα μοναδικά ερευνητικά σχέδια πανελλαδικής εμβέλειας εμπειρικές έρευνες για το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στη χώρα αλλά και το θεσμό της φυλακής. Τα όρια ανοχής και αντοχής της ελληνικής κοινωνίας για το «διαφορετικό», το «παρεκκλίνον», έμπαιναν για πρώτη φορά στο μικροσκόπιο και αναμετρήθηκαν μ’ αυτό το ίδιο το κεφαλαιώδες ζήτημα της κατάργησης της θανατικής ποινής.

Σήμερα, το 2020 στο ΕΚΚΕ βρίσκονται εν λειτουργία δύο Ινστιτούτα. Το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών και το Ινστιτούτο Πολιτικών Ερευνών. Η συνολική ερευνητική δραστηριότητα του θεσμού, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα περιλαμβάνει πάνω από 850 ερευνητικά έργα μη συμπεριλαμβανομένων των κατ’ ιδίαν μελετών του ερευνητικού προσωπικού του. Ιδιαίτερα στο πεδίο της εγκληματολογίας, πέρα από την κεφαλαιώδους σημασίας συμβολή του Ηλία Δασκαλάκη, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε,  έχουν εκπονηθεί πάνω από 50 ερευνητικά προγράμματα και μελέτες, αποτελέσματα των οποίων φιλοξενούνται στις εκδόσεις μας καθώς και στη βιβλιοθήκη του ΕΚΚΕ, τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη για τις κοινωνικές επιστήμες στη χώρα.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφερθώ στη διαφοροποιητική θεωρητική αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου στο πλαίσιο της ερευνητικής λειτουργίας του ΕΚΚΕ: Στο ΕΚΚΕ, ήδη από την εποχή του Ηλία Δασκαλάκη είχε διατυπωθεί μια διακριτή επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη- με την έννοια της σχολής σκέψης – περί προσέγγισης του εγκληματικού φαινομένου από την οπτική της κοινωνικής αντίδρασης στο έγκλημα και διεπιστημονικά. Στη συνέχεια, αλλά και επί των ημερών μου, η άποψη αυτή υπηρετείται με συνέπεια αλλά και ενισχύεται με σύγχρονες κοινωνιολογικές θεωρήσεις και οπτικές. Δηλαδή, το εγκληματικό φαινόμενο δεν μελετάται ούτε γραμμικά, ούτε μονοδιάστατα αλλά ενταγμένο στους σύγχρονους κοινωνικο-πολιτικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς και αλλαγές που συντελούνται σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Μεγάλες διεθνείς συγκριτικές έρευνες στις οποίες συμμετέχει το ΕΚΚΕ όπως η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα ή η Παγκόσμια Έρευνα Αξιών επιτρέπουν και ενδυναμώνουν μια τέτοια προσέγγιση. Μάλιστα, αυτές οι αρχές υπηρετούνται στο πλαίσιο λειτουργίας ενός Εργαστηρίου Μεθοδολογίας και Έρευνας στην Εγκληματολογία (Crime Lab) το οποίο συνιδρύσαμε με την κ. Έμμυ Φρονίμου εδώ και 10 χρόνια στο ΕΚΚΕ. Στο πλαίσιο επαναλειτουργίας των Ινστιτούτων θα ανασυγκροτηθούν και τα Εργαστήρια του ΕΚΚΕ και οι συναφείς με τα αντικείμενά τους δραστηριότητες θα κατανεμηθούν ανάλογα. Σας καλούμε να συνεργαστούμε σε αυτή την προσπάθεια!

Ποιες κατά τη γνώμη σας είναι οι μελλοντικές προοπτικές ενός δημόσιου ερευνητικού θεσμού κοινωνικής έρευνας, σε μια ιδιαίτερα απαιτητική οικονομικο-κοινωνική συγκυρία, όπου αιτούμενο θα αποτελεί η γνώση και η τεκμηρίωση δημόσιων πολιτικών μέσω της κοινωνικής έρευνας;

Το ΕΚΚΕ αγωνίστηκε στην 60χρονη πορεία του πολλές φορές για τη διατήρηση της αυτοδυναμίας του και της ανεξαρτησίας του πάνω στις αρχές που χάραξαν οι  εμπνευστές της ίδρυσής του. Αυτό σημαίνει ότι έχει κτιστεί μια ερευνητική κουλτούρα μακριά από κρατικές παρεμβάσεις ή θεωρητική ποδηγέτηση, πόσω μάλλον εκμεταλλευτική, με πολιτικούς όρους, αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνών του.  Αυτή η αίσθηση – αλλά και πραγματικότητα – ερευνητικής ελευθερίας, αντανακλάται πιστεύω στην ποιότητα του παραγόμενου αποτελέσματος. Η Πολιτεία μας έχει βρει πάντοτε αρωγούς στις προσπάθειές της για την ανάγνωση και επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, με τους δικούς μας, όμως, όρους και εργαλεία. Μάλιστα, το ΕΚΚΕ, καθοδηγούμενο από τη διαισθητική λειτουργία των κοινωνικών επιστημών, έχει εκπονήσει έρευνες πολύ πριν ανακύψουν τα ερευνητέα θέματα, ως κοινωνικά προβλήματα και το επεξεργασμένο υλικό βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση των αρμοδίων. Να τονίσω επίσης πως το ΕΚΚΕ δεν «νομιμοποιεί» πολιτικές. Βεβαίως αυτή η ελευθερία έχει ακριβό αντίτιμο: μια συνεχή εγρήγορση, μια διαρκή προσπάθεια. Στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι περισσότερο κινδυνεύουμε από τη μεθοδολογική χαλαρότητα και την διεκπεραιωτική ταχύτητα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, στα οποία είμαστε υποχρεωμένοι ως φορέας να συμμετέχουμε, διότι αξιολογούμαστε επί αυτής της συμμετοχής, με βάση τα οποία προγράμματα επιπλέον ετεροκαθορίζεται εν μέρει και το αντικείμενο της έρευνάς μας. Αυτό που μας έχει σώσει είναι η κοινωνιολογική μας φαντασία την οποία πάντοτε επιστρατεύουμε ή στην οποία πάντοτε προστρέχουμε, έτσι ώστε και οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις να επιτρέψουν ένα στοιχειώδες έστω αποτύπωμα πρωτογενούς γνώσης που να προέρχεται όχι μόνο από εφαρμοσμένη αλλά και από βασική έρευνα.

Εκτός από το ερευνητικό σας έργο έχετε μακρόχρονη ακαδημαϊκή εμπειρία, κυρίως σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. Πρόσφατα δε, επισκεφτήκατε πανεπιστήμια της Βρετανίας όπου και δώσατε διαλέξεις. Θα θέλαμε να μας μεταφέρετε τις εντυπώσεις και τις σκέψεις σας από την επικοινωνία σας με  τους διδάσκοντες/ουσες και τους/τις φοιτητές/τριες σχετικά με ό,τι συμβαίνει σήμερα τόσο στο αγγλικό πανεπιστήμιο όσο και στην επιστήμη της Εγκληματολογίας.

Η 25χρονη διδακτική μου εμπειρία σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών ενίσχυσε με μοναδικό τρόπο την ερευνητική μου ενόραση, πιστεύω, λόγω και του σύνθετου αλληλοδρασιακού χαρακτήρα της διδακτικής διαδικασίας. Γι’ αυτό και αισθάνομαι ευγνώμων στους συναδέλφους αλλά και τους φοιτητές μας. Τώρα, με βάση την εμπειρία μου θα έλεγα πως τα μεταπτυχιακά μας προγράμματα χρειάζονται μια γενναία χρηματοδότηση έτσι ώστε να μπορούν να κληθούν επιστήμονες από το εξωτερικό για διδασκαλίες και διαλέξεις, να μπορούν να διοργανωθούν συμπόσια και σεμινάρια διεθνή, συχνά πυκνά, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα για διεύρυνση αφενός του επιστημονικού διαλόγου αλλά και της άμεσης εμπειρίας των φοιτητών μας. Επίσης, απαιτείται μεγαλύτερη επένδυση στη μεθοδολογία και την έρευνα. Στην πρακτική άσκηση επίσης.

Τώρα για το Λονδίνο. Τί να πω!  Διακατεχόμουν συνεχώς από το ευχάριστο συναίσθημα της επιστροφής στο σχολείο μετά από τις διακοπές του καλοκαιριού! Μια επιστροφή σε ένα από τα κέντρα παραγωγής της γνώσης! Μου έχει λείψει αυτό. Ως προς τις εντυπώσεις μου και τις συζητήσεις με ομοτίμους και φοιτητές έχω να παρατηρήσω συνοπτικά τα εξής:

Χωρίς καμία διάθεση να ευλογήσουμε τα γένια μας όπως λένε, η επιστήμη φαίνεται πως καλά κρατεί στη χώρα. Άλλωστε, αυτό καταδεικνύεται και από την πρόοδο των δικών μας παιδιών, των φοιτητών μας, που αρκετά από αυτά διδάσκουν σε παν/μιακά ιδρύματα διεθνούς φήμης, και χαίρουν της σημαντικής εκτίμησης ομοτίμων και φοιτητών όπως μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω εκ του σύνεγγυς.

Κατά τη γνώμη μου όλα αυτά οφείλονται, εκτός από την ποιότητα των ίδιων των φοιτητών, στο δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο συχνά λοιδορείται και εν πολλοίς άδικα στη χώρα, αποδίδει όμως πολύτιμους καρπούς σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες λειτουργίας. Το βλέπουμε και στην παρούσα κρίση του κοροναϊού με την εξαιρετική επίδοση των Ελλήνων γιατρών που προέρχονται από τα δημόσια παν/μια της χώρας. Στη χώρα μας, επίσης, τα μέλη ΔΕΠ στην πλειονότητά τους προσπαθούν με φιλότιμο και προσωπικό κόστος να αντισταθμίσουν τις όποιες ελλείψεις. Τα μέσα είναι ανεπαρκή και ο αγώνας μεγάλος.  Επιπρόσθετα μεγάλο κέρδος είναι το ότι σήμερα πλέον υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης σε διεθνείς δημοσιεύσεις ηλεκτρονικά, γεγονός που αντιστάθμισε τη χρόνια έλλειψη ενημερωμένων βιβλιοθηκών στην Ελλάδα. Βέβαια, δεν παύει η επιστημονική πορεία διδασκόντων και φοιτητών στη χώρα να είναι πολύ πιο δύσκολη από την αντίστοιχη στο εξωτερικό και λόγω έλλειψης χρημάτων/ χορηγιών/ υποτροφιών και λόγω έλλειψης μέσων.

Από την άλλη πλευρά, διαπίστωσα, ότι το εργασιακό περιβάλλον των ακαδημαϊκών στη Βρετανία έχει διαφοροποιηθεί, έχει σε μεγάλο βαθμό εργαλειοποιηθεί, με open space διάταξη γραφείων, στις πλείστες των περιπτώσεων, μια διάταξη γραφείων που δυσκολεύει την ατομική συμβουλευτική με τους φοιτητές αλλά και την προσωπική μελέτη των μελών ΔΕΠ. Ο διδακτικός φόρτος εργασίας σημαντικός, οι σχέσεις εργασίας ευέλικτες, εξοντωτικά ωράρια για τα μέλη ΔΕΠ. Δεν υπάρχει χρόνος αλλά δεν υπάρχει ούτε χώρος. Όλες οι διαστάσεις έχουν συρρικνωθεί και το πρόταγμα φαίνεται να είναι η δημιουργία χώρων που να fit in στις σύγχρονες τεχνικο-λειτουργικές ανάγκες. Στην εποχή μου, οι σεμιναριακές αίθουσες ήταν ... σαλόνια με πολύχρωμες σαλονάτες πολυθρόνες με διάταξη που απέπνεε άνεση χώρου, άνεση διαλόγου και, ως εκ τούτου και άνεση σκέψης!

Tο ΕΚΚΕ δεν «νομιμοποιεί» πολιτικές. Βεβαίως αυτή η ελευθερία έχει ακριβό αντίτιμο: μια συνεχή εγρήγορση, μια διαρκή προσπάθεια.

Εντατικοποίηση στους ρυθμούς εργασίας, εργαλειοποίηση και επαγγελματικοποίηση του λειτουργήματος λοιπόν στο προσκήνιο, νεο-φιλελευθερισμός και ανταγωνισμός στο παρασκήνιο έχουν δυσκολέψει κατά τη γνώμη μου την ανανέωση σχολών σκέψης σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών και όχι μόνο στην επιστήμη μας. Δυσκολεύουν επίσης την εξέλιξη καριέρας για τους νέους επιστήμονες.  Η επιστημοσύνη από μόνη της δεν αρκεί για υπηρετηθεί η γνώση. Απαιτείται λογιοσύνη και αυτή προϋποθέτει χρόνο για μελέτη, σκέψη και δημιουργία αλλά και χώρο και βήμα που πρέπει να παραχωρηθεί με γενναιότητα και γενναιοδωρία από τους αρχαιότερους στους νεότερους συναδέλφους. Βεβαίως οι παραδόσεις και οι υποδομές των μεγάλων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της Βρετανίας αντισταθμίζουν ισχυρά, ακόμη, τις παραπάνω τάσεις οι οποίες ακριβώς λόγω της ιστορίας και της προίκας των ιδρυμάτων αυτών μπορούν εύκολα κατά τη γνώμη μου, δοθείσης της ευκαιρίας, εύκολα να εξουδετερωθούν.

Προς το παρόν όμως, όλα όσα είπαμε φαίνεται πως έχουν πλήξει και την επιστήμη της Εγκληματολογίας. Φοβάμαι ότι η επιστήμη μας βρίσκεται για μια ακόμη φορά στη σύντομη ιστορία της και στην αυτόνομη επιστημονική της πορεία, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι: από τη μία πλευρά ανοίγεται ξανά ο δρόμος της  επιστροφής σε κλασικές προσλήψεις για το έγκλημα και τον εγκληματία, ένας δρόμος σπαρμένος με το DNA της ατομικής παθολογίας. Τα κελεύσματα των καιρών, μάλιστα ενισχύουν με ισχυρό και ηχηρό τρόπο μια τέτοια διαδρομή. Από την άλλη πλευρά η επιστήμη μας από πολύ νωρίς μας έχει διδάξει πως το κοινωνικό (όπου το έγκλημα αναγνωρίζεται ως φυσιολογική και οπωσδήποτε κοινωνική παθολογία)συνιστά αναντίρρητη συνθήκη. Το θέμα είναι πως μπροστά σ’ αυτό το σταυροδρόμι η δημιουργικότητα του πνεύματος φαίνεται να βρίσκεται σε λήθαργο! Σπάνια ακούμε ή διαβάζουμε κάτι καινούργιο στην επιστήμη μας!  Σε αυτό ευθύνεται εν μέρει και η τάση να αποφεύγονται δύσκολα ερευνητικά θέματα όπως η μη συμμετοχική αλλά κυρίως η συμμετοχική παρατήρηση των παραβατών του νόμου, η ανθρωπολογική ματιά που λείπει, όπως λέει και η Douglas από την Εγκληματολογία και η συρρίκνωση του ερευνητικού πεδίου. Πρέπει να αντιστραφεί η ολοένα διευρυνόμενη τάση η έρευνα να διεξάγεται από το... γραφείο!

Εμείς, λοιπόν, έχουμε καθήκον να αναλάβουμε σημαντικές πρωτοβουλίες για την ανανέωση της επιστήμης μας και να μην την αφήσουμε να γηράσκει, αξιοποιώντας τις φρέσκες ιδέες που διατυπώνονται κατά καιρούς σε άλλα πεδία των κοινωνικών επιστημών. Ας στρωθούμε λοιπόν στη δουλειά! Δράστες και θύματα μας έχουν ανάγκη. Η Πολιτεία επίσης.

To Crime Times θέτει την ίδια ερώτηση σχεδόν σε όλα τα ‘πρόσωπα’ τις συνεντεύξεις των οποίων φιλοξενεί στα τεύχη του, καθώς εκτιμούμε ότι είναι κάθε νέα γενιά επιστημόνων έχει ανάγκη από ενθάρρυνση προκειμένου να προχωρήσει. Εσείς ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους/τις νέους/ες Ευρωπαίους/ες που μόλις ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στην Εγκληματολογία;

Το πεδίο της Εγκληματολογίας χρειάζεται πολλές και νέες δυνάμεις για να ανακάμψει δυναμικά στο προσκήνιο. Υπάρχει πεδίον δόξης λαμπρόν, για τους νέους επιστήμονες, τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό. Βέβαια, είναι γεγονός ότι το πρόβλημα της ανεργίας, ως δομικό πρόβλημα του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου κοινωνικού σχηματισμού, εν μέσω καπιταλιστικής μεγέθυνσης, στερεί από τους νέους επιστήμονες την ελευθερία των επιλογών, την πολυτέλεια να ονειρευτούν, τη δυνατότητα να αποδείξουν την αξία τους. Όμως, η τρέχουσα οικονομική κρίση αλλά και η κοινωνικο-οικονομική κρίση που επέρχεται λόγω κοροναϊού, μας παρέχουν μια μοναδική ευκαιρία να αναδείξουμε τη συμβολή της θεωρητικής σκευής μας και των εργαλείων μας. Και αυτό πρέπει να το κάνουμε συλλογικά και δημόσια. Οι κλάδοι τόσο της Δημόσιας Κοινωνιολογίας όσο και της Δημόσιας Εγκληματολογίας μας δείχνουν το δρόμο.

Και κάτι τελευταίο. Η μικρή Ελλάδα έχει ένα σημαντικό προνόμιο.  Λόγω της εξωστρέφειας και του κοσμοπολιτισμού που πάντοτε μας χαρακτήριζε, πρέπει να επιδιώξουμε και να αντιμετωπίσουμε συντεταγμένα το brain gain. Το κέρδος για την επιστήμη μας  - και όχι μόνο –από την επιστροφή στη χώρα επιστημόνων που σήμερα υπηρετούν σε πανεπιστήμια στο εξωτερικό, διαφορετικών σχολών σκέψης, χωρών και κατευθύνσεων, με ποικίλες εμπειρίες, οι οποίοι μάλιστα να εργαστούν και να συνεργαστούν σε πλήθος θεσμών και πεδίων με τους εδώ ομοτίμους τους, είναι τεράστιο. Εγώ ονειρεύομαι μια τέτοιου τύπου ακαδημαϊκή λειτουργία, ανοικτή και φιλόξενη. Το ΕΚΚΕ βρέθηκε στην πρωτοπορία όταν επένδυσε στο brain gain, είτε με τη χορήγηση υποτροφιών στους ερευνητές του ώστε να σπουδάσουν ένα διάστημα στο εξωτερικό, είτε με την στρατολόγηση Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό. Σήμερα, η Ε.Ε. δίνει αυτήν τη δυνατότητα μέσα από διάφορα προγράμματα κινητικότητας επιστημόνων και ερευνητών. Πρέπει να κινηθούμε μακριά από την εσωστρέφεια, την αυτοαναφορικότητα και τη  λογική της ‘έδρας’ η οποία μπορεί να έχει τυπικά καταργηθεί, στην ακαδημαϊκή όμως κουλτούρα ανεπίσημα οργιάζει!

Τέλος, εμείς ως δάσκαλοι και ως ερευνητές έχουμε υποχρέωση να συνδράμουμε τους νέους επιστήμονες στις δυσκολίες που ενδεχόμενα αντιμετωπίζουν  και να υποστηρίζουμε με όποια μέσα διαθέτουμε τη δημιουργικότητά τους. Έτσι νομίζω πως πρέπει να πορευτούμε σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς χωρίς να χάσουμε ούτε το προσωπικό μας animus ούτε το animusτης επιστήμης μας. Εμείς πάντως στο ΕΚΚΕ βρισκόμαστε πάντοτε στη διάθεση των νέων επιστημόνων μας, για τα περαιτέρω.